Ο πολιτισμός στην Καλαμάτα στα χρόνια της κρίσης

Ο πολιτισμός στην Καλαμάτα στα χρόνια της κρίσης

Τα πέντε χρόνια που συμπληρώθηκαν από το «Καστελόριζο», πώς έχουν εγγραφεί στον πολιτισμό της Καλαμάτας; Το σημερινό αφιέρωμα της εφημερίδας μας είναι αφορμή για μια σύντομη στάση.
Στην αρχή της κρίσης ο κλυδωνισμός, όσο έντονος κι αν ήταν, δεν πρόδιδε ούτε τη διάρκεια ούτε το βάθος του. Η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα απαιτεί ανασύνταξη δυνάμεων, επαναξιολόγηση προτεραιοτήτων, προσπάθεια ταχύτερης επεξεργασίας των αναγκών όπως προκύπτουν ασύντακτες, ακόμη και αδιαμόρφωτες. Ισχύει όχι μόνο για τα μουσεία και τους πολιτιστικούς οργανισμούς, αλλά και ατομικά για τον κάθε καλλιτέχνη. Το Διαδίκτυο ανανεώνει κανόνες και απαιτήσεις, αναπληρώνοντας κενά και προκαλώντας άλλα.
Τίποτα δεν είναι ίδιο. Ούτε εμείς ούτε η τέχνη. Η ταχύτητα των αλλαγών επηρέασε δομικά τη σκέψη και τη σχέση μας με το τι είναι δημιουργία. Καθώς τα δεδομένα κάθε μορφής, όπως και οι σταθερές, εκλείπουν, η προσπάθεια που απαιτείται από τους καλλιτέχνες είναι μεγαλύτερη και περισσότερο κοπιώδης, γιατί είναι εξαρχής. Ξανακτίζουν τον κόσμο μας και τον κόσμο τους από τα θεμέλια.
Αυτά τα γενικά από τη δική μας την πλευρά. Από εκεί και πέρα, ρωτήσαμε τέσσερις ανθρώπους της πόλης, καθώς ο καθένας από το δικό του πόστο και ρόλο «διαμόρφωσε» την πολιτιστική Καλαμάτα της πενταετίας.
 

Θανάσης Ηλιόπουλος,
Πρόεδρος Κοινωφελούς Επιχείρησης «Φάρις» 
Η εφαρμογή του προγράμματος «Καλλικράτης» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση από το έτος 2011 είχε σαφώς επιπτώσεις και στα πολιτιστικά πράγματα του Δήμου μας, οι οποίες έλαβαν ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις με την εφαρμογή των νόμων για τα μνημόνια.
Το ένας σκέλος είναι τα οικονομικά και το άλλο τα διοικητικά, τα οποία είναι στοιχειώδεις παράγοντες για να κάνεις σωστό προγραμματισμό στα πολιτιστικά.
Όσον αφορά στα οικονομικά, αυτό που μπορεί να εξαχθεί ως πρώτο συμπέρασμα και μήνυμα είναι ότι η πολιτιστική πολιτική σε ένα Δήμο εξαρτάται αποκλειστικά ή σχεδόν από το Δήμο. Αυτό έγινε και στο Δήμο Καλαμάτας.
Η προγραμματική του Θεάτρου κάθε χρόνο μειωνόταν. Φθάσαμε σε επιχορήγηση 45.000 ευρώ περίπου από το υπουργείο, όταν το 2007 που αναλάβαμε ως Δημοτική Αρχή ήταν 250.000 ευρώ, οι υποχρεώσεις όμως από την προγραμματική για 3-4 παραστάσεις ετησίως εξακολουθούν να είναι οι ίδιες. Και ερωτώ, πώς μπορούν να αξιώνονται τέτοιες υποχρεώσεις, καθώς και αυτή της πρόσληψης καλλιτεχνικού διευθυντή, με αυτά τα χρήματα;
Η χρηματοδότηση του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού κάθε χρόνο περνά από κύματα και είναι και αυτή μειωμένη. Ακόμη και φέτος δεν ξέρουμε πότε, πώς και πόσα θα δοθούν.
