Με έργα του σκηνογράφου – ζωγράφου Βασίλη Φωτόπουλου
Η πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση «Σπουδή στο Βυζαντινό ένδυμα», με έργα του σκηνογράφου – ζωγράφου Βασίλη Φωτόπουλου, συνεχίζεται για δύο ακόμη μήνες, μέχρι 31 Μαρτίου, στο κτήριο επί της οδού Σταδίου 64, όπου στεγάζεται η Συλλογή Ελληνικών Ενδυμασιών «Βικτωρίας Γ. Καρέλια».
Ο Β. Φωτόπουλος για
τη Βυζαντινή Τέχνη
«Μελετώντας το Βυζάντιο ένας σκηνογράφος μαθαίνει πράγματα που είναι διπλοκλειδωμένα για τους τρίτους» είχε πει σχετικά ο Β. Φωτόπουλος, προσθέτοντας: «Φωτίζει την επαγγελματική του αποθήκη».
Ο ίδιος πίστευε, και το είχε διατυπώσει, ότι «στο Βυζάντιο ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος της τέχνης. Είναι ο πρώτος Ιμπρεσιονισμός […]
Ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός δεν είναι ο Αρχαιοελληνικός Πολιτισμός. Είναι η ελληνική ιδέα, περασμένη μέσα από τους περί τον Πλήθωνα το Γεμιστό, τον Βυζαντινό νεοπλατωνισμό».
Βυζαντινό ένδυμα
Το ένδυμα στο Βυζάντιο αποτελούσε σημαντικό διακριτικό στοιχείο κοινωνικής θέσης, που καθοριζόταν από πολλούς παράγοντες, όπως την οικονομική κατάσταση του ατόμου, το επάγγελμα, την ηλικία και το φύλο του.
Οι Βυζαντινοί που ανήκαν στα μεσαία και κατώτερα στρώματα φορούσαν κατά κανόνα λινά ή μάλλινα ρούχα, που υφαίνονταν στον αργαλειό από τις γυναίκες του σπιτιού.
Η ανώτερη τάξη φορούσε μακριά ενδύματα από ακριβές πρώτες ύλες (μετάξι, λινό), ενώ ειδική κατηγορία αποτελούσαν τα ενδύματα των αυτοκρατόρων, τα οποία ήταν φτιαγμένα από πολύτιμα υφάσματα και έφεραν πλούσια διακόσμηση με κεντήματα και πολύτιμους λίθους.
Αυτοβιογραφία
Ο Βασίλης Φωτόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, ενώ πέθανε το 2007. Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα είχε γράψει μεταξύ άλλων:
«Γεννήθηκα στην Καλαμάτα το 1934. Ο πατέρας μου, ένας άντρας σιωπηλός και απόμακρος, λάτρευε τη μάνα μου, όμορφη και ζωντανή γυναίκα. Αυτόν τον έλεγαν Δημήτρη, εκείνη Αγγελική.
Μ’ αγαπούσανε κι ό,τι η εποχή νόμιζε σωστό για την ανατροφή ενός παιδιού, το ’χα. Γιατί μικρός ήμουνα φιλάσθενος, δεν μ’ έστειλαν σχολείο. Είχα δάσκαλο στο σπίτι. Τον Παπαδόπουλο, τον αδελφό της Τιμοκλείας. Αυτός πρόσεξε πως ασταμάτητα μουτζούρωνα τα πάντα κι έπεισε τον πατέρα μου να μου πάρει δάσκαλο ζωγραφικής, τον Βαγγέλη το Δράκο.
Παιδιά δεν υπήρχαν στη γειτονιά μας. Δεν έμαθα να παίζω. Όλο διάβαζα ή όλο ζωγράφιζα ή καθόμουνα σε μια πολυθρόνα που ’χα στο δωμάτιό μου, κουνιστή, βιεννέζικη, κι αναπολούσα ώρες.
Οι γονείς της μάνας μου μένανε μαζί μας. Ο Βασίλης και η Αικατερίνη. Ήταν όμορφοι άνθρωποι, συντηρούσαν τις καλύτερες παραδόσεις. Στη μεσσηνιακή γη είχαμε παντού συγγενείς.
Μόνο η μάνα μου είχε 51 πρώτα ξαδέλφια. Ο πατέρας μου ίσως περισσότερα…
Το Μαυρομάτι είναι κτισμένο πάνω στην αρχαία Μεσσήνη. Αυτός ο τόπος με σημάδεψε βαθιά και πάντα με συνοδεύει. Τα σπίτια είναι κτισμένα με τις αρχαίες πέτρες. Τ’ αμπέλια φύτρωναν στις κερκίδες του αρχαίου Θεάτρου και του βουλευτηρίου. Η δέστρα του γαϊδάρου μας ήταν ο χάλκινος κορμός του ανδριάντα ενός Ρωμαίου έπαρχου και η βρύση του χωριού, η Καλλιρρόη, από το ίδιο στόμιο αφήνει το νερό της όσες χιλιάδες χρόνια έχουμε ιστορία και πριν.
Στο τεράστιο μονολιθικό άνω πρέκι της αρκαδικής πύλης του αρχαίου κάστρου καθόμαστε να πάρουμε το πρωινό μας. Λίγο πιο κει, στα θεμέλια του ναού του Δία, οι παππούδες μας είχανε κτίσει μοναστήρι στ’ όνομα της Παναγίας.
