Η ποιήτρια Καίτη Μακροπούλου – Αλιφέρη, μια ακόμα προσωπικότητα που ξεκίνησε από την Καλαμάτα

Η ποιήτρια Καίτη Μακροπούλου – Αλιφέρη, μια ακόμα προσωπικότητα που ξεκίνησε από την Καλαμάτα

Μια νέα σειρά δημοσιευμάτων εγκαινιάζεται σήμερα. Μια σειρά που αφορά ανθρώπους του τόπου μας οι οποίοι διέπρεψαν στους τομείς των επιστημών, του πνεύματος, των γραμμάτων, της ποίησης, των τεχνών, της δημοσιογραφίας, της μουσικής και ακόμα της πολιτικής και των πατριωτικών ηρωισμών.


Σκοπός των δημοσιευμάτων είναι να μνημονευθούν οι αξιόλογες αυτές προσωπικότητες, που γεννήθηκαν στον τόπο μας και έφτασαν στα υψηλά επίπεδα της ανθρώπινης προσφοράς.
Ένας λόγος ακόμη σημαντικός είναι η γνωριμία αυτών με τους νέους της εποχής μας, για να μάθουν λίγα πράγματα περισσότερα για τον τόπο που γεννήθηκαν.
 
Το σημερινό δημοσίευμα είναι αφιερωμένο στην Καλαματιανή ποιήτρια Καίτη Αλιφέρη, η οποία έφυγε απ’ τη ζωή πριν από λίγα χρόνια, αθόρυβα, αφήνοντας πίσω της μια αξιόλογη ποιητική παρακαταθήκη.
Γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1915 και πέθανε επίσης εδώ, το 1992. Πλούσια μοναχοκόρη, τελείωσε το μεικτό Γυμνάσιο, επάνω στην Υπαπαντή, κάτω απ’ το Κάστρο, που τώρα είναι εκεί το Ωδείο.
Σπούδασε Νομικά, αλλά δεν εργάστηκε ποτέ, λόγω της οικονομικής άνεσης που είχε.


Το σπίτι της ήταν το γνωστό και σήμερα αρχοντικό που βρίσκεται στη γωνία Αριστομένους και Κολοκοτρώνη, αντίκρυ απ’ το παλιό Δημαρχείο, που τότε στεγαζόταν πάνω από το κατάστημα των Αφών Σφουρίδη.
Στα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας Μακροπούλου συγκαταλέγονταν ακόμα: το ακίνητο του τότε ξενοδοχείου ύπνου «Αχίλλειον» γωνία Αριστομένους και καπετάν Κρόμπα, ολόκληρο το τετράγωνο, και επίσης το παραπλεύρως ευρισκόμενο ξενοδοχείο «Βασιλικόν», το οποίο είχαν εξ ημισείας με την οικογένεια Βενιοπούλου. Στην κατοχή τους είχαν ακόμη κεντρικό ακίνητο στην Αθήνα, επί των οδών Στουρνάρη και Μάρνη, απέναντι απ’ το Ζάππειο.
Οι μετακινήσεις τους γίνονταν με το ιδιόκτητο αυτοκίνητό τους, το οποίο οδηγούσε μόνιμος σοφέρ.


Η Καίτη Μακροπούλου μεγάλωσε μέσα στη χλιδή του πλούτου, ασχολούμενη με την αγαπημένη της ποίηση, τη ζωγραφική, τη μουσική και τις ξένες γλώσσες. Έκανε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό και, κυρίως, σε Παρίσι και Λονδίνο, μεταφέροντας στην Καλαμάτα ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει η ευρωπαϊκή μόδα. Απ’ τα ταξίδια αυτά, έφερνε πλήθος ποιημάτων, γραμμένα από εμπειρίες κόσμου του εξωτερικού και άγνωστες χώρες. Είχε και ένα μικρότερο αδελφό, ο οποίος δυστυχώς πέθανε πολύ ενωρίς.


Αυτό που αποτέλεσε σταθμό στη ζωή της Καίτης ήταν το προξενιό που της έκανε η μητέρα της και την πάντρεψε με το Λάκωνα γιατρό Κώστα Αλιφέρη. Σαφώς είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας και, το χειρότερο, μεγάλη ασυμφωνία χαρακτήρων. Ατυχώς, δεν απέκτησαν και απογόνους, οι οποίοι, ως γνωστόν, αποτελούν το συνδετικό κρίκο στις σχέσεις του ανδρογύνου.