Όσον αφορά στη χρηματοδότηση των καλλιτεχνικών σχολών, αυτό αποτελεί μία τελειωμένη υπόθεση. Απλά θυμίζω ότι κάποτε δίδονταν 480.000 ευρώ. Όσον αφορά στο προσωπικό, αυτό μειώθηκε. Αυτή τη στιγμή είναι μόλις 17 άτομα στη «Φάρις».
Το ουσιαστικό, όμως, είναι ότι απαγορεύονται οι προσλήψεις αορίστου χρόνου, ενώ αυτές του ορισμένου χρόνου, οι οποίες τουλάχιστον για το χώρο του πολιτισμού δεν είναι λύση, περνούν από τη βάσανο της γραφειοκρατίας. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η πρόσληψη ενός ηθοποιού ή ενός καθηγητή Ωδείου χρειάζεται εγκρίσεις από διάφορες υπηρεσίες και όργανα, Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ΠΥΣ κ.λπ.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι με όλα αυτά, τα πολιτιστικά στην πόλη μας έχουν πρόβλημα και ότι υπάρχει κρίση. Όχι! Μαχόμαστε, όλα τα μέλη του Δ.Σ. και οι εργαζόμενοι στη «Φάρις», για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες.
Ο πολιτισμός δεν είναι αριθμοί. Είναι το μεράκι των ανθρώπων για δημιουργία, που υπερβαίνει τις προσθαφαιρέσεις! Θυμίζω δύο σπουδαίες εκδηλώσεις του Ωδείου, που ξεκίνησαν μέσα στην κρίση και δίνουν την ευκαιρία, κυρίως, σε νέους καλλιτέχνες να παρουσιάσουν τις δημιουργίες και το ταλέντο τους: την Άνοιξη των Πλήκτρων και το Φεστιβάλ Κιθάρας.
Θυμίζω τις πραγματικά ενδιαφέρουσες εκθέσεις του Κέντρου Τέχνης από τον Τομέα Εικαστικών της «Φάρις».
Και τη δημιουργία, λοιπόν, αυτή τη στηρίζει και την υποστηρίζει ο Δήμος Καλαμάτας. Διότι, πρώτα απ’ όλα, είναι εκείνος που χρηματοδοτεί σχεδόν στο σύνολό της την πολιτιστική δημιουργία.
Υπενθυμίζω ότι ο Δήμος μας έχει φθάσει στο σημείο να χρηματοδοτήσει και ανασκαφές, αυτές της Αρχαίας Θουρίας. Χωρίς το Δήμο Καλαμάτας, τέλος, δε γίνεται τίποτα.
Δεύτερον, σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού «αλλάζει» δεκαετία, πάμε για το 21ο, ετοιμάζουμε ένα πλούσιο από εκδηλώσεις και ποιότητα πολιτιστικό καλοκαίρι, έχουμε ήδη κλείσει 3 συναυλίες στο κάστρο σπουδαίων καλλιτεχνών, προετοιμαζόμαστε εντατικά για το Διεθνές Φεστιβάλ Χορωδιών τον Οκτώβριο, ήδη έχουμε συμμετοχές 16 χορωδιών από Βραζιλία, Σουηδία, Ελβετία, Εσθονία, Ρουμανία, Λιθουανία, Ελλάδα κ.λπ. και, τέλος, έχουμε μπροστά μας μία μεγάλη πρόκληση που λέγεται Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Σιγά σιγά, με αισιοδοξία και με πολλή δουλειά, μπαίνουμε στην τελική ευθεία!
 

Τάσος Πολυχρονόπουλος,
Μέλος της «Φάρις», εκπρόσωπος του «Ανοιχτού Δήμου» 
Όσα ζούμε την 5ετία εφαρμογής των πολιτικών λιτότητας και μνημονίων, επιβεβαιώνουν, δυστυχώς με τον πιο απόλυτο τρόπο, τη θέση ότι ο πολιτισμός μαζί με την υγεία και την παιδεία πλήττονται κατά προτεραιότητα από τέτοιες πολιτικές.