Η τόσο έντονα δηλούμενη συνέχεια ζωής στον τόπο, η ροή του νερού και οι ίδιες λατρείες μ’ έκαναν να νιώθω πως είμαι ένας από τους κρίκους μιας σειράς ανθρώπων. Από μικρό παιδί, ασυνείδητα τότε, παραμέριζα το μικρό εγώ και εντασσόμουνα στο ανθρώπινο όλο.
Ο πόλεμος του ’40 μας βρήκε στα Γιαννιτσά. Ο πατέρας μου, επιστρατευμένος από το Μεταξά ως μηχανικός, βρισκόταν εκεί για έργα που του ’χαν αναθέσει και μας είχε πάρει μαζί του. Γυρίσαμε με το τρένο στην Καλαμάτα. Σε λίγο το Μέτωπο κατέρρευσε.
Την Κατοχή την περάσαμε στα χωριά.
Ήμουνα δέκα χρονών, όταν γεννήθηκε ο Διονύσης. Είχα αδελφό. Τον αγάπησα. Τον αγαπώ πάντα πολύ.
Ο Εμφύλιος σκότωσε τον πατέρα μου, σκότωσε το δάσκαλό μου, έντεκα πρώτα ξαδέλφια της μάνας μου, τον άντρα της αδελφής της που μ’ είχε βαφτίσει. Οι δρόμοι γέμισαν νεκρούς φίλους. Φοβήθηκα τον απαίδευτο άνθρωπο. Έγινα μόνος.
Το σπίτι διαλύθηκε οικονομικά.
Ο Δράκος συνέχισε να μου μαθαίνει την τέχνη. Η ζωγραφική ήτανε το καταφύγιό μου και το μοναστήρι του Βουλκάνου ο κρυψώνας μου.
Όποτε δεν είχα μαθήματα, γιατί είχα πάει πια στο Γυμνάσιο, ανέβαινα στο Βουλκάνο. Η γαλήνη του χώρου, η καλοσύνη των γερόντων, με ηρεμούσαν. Στ’ άδυτα των ιερών διέκρινα τις αρχαίες χειρονομίες, μάθαινα τη σημασία των συμβόλων, της σκευής, την επίδραση των χρωμάτων, του σωστού φωτισμού, της μελωδίας που συνοδεύει την παράσταση που αιώνια τελείται εκφράζοντας την αγωνία του ανθρώπου για την ταυτότητά του.
Έτσι συνειδητοποίησα την ιερότητα της θεατρικής πράξης.
Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Δασκαλάκης με υπομονή μάς εξηγούσε τη σημαντική του τυπικού, τη σημασία της λεπτομέρειας, την επίδραση του ύφους του λειτουργού – δρώντος προσώπου – ηθοποιού στο λαό – θεατή. Ήτανε ο πρώτος θεατρικός μας δάσκαλος. Στο σχολείο ήμουνα κακός, πολύ κακός μαθητής. Αντίθετα η ζωγραφική μου ωρίμαζε. Δεκατεσσάρων χρόνων άρχισα να πουλάω. Όλοι βέβαια πίστευαν πως αυτό θα περάσει. Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, ο δεσπότης ήθελε να με στείλει στη Χάλκη κι η μάνα μου να με διορίσει στην Τράπεζα Κωστοπούλου. Εγώ δήλωσα πως θα συνεχίσω τη ζωγραφική. Η μάνα μου λιποθύμησε, ο δεσπότης δε μου ξανάπε καλημέρα.
Βρέθηκα στην Αθήνα χωρίς καμιά βοήθεια.
Κάποια σχέδια για τα Κυνηγετικά Νέα, κάποια μεροκάματα από το βάψιμο σκηνικών του Μπουρνέλη και, βασικά, το κουβάλημα καφασιών στη λαχαναγορά τα πρωινά, μας δίνανε τα λίγα που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε.
Ήτανε δύσκολη η ζωή και γινόταν πιο δύσκολη, γιατί στην Αθήνα είχα πια τις ευκαιρίες να πληροφορούμαι το μέγεθος της ζωγραφικής σαν τέχνη. Οι εκθέσεις των μεγάλων, τα βιβλία όριζαν ένα μέγεθος που στην Καλαμάτα δεν το ’χα διακρίνει.
Σε μια φάση απελπισμένος έκαψα τη δουλειά μου και πήγα να δουλέψω σε μια οικοδομή στη Νέα Σμύρνη. Κοπάναγα μ’ ενθουσιασμό όλη μέρα. Το βράδυ είχα το δεξί μου χέρι τουμπανιασμένο και 39 πυρετό. Δεν προσπάθησα ποτέ πια να λιποτακτήσω…».
Η έκθεση
Ο Βασίλης Φωτόπουλος υπήρξε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, ενώ τα συγκεκριμένα έργα του αφορούν ένα, επίσης, πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο. Είναι, λοιπόν, μεγάλη η ευκαιρία να απολαύσουμε τόσο αισθητικά όσο και γνωστικά τη σημαντική αυτή έκθεση, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, θα διαρκέσει έως 31 Μαρτίου.
Α.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση «Σπουδή στο Βυζαντινό ένδυμα» στο Μουσείο Ελληνικών Ενδυμασιών «Βικτώριας Γ. Καρέλια»