Η ευαίσθητη Καίτη ρίχτηκε με πάθος στην ποίηση, μέσα από την οποία διακρίνει κανείς τη μελαγχολία και την πικρή γεύση της απογοήτευσης. Στα ποιήματά της υπάρχει ένα ξέσπασμα για τα χαμένα της όνειρα και τα νιάτα της.
Η Καίτη Αλιφέρη μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε πεζογράφος, ποιήτρια και λογοτέχνης μετρίου βαθμού. Όμως αγάπησε πολύ την Καλαμάτα και γι’ αυτό ύμνησε τις ομορφιές της, την ιστορία της, το Κάστρο της, τον ποταμό Νέδοντα, τις δαντελένιες ακρογιαλιές του Μεσσηνιακού κόλπου, τις μυρωμένες πορτοκαλιές, μέχρι ακόμα τους σεισμούς του 1986, όπου ξεχειλίζει η πικρία της για τις συμφορές της πόλης.


Έγραψε πολλές ποιητικές συλλογές. Το 1951 έγραψε «Χίμαιρες και καταιγίδες», το 1954 «Το Ηλιοβασίλεμα», το 1955 το ταξιδιωτικό «Πολιτείες που ξαναζούν», το 1960 «Ανάμεσα στον κόσμο» και περίπου 20 ακόμα συλλογές.
Υπήρξε η ποιήτρια που ύμνησε την Καλαμάτα με όλη της την αγάπη και την ευαισθησία που τη διέκριναν.
Έγραψε μια συλλογή ποιημάτων, με τα οποία αγκάλιασε όλες τις ομορφιές του τόπου μας.
Ο γράφων επέλεξε ανάμεσα σ’ αυτά το «Η ζωγραφιά της Καλαμάτας», που είναι και ο επίλογος του ιστορικού αυτού πονήματος, στη μνήμη της αξέχαστης Καλαματιανής ποιήτριας Καίτης Μακροπούλου – Αλιφέρη.
 
Μύρια τα κάλλη σου τρανή, ωραία Καλαμάτα…
σαν τι τραγούδι να σου βρω γι’ αυτή την ομορφιά;
είναι τα περιβόλια σου με λούλουδα γεμάτα
κι η θάλασσά σου απέραντη, γαλάζια και βαθειά.
 
Μετά από χρόνια άραγε ποιος θα σε τραγουδήσει…
ποιος θ’ αγαπήσει αληθινά την κάθε σου γωνιά,
να περιγράψει τα βουνά, τη φωτεινή σου δύση
και τις βαρκούλες του γιαλού με τα λευκά πανιά.
 
Και ποιος με στίχους θα μπορεί τάχα να ζωγραφίσει
τη μυρωμένη σου άνοιξη που όμοια δεν είν’ καμμιά
και τα χλωμά φθινόπωρα που γύρω έχουν ανθίσει
οι ακακίες αμέτρητες και τ’ άσπρα γιασεμιά.
 
Ποιος το ποτάμι το πλατύ σωστά θα περιγράψει
που βιαστικά κατέβαινε πάνω από τα βουνά,
χωρίς ποτέ ο ήχος του τον τόνο του ν’ αλλάξει
σε μεσημέρια, σε βραδιές ή και σε δειλινά.
 
Μα και το κάστρο στο βορηά, των ιπποτών λημέρι
ποιος τάχα θα το μελετάει όσον καιρό θα ζει;
και τόσα άλλα όμορφα της Καλαμάτας μέρη
ποιος θα τ’ αναθυμίζεται ποιος θα τα νοσταλγεί…
 
Υ.Γ. Ο γράφων το παρόν θεωρεί εαυτόν ευτυχή, λόγω της προσωπικής γνωριμίας με την ποιήτρια Καίτη Μακροπούλου – Αλιφέρη, και της αφιέρωσης σ’ αυτόν όλη της συλλογής των ποιημάτων της.

Για την ιστορική έρευνα: Βασίλης Ι. Μανιάτης