Είναι ασφαλώς αρκετά δύσκολη και ξεπερνά τις δυνατότητές μας, μια συνολική προσέγγιση και ανάλυση των συνεπειών αυτών σε όλο το εύρος της πολιτιστικής ζωής της πόλης μας, πολύ περισσότερο που αυτές θα φανούν σε όλη τους τη διάσταση στο μέλλον.
Μπορούμε, όμως, ήδη, να κάνουμε κάποιες βασικές διαπιστώσεις για το πώς και πόσο έχουν επηρεαστεί οι δημοτικές δομές πολιτισμού (ΔΗΠΕΘΕΚ, καλλιτεχνικές σχολές, Φεστιβάλ και Μέγαρο Χορού) .
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημάνουμε ότι η εφαρμογή αυτών των πολιτικών βρήκε τις συγκεκριμένες δομές να υφίστανται ήδη τις συνέπειες ενός «τοπικού μνημονίού». Ήταν αυτό που κατά τους εμπνευστές του θα τις καθιστούσε βιώσιμες, στην πραγματικότητα, όμως, όπως είχε επισημανθεί και επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, τις συρρίκνωσε και υποβάθμισε το ρόλο τους.
Ας δούμε, όμως, ποιες είναι οι κυριότερες επιπτώσεις τους: 1) Η μεγάλη μείωση εισοδήματος των νοικοκυριών έκανε πιο δύσκολη την πρόσβαση στις υπηρεσίες που αυτές παρέχουν και οδήγησε πολλούς στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, που δεν εγγυώνται όμως ανάλογης ποιότητας παιδεία για παιδιά τους. 2) Ελαχιστοποιήθηκαν ή και μηδενίστηκαν κατά περίπτωση οι κρατικές επιχορηγήσεις, με συνέπεια όλα ουσιαστικά τα οικονομικά βάρη για τη λειτουργία τους να μετακυλιστούν στους δημότες. 3) Υπήρξε μεγάλη μείωση των αποδοχών για το σύνολο των απασχολούμενων σ’ αυτές και ιδιαίτερα για το διδακτικό προσωπικό τους. 4) Διαμορφώθηκε ένα εντελώς δυσμενές νομικό πλαίσιο, σε ό,τι αφορά προσλήψεις κάθε είδους συνεργατών. Μόνο η μη εξαίρεση των καλλιτεχνικών σχολείων από το νόμο για τις προσλήψεις έχει άμεση επίπτωση στο παρεχόμενο από αυτά έργο. 5) Διαμορφώθηκε, επίσης, ένα αρνητικό περιβάλλον για τη δημιουργία νέων οργανισμών, κάτι που δυσχεραίνει τη λειτουργία του Μεγάρου Χορού. Γι’ αυτό, βέβαια, το ζήτημα υπάρχουν σοβαρές ευθύνες και τοπικά, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.
Για να έχουμε, βέβαια, πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων, πρέπει να συνυπολογίσουμε και το πώς η τοπική εξουσία αντιμετώπισε την κατάσταση. Αν, δηλαδή, με τη δική της τακτική μείωσε ή μεγάλωσε την αρνητική επίδραση αυτών των πολιτικών στην πόλη.
Σχετικά με αυτό, έχουμε να επισημάνουμε τα εξής: 1) Η απόλυτη ταύτιση της Δ.Α. με τις μνημονιακές κυβερνήσεις δεν άφησε κανένα περιθώριο αντίστασης στις πολιτικές τους αυτές. 2) Έχοντας άλλες προτεραιότητες, επεδίωκε την εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων για έργα και δράσεις ήσσονος πολλές φορές κοινωνικής χρησιμότητας (έργα βιτρίνας) και όχι για τις δομές αυτές. 3) Συμπίεσε ακόμα περισσότερο τους εργαζομένους σ’ αυτές, επιβαρύνοντάς τους μάλιστα και με πληθώρα μη συμβατικών υποχρεώσεων.
