Απόκριες στη Μεσσήνη: “Ο λόγος του Καρνάβαλου”


 

Αν θες από τις έννοιες να ξεφύγεις κι απ’ τα προβλήματα να ξεχαστείς, έλα στο καρναβάλι της Μεσσήνης και σίγουρα πιο νέος θα γενείς

 

Του Πάνου Δ. Δασκαρόλη

 

Από τα χρόνια του περασμένου αιώνα γιορτάζανε στην πόλη της Μεσσήνης τις Αποκριές. Οι κάτοικοι της Μεσσήνης αρχίζανε το φαγοπότι και τα γλέντια από την Τσικνοπέμπτη, με παστά, λουκάνικα και κρασί άφθονο. Ο Δήμος της Μεσσήνης στόλιζε τους δρόμους και τις πλατείες της αγοράς με χρωματιστά χαρτάκια, σημαιούλες και αψίδες, που έγραφαν από το ένα μέρος «καλώς ήρθατε» και από το άλλο «καλή τεσσαρακοστή». Ολόκληρη η Μεσσήνη έπαιρνε μία όψη αποκριάτικης γιορτής την Κυριακή της τυροφάγου.

Από το πρωί ακούγονταν τα κλαρίνα και τα τούμπανα. Τα καφενεία, τα ζαχαροπλαστεία και οι ταβέρνες ήταν γιομάτα από κόσμο που τραγουδούσε και χόρευε.

Το βράδυ, όπου υπήρχε πλατωσιά, άναβαν φωτιές και τα κορίτσια της κάθε γειτονιάς τραγουδούσαν όλα μαζί, εκείνα τα ωραία αποκριάτικα τραγούδια και χορεύανε γύρω γύρω από τη φωτιά.

Οι παρέες των φουστανελοφόρων, με μαντολίνα, κιθάρες και φλάουτα, σε κάθε φωτιά που περνούσαν, έπαιζαν με τα όργανα και ο κόσμος χόρευε. Τους κέρναγε κρασί, έλεγαν χρόνια πολλά και έφευγαν για να σταματήσουν σε άλλη φωτιά. Όλα γίνονταν αυθόρμητα από τον ίδιο το λαό και τα έξοδα τα έβαζαν οι κάτοικοι της κάθε γειτονιάς.

Την Καθαρά Δευτέρα τα μπακάλικα είχαν στολίσει τις πόρτες με κλάρες από φοίνικες, μυρτιές και δάφνες, με αραδιασμένα τα βαρέλια σαρακοστιανά, ταραμάδες, χαλβάδες, χταπόδια και ελιές. Στα οπωροπωλεία πουλούσαν τα μαρούλια τους, τα φρέσκα κρεμμυδάκια τους, τα θαλασσινά σφαλίγγια και τα λούπινα της Μάνης. Αχάραγο ακόμη οι φούρνοι καπνίζανε και βγάζανε τις λαγάνες, με μπόλικο σουσάμι, ξεροψημένες. Οι ταβέρνες ήτανε γιομάτες από κόσμο που έπινε κρασί.

Στη Μεσσήνη τότε ήτανε καμιά εικοσαριά ταβέρνες και εστιατόρια. Το κρασί της εποχής εκείνης ήτανε αγνό και άφθονο, χωρίς χημικά και φάρμακα. Ο κάμπος και τα ξερικά της περιφέρειας Μεσσήνης ήταν κατάφυτα από αμπέλια και σταφίδες.

Κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα το πρωί, στις δέκα η ώρα, έκανε την εμφάνισή του ένας τύπος κωμικός, ντυμένος καρνάβαλος. Αυτός δεν ντυνόταν ποτέ την Κυριακή. Περίμενε να έρθει η Καθαρά Δευτέρα, προφανώς, για να εντυπωσιάσει. Έβαζε μαξιλάρια, ένα στην κοιλιά του και ένα στην πλάτη του, γινόταν κοιλαράς και καμπούρης, φορούσε στο κεφάλι του ένα καπέλο μαύρο, ρούχινο, τσαλακωμένο, και στο πρόσωπό του χειροποίητη μάσκα. Κρέμαγε σακούλια χιαστί, έπαιρνε ένα μπαστούνι στα χέρια για καλό και για κακό, να φυλάγεται από τα σκυλιά και από τους ανθρώπους, και στις δέκα η ώρα έκανε την εμφάνισή του στο κέντρο της Μεσσήνης. Στο δρόμο περπατούσε κουτσαίνοντας και έκανε διάφορες κωμικές κινήσεις. Περνούσε από τις ταβέρνες, τον κερνάγανε κρασί, χόρευε μέσα στις ταβέρνες και στο δρόμο, ενώ πίσω του ακολουθούσε η «μαρίδα». Στους φούρνους τού έδιναν λαγάνες και τις έβαζε στα σακούλια του. Χαιρετούσε, χωρίς να μιλάει, για να μην τον γνωρίσουν. Περνούσε από τα οπωροπωλεία, έπαιρνε κρεμμύδια και λούπινα, ενώ στα μπακάλικα του έδιναν σαρακοστιανά. Αφού έκανε τη βόλτα του στην αγορά εισπράττοντας κάπου κάπου για φιλοδώρημα καμιά λεμονόκουπα, που του πετούσαν τα παλιόπαιδα, έπαιρνε το δρόμο για του Αργαστηράκη, στην κρεμάλα. Εκεί αμέσως τον έπιανε ο μπάρμπα Γιώργης ο Τσαφατίνος, που ήταν μόνιμος δήμιος της κρεμάλας και τον κρέμαγε. Όταν τον κατέβαζε από την κρεμάλα, έπινε κρασί μαζί με τους δήμιους Τσαφατιναίους, που ήταν ντυμένοι τουρκαλάδες, φιλιότανε σταυρωτά με τον μπάρμπα Γιώργη τον Τσαφατίνο ή «Κούτρο», λέγανε χρόνια πολλά και έφευγε για το σπίτι του.

Μια χρονιά, γύρω στα 1900, συνέβη κάτι πολύ διαφορετικό. Ερχόμενος, λοιπόν, ο Καρνάβαλος από το ίδιο δρομολόγιο, έφτασε στα Αλώνια («Αλώνια» λέγανε εκεί που είναι σήμερα το πάρκο). Μαζεύτηκε κόσμος, διάφοροι άσχετοι, μεθυσμένοι, άρχισαν να του ρίχνουν λουλάκι, κροτίδες, λεμόνια και προσπαθούσαν να του βγάλουν τη μάσκα. Ο Καρνάβαλος φοβήθηκε και άρχισε να τρέχει. Πίσω του ακολουθούσε κόσμος και τον κυνηγούσε. Εκεί που είναι σήμερα του Γκουζούνη το οπωροπωλείο, στη μέση του δρόμου ήταν ένα σπίτι ψηλό. Για να περάσεις στην κάτω πλατεία, περνούσες από ένα στενό δρομάκι σαν Σούδα. Ο Καρνάβαλος έριξε μια ματιά πίσω και είδε τον κόσμο να τον κυνηγάει. Τότε σκέφθηκε να περάσει γρήγορα τη Σούδα, να βγει στην πίσω πλατεία και να μπει στο καφενείο του Γυφτάκη. Όταν πέρασε τη Σούδα, βλέπει άλλους να τον περιμένουν και να του πετάνε λεμονόκουπες. Εδώ τώρα τον είχαν στριμώξει για τα καλά.

Ο Καρνάβαλος ρίχνει μία γρήγορη ματιά γύρω του και για καλή του τύχη βλέπει την πόρτα του Σιδερέα να είναι ανοιχτή. Τρέχει αμέσως, μπαίνει στου Σιδερέα το σπίτι και κλείνει την πόρτα. Εκεί θα καθόταν μέχρι που θα περνούσε η μπόρα και ύστερα θα έφευγε.

