Ο Μεσσήνιος σπουδαίος ιστορικός και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Κρεμμυδάς μπορεί να έφυγε από τη ζωή, αλλά το συγγραφικό του έργο αποτελεί “μπούσουλα” για όλους μας να μάθουμε να ζούμε όχι με ιστορικούς μύθους αλλά με τις ιστορικές πραγματικότητες. Με την ευκαιρία της ναυμαχίας στο Ναυαρίνο είναι μια ευκαιρία να ξαναδούμε ορισμένα πράγματα. Έγραφε, λοιπόν, ο Μεσσήνιος ιστορικός σε μια επιφυλλίδα του:
“Οι πραγματικότητες που ζούμε με τις προσπάθειες- τις μόνες των κυβερνητικών εξουσιών (όχι μόνον της κυβέρνησης) να μας διαλύσουν πλήρως, να μας κάνουν να χάσουμε τον εαυτό μας, να λησμονήσουμε και την Ιστορία μας, μου δημιουργούν διάφορες σκέψεις: Στην επέτειο της Επανάστασης του 1821- ξανά παρελάσεις, κενοί λόγοι και ηρωικές κραυγές- γιορτάζουμε. Τι γιορτάζουμε; Πόσο ακόμη θα γιορτάζουμε ξέροντας μύθους αντί για πραγματικότητες. Ερμηνεύοντας ανορθολογικά ένα κατεξοχήν ορθολογικό γεγονός, όπως το Εικοσιένα; Είναι, βλέπεις, και εκείνος ο Πολωνοεβραίος σοφός, ο Στέρνχελι που με τραβάει από το μανίκι: αντισταθείτε στον ανορθολογισμό, μου λέει.
Διάλεξα λοιπόν, από το Εικοσιένα ένα γεγονός που συμβολίζει την επιτυχή λήξη του. Το διάλεξα γιατί τα πολύ τελευταία χρόνια εμφανίστηκε μια νέα ερμηνευτική εκδοχή του: η Επανάσταση απέτυχε. Αν δεν επενέβαιναν «οι ξένοι» στο Ναυαρίνο, δεν θα υπήρχε ελληνικό κράτος. Πρόκειται για ερμηνεία ανορθολογική, και γιατί απομονώνει ένα συμβάν, καταργεί δηλαδή την έννοια και το πράγμα «γεγονός». Αυτό δεν είναι ιστορία. Το γεγονός συντίθεται από πολλά συμβάντα, τα πριν και τα μετά, και ερμηνεύεται κυρίως από τα πριν.
Θέλω και σήμερα, άλλη μια φορά σε πολλές προηγούμενες, να τονίσω ότι, ναι στο στρατιωτικό πεδίο η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια και έμοιαζε να μην έχει δυνάμεις. Το Ναυαρίνο όμως το είχε προετοιμάσει, το είχε προκαλέσει, αν προτιμούμε, η ίδια.
Αυτό θέλω να εξηγήσω, επιγραμματικά. Γιατί μία επανάσταση δεν οργανώνεται μόνον για το πεδίο της μάχης, παρά είναι ένα συνολικό γεγονός με ιδεολογικό μπούσουλα, με συγκεκριμένο αίτημα και με συγκρότηση αντίστοιχης πολιτικής. Και το Εικοσιένα διέθετε, εκτός από ικανούς στρατιωτικούς και ικανότατους πολιτικούς.
Η Επανάσταση και μόνον από την ύπαρξή της, με την επιτυχή στο πεδίο της μάχης ύπαρξή της, έφερε εκ νέου στο προσκήνιο το Ανατολικό λεγόμενο ζήτημα και αναστάτωσε την ισορροπία των μεγάλων της Ευρώπης που, για να αποφύγουν τους μεταξύ τους πολέμους, είχαν συμφωνήσει στο δόγμα για την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τώρα λοιπόν, το αίτημα της Ελληνικής Επανάστασης για ίδρυση ελληνικού κράτους ανατοποθετούσε το ζήτημα, αφού ίδρυση ελληνικού κράτους σήμαινε έναρξη του διαμελισμού της Αυτοκρατορίας.
Η διπλωματική πολιτική της Επανάστασης οργανώθηκε ακριβώς στο σημείο αυτό: οι ισχυροί της Ευρώπης όφειλαν να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Έλληνες να ιδρύσουν το κράτος τους, όφειλαν δηλαδή να αλλάξουν το δόγμα τους και να καθιερώσουν νέο, το αντίθετο από το προηγούμενο.