Διαμόρφωσε, έτσι, ένα δυσμενές, καθόλου δημιουργικό περιβάλλον, που το επιβαρύνει ιδιαίτερα η έλλειψη μιας σχέσης εμπιστοσύνης μαζί τους και η μη έμπρακτη αναγνώριση της αξίας του έργου τους. 4) Επέμεινε στην πολιτική υψηλών διδάκτρων για τις σχολές, με συζητήσιμα οικονομικά αποτελέσματα, αλλά σίγουρα μεγάλη διαρροή μαθητών. 5) Επιδεικνύει ολοένα και πιο έντονο αυταρχισμό στην άσκηση διοίκησης, με την επιδίωξη για σύνθεση απόψεων και συνεννόηση, με ευρύτερες δυνάμεις της πόλης να της είναι παντελώς στη γωνία. Αγνοεί, εντυπωσιακά, το τεράστιο κεφάλαιο που έχει αποκτήσει η πόλη ύστερα από 30 χρόνια σοβαρής επένδυσης στον τομέα του πολιτισμού, η αξιοποίηση του οποίου θα της εξασφάλιζε συνεργασίες, ακόμα και πόρους, τόσο απαραίτητους σε αυτές τις συνθήκες.
Χαρακτηριστικά από αυτή την άποψη παραδείγματα αποτελούν οι χειρισμοί της στα ζητήματα του Μεγάρου Χορού και της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, στα οποία έχουμε αναφερθεί επανειλημμένως.
Συμπερασματικά, η πενταετής εφαρμογή μνημονιακών πολιτικών και ο τρόπος που η Δ.Α τις αντιμετώπισε, έχουν δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στις δημοτικές πολιτιστικές δομές, που χωρίς αμφιβολία βρίσκονται σε δύσκολη φάση, καθοριστική για το μέλλον τους.
Το ερώτημα που εύλογα τίθεται τώρα, είναι τι επιβάλλεται να γίνει για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση. Για να αντιστραφεί η φθίνουσα πορεία του ΔΗΠΕΘΕΚ και των καλλιτεχνικών σχολών, για να μπει σε νέα πορεία ανάπτυξης, αξιοποιώντας τις τεράστιες δυνατότητες που έχει διαμορφώσει, το Φεστιβάλ Χορού. Για να λειτουργήσει, επιτέλους, αποτελώντας όμως πράγματι εργαλείο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της πόλης, κάτι για το οποίο υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις.
Οι απαντήσεις, που βεβαίως δεν είναι ούτε απλές ούτε εύκολες, θα έπρεπε να έχουν ήδη αναζητηθεί από τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πόλης, στο πλαίσιο μιας ουσιαστικής, συνθετικής συζήτησης, με την αξιοποίηση του τεράστιου διαθέσιμου δυναμικού. Τώρα, μάλιστα, που ασφαλώς διαμορφώνεται μια ευνοϊκότερη πολιτική συγκυρία.
Επειδή, όμως, όπως έδειξε και η τουλάχιστον αδιάφορη αντιμετώπιση όσων σχετικών προτάσεων έχουν γίνει μέχρι τώρα, τέτοια προοπτική δεν υπάρχει, προτείνω το εξής: Η εφημερίδα σας, συνεχίζοντας την πολύ θετική πρωτοβουλία που πήρε, να οργανώσει εκείνη, με όποιον τρόπο κρίνει, μια τέτοια συζήτηση.
 

Αντώνης Κατσάς,
Επίτιμος πρόεδρος «Θεατρικής Διαδρομής» 
Κατ’ αρχήν, θέλω να αναφέρω ότι η Καλαμάτα δεν αναπτύσσεται πολιτιστικά μέσα σε «θερμοκήπιο», ο πολιτισμός στην πόλη μας ακολουθεί τη μοίρα όλων σχεδόν των πόλεων της Ελλάδος με μικρές μόνο αποκλίσεις. H οικονομική κρίση είναι μια κατάσταση που έτσι κι αλλιώς υποβιβάζει τον άνθρωπο και τον πολιτισμό.