Ο κόσμος, όμως, δεν έφευγε, περίμενε να βγει ο Καρνάβαλος. Πέρασε περισσότερο από μία ώρα και ο Καρνάβαλος άρχισε να ανησυχεί. Τότε βγήκε στο μπαλκόνι να τους παρακαλέσει να φύγουν. Ρε παιδιά, γιατί με κυνηγάτε; Τι σας έκανα; Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου γιατί μεσημέριασε. Αυτοί όμως γελάγανε, σφυρίζανε, μέσα όμως σε αυτή την αναμπουμπούλα και στη φασαρία, κάποιος φώναξε «λόγο, να μας βάλεις λόγο». Ύστερα φωνάξανε και άλλοι πολλοί: «λόγο, λόγοο, λόγοοο». Τότε ο Καρνάβαλος, τι να έκανε, άρχισε να τους λέει διάφορες ιστορίες και να σατιρίζει ορισμένους που ήταν από κάτω.

Εν τω μεταξύ, μαζεύτηκε πολύς κόσμος και γέμισε η κάτω πλατεία.

Ο κόσμος άρχισε να γελάει, να χειροκροτάει και να φωνάζει «μπράβο, εσένα θέλουμε». Στο τέλος σατίριζε και τους πολιτικούς, Κουμουντουραίους Μερλοπλαίους, Φεσσαίους. Αφού είπε, είπε και δεν είχε άλλα να πει, τους λέει: «Φέτος σας είπα λίγα, του χρόνου πιο πολλά, άντε να πνιγείτε στον Πάμισο και χρόνια σας πολλά».

Από κάτω γινόταν χαμός κυρίου από τις φωνές, τα χειροκροτήματα και τα σφυρίγματα. Ο Καρνάβαλος ετοιμάστηκε να κατέβει για να φύγει. Όμως, ρίχνει μια τελευταία ματιά στον κόσμο που ήταν από κάτω και ανακαλύπτει το φίλο του τον Καμπά. Ο Καμπάς κοιτούσε τον Καρνάβαλο και γέλαγε. Όπως ήταν ξεδοντιάρης, ήταν χάλια. Ο Καρνάβαλος αμέσως σκέφτηκε να τον σατιρίσει. Έκανε με τα χέρια του νόημα στον κόσμο να κάνει ησυχία και αφού ησυχάσανε, φώναξε δυνατά: «Εάν το βρείτε, ρε παιδιά, ο Καμπάς γελάει ή γκρινιάζει;». Τότε κοιτάξανε όλοι τον Καμπά και σκάσανε στα χάχανα. Ο Καμπάς, όμως, αυτό το θεώρησε μεγάλη προσβολή και απαντάει στον Καρνάβαλο: «Τώρα, ρε κερατά, αν σου βαστάει, κατέβα κάτω, θα σε σκοτώσω». Ο Καμπάς πήγε και περίμενε στην πόρτα του Σιδερέα για να κατεβεί ο Καρνάβαλος να τον σκοτώσει… Πέρασε η ώρα, ο κόσμος άρχισε να φεύγει για τα σπίτια του χαρούμενος. Μόνο ο Καμπάς ήταν στενοχωρημένος και θυμωμένος, και δεν έφευγε από την πόρτα του Σιδερέα. Ο Καρνάβαλος, όμως, για καλό και για κακό, έλαβε τα μέτρα του. Πήδησε από τη μάντρα του Σιδερέα, μπήκε στη αυλή του γιατρού του Κορκονικήτα και από εκεί έφυγε για το σπίτι του. Ο Καμπάς, όμως, περίμενε και περιμένει ακόμα, στου Σιδερέα την πόρτα, για να κατέβει ο Σάρας ο κρεοπώλης να τον σκοτώσει.