Και όφειλαν να το κάνουν όλοι μαζί. Με το επιχείρημα- της Επανάστασης- ότι οι Ευρωπαίοι φωτίστηκαν από τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων και τώρα, που αυτοί είναι διαφωτισμένοι και ζουν σε ελευθερία και ευτυχία, όφειλαν να αποδώσουν το χρέος τους στους απογόνους, τους νεώτερους Έλληνες.
Όλα αυτά όμως σήμαιναν και κάτι άλλο: εν όψει του πρώτου διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εφόσον η Ελληνική Επανάσταση συνέχιζε την επιτυχή πορεία της, ανάμεσα στους μεγάλους της Ευρώπης θα αναπτυσσόταν ανταγωνισμός, αναγκαστικά. Η διπλωματία της Επανάστασης τα γνώριζε όλα αυτά. Μάλιστα, ο λανθάνων ακόμη ανταγωνισμός άρχισε να εκδηλώνεται από το τρίτο, κιόλας έτος της Επανάστασης.
Το 1823 η Ρωσία πρότεινε τη δημιουργία τριών, αυτόνομων όμως, όχι ανεξάρτητων, ελληνικών περιοχών και η Αγγλία αναγνώρισε τους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος στο Ιόνιο Πέλαγος που ανήκε στη δικαιοδοσία της.
Η πιο σημαντική όμως εκδήλωση και του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού και υπέρ της Επανάστασης είναι του επόμενου έτους. Το 1824 η Αγγλία παραχώρησε δάνειο στην Επανάσταση. Τότε θεωρήθηκε ότι η υπόθεση ανεξάρτητο ελληνικό κράτος είχε δρομολογηθεί, ακόμη και αν επρόκειτο μόνον για να μη χαθούν τα χρήματα του δανείου. Θα ακολουθήσουν τα διάφορα «πρωτόκολλα», «συμβάσεις» και όπως αλλιώς λέγονται για τη δημιουργία ελληνικού κράτους.
Φυσικά, ο Σουλτάνος δεν επρόκειτο να συμφωνήσει, ενώ η πτώση του Μεσολογγίου σήμανε ασφαλώς το τέλος των πολεμικών δυνατοτήτων της Επανάστασης, πρόσθεσε όμως συγκίνηση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες υπέρ των Ελλήνων. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου δεν ήταν άλλο από την τελευταία κοινή εμφάνιση των τριών ισχυρών της Ευρώπης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προτού ο λανθάνων έως τότε μεταξύ τους ανταγωνισμός προσλάβει θερμή μορφή”.
Στο βιβλίο του Βασίλη Κρεμμυδά “Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες” (Εκδόσεις Gutenberg»), ο Μεσσήνιος ιστορικός δίνει έμφαση στις ερμηνείες και όχι στα γεγονότα: «Ήταν η ευκαιρία που είχαν οι ισχυροί της Ευρώπης να δοκιμάσουν τη δύναμή τους απέναντι στον σουλτάνο. (…) Η παρουσία ισχυρού του σουλτάνου –και τώρα και του πασά της Αιγύπτου– στην Ανατολική Μεσόγειο δεν τους συνέφερε -κανέναν από τους τρεις- και ακόμη μια ευκαιρία, και ακόμη μια δοκιμή για μια νέα σχέση: Θα μπορούσαν Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία να συμμαχήσουν στη βάση ενός σκοπού;
Η Ελληνική Επανάσταση ήταν λοιπόν καλή ευκαιρία: Με τη δημιουργία ελληνικού κράτους υπό την προστασία τους θα άρχιζε η πτώση της ισχύος μιας ολόκληρης Αυτοκρατορίας, της Οθωμανικής, και θα αναδεικνυόταν μια νέα σχέση, αυτή της συμμαχίας των Μεγάλων της Ευρώπης μέσω της Ελληνικής Επανάστασης.
Ιδού τι ακριβώς ήταν το μεγάλο –όχι μόνον για τα ελληνικά πράγματα- γεγονός που η Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν ήταν παρά η πρώτη πράξη του. Είναι η σύγκρουση δύο γιγάντων για τη διαμόρφωση των νέων ευρωπαϊκών σχέσεων στην ανατολική Μεσόγειο· και προκλήθηκε από την Ελληνική Επανάσταση, που όμως δεν έλαβε μέρος σε αυτήν».
Επιμέλεια: Αντώνης Πετρόγιαννης