Το ζήτημα είναι ποιος αντέχει, ποιος αντιστέκεται, ποιος αγωνίζεται και ποιος αγωνιά, ώστε να επηρεάσει με τη δράση του τις καταστάσεις σε μια εποχή στην οποία γλιστράμε στα ιλουστρασιόν φυλλάδια που διαφημίζουν την ευτέλεια και μη μπορώντας να κρατηθούμε, σκάμε με πάταγο στον πάτο του τίποτα.
Το αστικό κράτος, η πολιτεία «αποσύρεται» συνειδητά και εσχάτως όχι και τόσο «διακριτικά», από την οικονομική ενίσχυση του πολιτισμού, αξιοποιώντας φυσικά και την οικονομική κρίση, ώστε το τεχνητά δημιουργημένο κενό να καλυφθεί από τις δυνάμεις της «αγοράς».
Η πολιτική αυτή προϋποθέτει βέβαια και την απαξίωση στα μάτια των δημιουργών και του λαού των κρατικών δομών και θεσμών στήριξης του πολιτισμού, όπως συμβαίνει με κάθε κλάδο και τομέα που ετοιμάζεται για ξεπούλημα (υγεία, παιδεία κ.λπ.).
Μειώνεται εντυπωσιακά η κρατική χρηματοδότηση στον πολιτισμό, ενώ συνοδεύουν αυτή την επίθεση με προετοιμασμένα από καιρό και ριγμένα στην «πιάτσα» ιδεολογήματα περί «κρατικοδίαιτου πολιτισμού».
Η επίθεση στον πολιτισμό είναι σε πλήρη εξέλιξη, προαποφασισμένη από καιρό. Τα μνημόνια, οι τρόικες, οι θεσμοί, όπως μετονομάστηκαν τελευταία, είναι εργαλεία εφαρμογής αυτών των αποφάσεων που έχουν ληφθεί στα κέντρα της Ευρώπης και όχι οι αιτίες τους.
Η επέλαση δε γίνεται μόνο στην Ελλάδα αλλά παντού. Στη Βρετανία, π.χ., κλείσανε το Βρετανικό Συμβούλιο Κινηματογράφου και μείωσαν κατά 40% τα κονδύλια για τον πολιτισμό. Ανάλογες μειώσεις έγιναν σε Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία. Στην Ουγγαρία, πιο τολμηροί, κατήργησαν εντελώς το υπουργείο Πολιτισμού και έκλεισαν το Ίδρυμα Κινηματογραφικών Ταινιών.
Βρισκόμαστε μπροστά στην πλήρη ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση όλων των τομέων της κοινωνίας, μεταξύ αυτών και του πολιτισμού, με στόχο την ακόμη ιδεολογική χειραγώγηση των συνειδήσεων, για «μάντρωμα» των δημιουργών και της διανόησης στις «αξίες» και τους σκοπούς του συστήματος, για την «ολοκλήρωση» της διαδικασίας μετατροπής της πολιτιστικής κληρονομιάς και της σύγχρονης δημιουργίας σε εμπόρευμα, με όχημα διάφορους θεσμούς που δημιούργησαν (Μη κυβερνητικές οργανώσεις ΜΚΟ, Ανεξάρτητο Συμβούλιο Τεχνών ΑΣΤ κ.λπ.).
Υπάρχουν τομείς της τέχνης και του πολιτισμού, όπως π.χ. το ποιοτικό θέατρο, το Πειραματικό θέατρο, οι νέες ομάδες που δεν μπορούν να αναπτυχθούν με αξιώσεις χωρίς κρατική υποστήριξη.
Τα ΔΗΠΕΘΕ, αντί να εξελιχθούν σε αυτοτελείς κρατικούς καλλιτεχνικούς οργανισμούς με δικό τους ιδρυτικό νόμο, που θα ορίζει τη λειτουργία τους, αποκλειστικά δική τους υποδομή και χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό του κράτους, όπως ζητά το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, υποχρηματοδοτούμενα, μαραζώνουν και οδηγούνται στο λουκέτο.
