Κάθειρξη 7,5 ετών στον 57χρονο που τραυμάτισε με ρόπαλο συγχωριανό του


Το μεικτό ορκωτό δικαστήριο δεν πίστεψε ότι δεν ήταν αυτός
 
 
Ένοχος για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, χωρίς ελαφρυντικά, κρίθηκε τελικά από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καλαμάτας ο 57χρονος από την Αρεόπολη, για το σοβαρό τραυματισμό συγχωριανού του στο κεφάλι και το σώμα. Το δικαστήριο δεν τον πίστεψε ότι δεν είχε καμία σχέση με το περιστατικό και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 7 ετών για τον τραυματισμό και 6 μήνες για την οπλοχρησία.
Κατά πλειοψηφία αρνήθηκε να του αναγνωρίσει ελαφρυντικό, ενώ δέχτηκε να έχει αναστέλλουσα δύναμη η έφεση μέχρι την εκδίκασή της και να παραμείνει ελεύθερος.
 
Είχαν διαφορές
Οι διαφορές των δύο είχαν ξεκινήσει από μια αποθήκη του αγροτικού συνεταιρισμού που είχε μισθώσει ο κατηγορούμενος. Το θύμα ήταν μέλος του συγκεκριμένου συνεταιρισμού και ο 57χρονος είχε κληθεί να παραδώσει την αποθήκη, καθώς δεν είχε καταβάλλει ενοίκια.
Στις 17 Μαΐου 2014 το θύμα στάθμευσε το αυτοκίνητό του δίπλα σε κατάστημα που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να τον απειλήσει ώστε να το απομακρύνει. Το θύμα προσέφυγε στον εισαγγελέα και δόθηκε εισαγγελική παραγγελία για συστάσεις σε βάρος του κατηγορουμένου.
Δύο ημέρες αργότερα, και αργά το βράδυ, ο 57χρονος πήγε στην περιοχή που έμενε το θύμα και το πλησίασε την ώρα που άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του. Με ένα ξύλινο ρόπαλο άρχισε να τον χτυπά στο κεφάλι και το σώμα, προκαλώντας του σοβαρά τραύματα, κυρίως στο κεφάλι.
Το θύμα αναγνώρισε και στο δικαστήριο ως δράστη της επίθεσης που δέχτηκε τον κατηγορούμενο.
 
Απολογία
Κατά την απολογία του, ο 57χρονος αρνήθηκε ότι έχει σχέση με το επεισόδιο. Αναφέρθηκε στις σχέσεις του με το θύμα, αλλά και τους μάρτυρες, όπως και σε οικονομικές διαφορές που είχαν.
Περιέγραψε ότι ήταν σε διπλανό χωριό, όταν τον ενημέρωσαν τηλεφωνικά ότι ο γιος του είχε τσακωθεί έξω από το μαγαζί που είχαν με το θύμα και είχαν καταλήξει στην Αστυνομία. Πήγε, όπως είπε, στο πατρικό του θύματος για να τον βρει, όπου ήταν η μητέρα του, όμως σημείωσε ότι δεν πήγε για να τσακωθεί, αλλά ως πατέρας που  ήθελε να δει τι έγινε με το γιο του. Επειδή απουσίαζε ο κατηγορούμενος, είπε ότι τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να συναντηθούν, αλλά το θύμα δεν του έδωσε συγκεκριμένη απάντηση. Έτσι πήρε το αυτοκίνητο να πάει να τον βρει εκεί που ήταν. Εξήγησε ότι ο γιος του με την κόρη του τον ακολούθησαν με άλλο αυτοκίνητο, γιατί φοβήθηκαν μη γίνει τσακωμός. Όταν συναντήθηκαν, η κόρη του είπε στο θύμα να μπει στο σπίτι και να μη δώσουν συνέχεια στο επεισόδιο, και έτσι αποχώρησαν όλοι.
Ισχυρίσθηκε ότι για τον τραυματισμό του θύματος έμαθε την επόμενη ημέρα, καθώς το βράδυ που συνέβη η επίθεση είχε συνοδεύσει τη γυναίκα του στο Κέντρο Υγείας, η οποία αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας.
Σε ερωτήσεις από την Έδρα απάντησε πως δεν μπορεί να εξηγήσει για ποιο λόγο το θύμα λέει με βεβαιότητα ότι αυτός του επιτέθηκε, και ισχυρίσθηκε πως έμαθε τι συμβαίνει, όταν η Αστυνομία του πέρασε χειροπέδες, κατηγορώντας τον για την επίθεση.
Επίσης, είπε πως δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν τον θυμάται η γιατρός στο Κέντρο Υγείας ότι ήταν εκεί.
Κατέληξε δε ότι για να λέει αυτά τα πράγματα το θύμα κάποιος τον έχει βάλει.
Ωστόσο, οι εξηγήσεις του δεν έπεισαν την Έδρα του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, καθώς την ενοχή του χωρίς ελαφρυντικά πρότεινε και ο εισαγγελέας Δ. Σταύρου.
 
Της Βίκυς Βετουλάκη