Κατά καιρούς, το πρόσωπο του Καρνάβαλου άλλαζε. Ύστερα ήρθαν οι πόλεμοι και όλα

σταμάτησαν.

 

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το ρόλο του Καρνάβαλου τον ανέλαβε ο Γρηγόρης ο Δασκαρόλης ο γυαλοπώλης. Αυτός ήταν κουτσός, γι’ αυτό έπαιρνε το σκουπιδιάρικο κάρο του Δήμου, με οδηγό τον Κaραντούσα. O Kαρνάβαλος ξεκινούσε από την παλιά βρύση, από πίσω ακολουθούσε κόσμος πολύς, με κροτίδες, γουργάρες κορδέλες και χαρτοπόλεμο και στις 11 το πρωί έφτανε στην κάτω πλατεία. Κατέβαινε από το κάρο και ανέβαινε στο σπίτι του Σιδερέα. Έβγαινε στο μπαλκόνι και άρχιζε τον σατιρικό λόγο, με διάφορα γεγονότα της χρονιάς. Όταν τελείωνε το λόγο ανέβαινε στο κάρο και πήγαινε στο Αργαστηράκη, κατευθείαν στην κρεμάλα.

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, ο λόγος του Καρνάβαλου ξεκίνησε από μία σύμπτωση. Είναι ένα έθιμο της πόλης μας κατευθείαν βγαλμένο από το λαό της Μεσσήνης

 

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ύστερα από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου, ο αείμνηστος Κων. Φωτόπουλος οργάνωσε καλύτερα τη γιορτή του Καρνάβαλου. Τότε ανέλαβε να παίξει το ρόλο του Καρνάβαλου ο κρεοπώλης Δημ Μιχαλόπουλος.

Η πομπή ξεκινούσε από την παλιά βρύση, μπροστά πήγαινε η φιλαρμονική του Δήμου Μεσσήνης και πίσω ακολουθούσε το άρμα με τον καρνάβαλο. Ο Καρνάβαλος έκανε την εμφάνισή του μέσω πλατείας με όλη τη μεγαλοπρέπεια. Ντυμένος με ντόμινο και μάσκα ιταλική, δίπλα του καθόταν ο βοηθός του, ο Τσόχας «Μυτιληναίος». Ο Τσόχας κρατούσε στα χέρια του ένα δοχείο της νυκτός και ένα ανδρικό εσώρουχο. Ο λόγος του Καρνάβαλου δινόταν στο νεοκλασικό σπίτι του Νικητόπουλου στην κεντρική πλατεία, που τώρα ανήκει στον Δημ. Δημόπουλο «Κατσή». Ο λόγος του Καρνάβαλου ήταν προσεγμένος, με ωραία αστεία και μίλαγε για πρόσωπα και πράγματα. Τον λόγο έγραφαν άνθρωποι μορφωμένοι και λογοτέχνες. Το σπίτι του Σιδερέα είναι όπως ήταν τότε . Είναι αυτό στην κάτω πλατεία του Ανδρέα του Κουλέτση…

Τα τελευταία χρόνια 40 περίπου ο λόγος του Καρνάβαλου πήρε οικογενειακή μορφή και εκφωνείται από το υιό του αείμνηστου Μίμη Μιχαλόπουλου, τον Σπύρο Μιχαλόπουλο, «κοινώς καρνάβαλο», όπως τον λένε οι φίλοι του.

Το ιστορικό έθιμο της Αποκριάς στη Μεσσήνη έχει χιλιάδες δρώμενα. Αναφερθήκαμε μόνον στο ιστορικό έθιμο του λόγου του Καρνάβαλου, για να δείξουμε τις βαθιές ρίζες στο χρόνο που έχουν τα ήθη και τα έθιμα, που διαμορφώθηκαν από το λαό της Μεσσήνης, κληρονομήσαμε και συνεχίζουμε την παράδοση, που αποτελεί πνευματική όαση στην εποχή της αβεβαιότητος που ζούμε…