Το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας δεν έχει καλλιτεχνικό διευθυντή, έχει χρόνια να παρουσιάσει μια καλοκαιρινή παραγωγή και περιορίζεται να πρακτορεύει ξένες στην ουσία παραγωγές και στις δικές του ανακυκλώνονται τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα σε διάφορους ρόλους και πόστα, με αποτέλεσμα ο κόσμος να γυρίζει την πλάτη του.
Το Μέγαρο Χορού αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα λειτουργικά του έξοδα και μετά βεβαιότητας οδεύει να παραχωρηθεί σε ιδιώτες, να κερδοσκοπούν εις βάρος των θεατών, που έχουν χρυσοπληρώσει την κατασκευή του.
Το «Φεστιβάλ Χορού» υποβαθμίζεται ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά, και πληροφορούμαι ότι το ερχόμενο καλοκαίρι δε θα παρουσιάσει καν παραστάσεις στο αμφιθέατρο του κάστρου.
Τα ερασιτεχνικά θεατρικά σχήματα και διάφοροι πολιτιστικοί σύλλογοι κάνουν πολύ φιλότιμες προσπάθειες να προσφέρουν ανάσες πολιτισμού. Στενάζουν, όμως, από τις τεράστιες δυσκολίες, κυρίως οικονομικές, αφού δεν υπάρχει η ελάχιστη υποδομή να παρουσιάσουν δωρεάν το έργο τους και ενώ καταβάλλουν όλα τα έξοδα παραγωγής του, πληρώνουν αβάσταχτα ποσά για την παρουσίασή του και επιπλέον η Πολιτεία τούς φορολογεί από το πρώτο ευρώ, σαν να ήταν εταιρείες που βγάζουν κέρδος.
Το αίτημα για δημιουργία «στέγης ερασιτεχνών» και αξιοποίηση της «Ηλέκτρας», παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις, όχι μόνο παραμένει αναπάντητο, αλλά και ο κ. δήμαρχος, όπως δήλωσε τις προάλλες, ετοιμάζεται να παραχωρήσει κι αυτή σε ιδιώτες. Το πολιτιστικό τέλος, όμως, πληρώνεται από όλους μας κανονικότατα.
Σε αυτό το κλίμα προσφέρονται διάφορα αμφίβολης ποιότητας θεάματα και εκδηλώσεις, με σκοπό, ίσως και πρόσχημα την «τόνωση της αγοράς», που ελάχιστη σχέση έχουν με τον πολιτισμό και μερικές φορές προσβάλλουν την έννοια του πολιτισμού.
Στην ίδια λογική και ο στόχος «Καλαμάτα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», παραγνωρίζοντας τα αρνητικά αποτελέσματα ανάλογων εγχειρημάτων στο παρελθόν, με αποκορύφωμα το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης, που χαρακτηρίστηκε ως μεγάλο σκάνδαλο και ωφελήθηκαν μόνο καλλιτεχνικά γραφεία, επιχειρηματίες του πολιτισμού και «ημέτεροι».
Εν κατακλείδι, ο πολιτισμός, οι τέχνες, τα γράμματα, πάντοτε αποτελούσαν εχθρό για την εκάστοτε εξουσία και η εξουσία τα μεταχειρίζεται ανάλογα, προσπαθώντας είτε να τα υποβαθμίσει είτε να αλλοιώσει το πραγματικό τους περιεχόμενο.
Ευτυχώς που πάντοτε θα βρίσκονται «ονειροπαρμένοι» και «αλαφροΐσκιωτοι», που με πάθος, μεράκι και τσαγανό θα αντιστέκονται, θα δημιουργούν και θα οραματίζονται με όποιο κόστος.
 

Νίκος Ηλιόπουλος
Καλλιτεχνικό Στέκι 
Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ, 1980: «Ένα κράτος δεν μπορεί να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήρια, να διαλύσει την αστυνομία, να παραμελήσει τις δημόσιες υπηρεσίες και να εκθέσει το λαό του σε συνθήκες χάους και αναρχίας, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τους δανειστές του, αλλοδαπούς ή ημεδαπούς».
Τα τελευταία 5 περίπου χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, αποδομήθηκε όλος σχεδόν ο ιστός λειτουργίας της κοινωνίας μας. Οι περισσότεροι από εμάς είχαμε συνδέσει τη ζωή μας με την αξία του χρήματος. Η πλήρης κατάρρευση της οικονομίας, σε κρατικό αλλά και ατομικό επίπεδο, απογύμνωσε την αξία αυτή.
Παράλληλα, το κράτος δεν έδειξε ποτέ τη διάθεση μέσα σε αυτή την κρίση να οδηγήσει τους νέους σε βασικές αξίες, όπως η παιδεία και η τέχνη.
Το αντίθετο μάλιστα. Μέσα από αποφάσεις που συρρίκνωσαν την παιδεία και σε δεύτερο επίπεδο κατήργησαν τη γνώση της τέχνης μέσα στα σχολεία, το κράτος έδειξε ότι το μόνο του ενδιαφέρον είναι ένα σύνολο πολιτών χωρίς εκπαίδευση και συνεκδοχικά χωρίς αντίσταση. Αυτό το σύνολο θα μπορούσε άνετα να αναπαράγει χωρίς πολλή σκέψη οτιδήποτε προσλάβει από μια απελπιστική τηλεόραση και τον Τύπο, που σε μεγάλο βαθμό είναι κι αυτός ελεγχόμενος προς όφελος συμφερόντων ελάχιστων ανθρώπων. Τελικός στόχος είναι ένας πολίτης που θα προτιμήσει μια 4ωρη απασχόληση από την ανεργία, με πολύ μικρή αμοιβή, που δε θα του δώσει ποτέ τη δυνατότητα να ζήσει αξιοπρεπώς, να ανοίξει, μέσα από ταξίδια, βιβλία, μουσεία, γκαλερί, τους ορίζοντες του μυαλού του, ώστε να βελτιώσει την κουλτούρα του, μιας και όλα αυτά απλώς θα μοιάζουν τόσο μακρινά γι’ αυτόν.
Αποτέλεσμα της κρίσης ήταν να αλλάξουν οι κοινωνικές δομές και οι προτεραιότητές μας. Οι άνθρωποι κατάλαβαν την περιορισμένη, τελικά, δύναμη που έχει η καλή και μόνο οικονομική κατάσταση του ατόμου και στράφηκαν σε πνευματικές ασχολίες όπου, εκτός των άλλων, μέσα στο πλαίσιο καλλιτεχνικών ομάδων, μπορούσαν να μοιραστούν και τα προβλήματά τους.
Το κοινό φιλοξενήθηκε σε πολιτιστικές ομάδες, πολιτιστικούς συλλόγους και ερασιτεχνικά σχήματα, με θεματολόγια τις εικαστικές τέχνες, το λόγο, το θέατρο, το χορό, την μουσική.
Στους χώρους αυτούς το άτομο γνωρίζει και συνυπάρχει με ανθρώπους προσιτούς, με ανθρώπους που αγαπούν το αντικείμενό τους και, κυρίως, με ανθρώπους που έχουν όραμα και πάθος.
Η διαφορετική αυτή πραγματικότητα έδωσε μια νέα ώθηση στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας, πράγμα που συνέβη και στην πόλη της Καλαμάτας. Έτσι, στην πόλη μας άνθισαν κι ανθίζουν, κυρίως, ιδιωτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες έχουν πλέον δημιουργήσει έναν, σχεδόν, πλήρη πολιτιστικό ιστό.
Καθημερινά πια, ο καθένας μπορεί να παρακολουθήσει εικαστικές εκθέσεις, μουσικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, φεστιβάλ, παραστάσεις χορού κ.ά. Το κυριότερο είναι ότι ο ίδιος ο πολίτης έχει ενεργό ρόλο σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω του, τα «ακουμπά» και τα δημιουργεί.
Μια ευχή για το μέλλον. Να βελτιωθούν οι δομές, να υπάρχουν συνεργασίες και να διατηρήσουμε τις αξίες που μέσα από μια τόσο μεγάλη κρίση αναγνωρίσαμε και πάνω σε αυτές στηρίξαμε την καινούργια μας ζωή.

Του Αντώνη Πετρόγιαννη