Πως διασκέδαζε η Καλαμάτα το 1933 – Μια γρήγορη ματιά στα νυχτερινά κέντρα


ΣΤΟΥ ΜΠΕΛΑΟΥΡΗ, ΤΟΥ ΑΧΩΜΑΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΟΡΦΗ

«ΘΑΡΡΟΣ» 1 Ιανουαρίου 1933

Έχουνε μεγάλο λάθος εκείνοι που πιστεύουν πως η Καλαμάτα έχει «την κατάρα του Δεσπότη» κι ότι το γεγονός ότι όλοι μας υπνώττουμε «περί λύχνων αφάς» οφείλεται στην κακομοιριά μας, στο ότι δεν είμαστε λαός πολιτισμένος, συνηθισμένος στη νύχτα.

Ένας περίπατος στα διανυκτερεύοντα κέντρα, μας πείθει περί του εναντίου. Πείθει ότι η «διάθεσις» υπάρχει, και ότι υποβαλλόμεθα σε αναγκαστικόν ύπνο, αφού η εδώ Αστυνομία δεν εννοεί να επιτρέψη ούτε σ’ ένα κέντρο να παραμένη ανοιχτό μέχρι πρωίας… 

Αυτό τουλάχιστον ο υποφαινόμενος διεπίστωσε και διαπιστώνει, αφού είναι υποχρεωμένος να πέρνη την άγουσαν για το σπίτι την ώρα που φτάνουν στ’ αυτιά του οι κλασσικοί ήχοι που έρχονται από τη Μονή των Καλογραιών… Ωστόσο έχει κι η Καλαμάτα τις διασκεδάσεις και τα γλέντια της, άσχετα αν τις καλλίτερες στιγμές καταφθάνει το αστυνομικό όργανο και… υπενθυμίζει ότι «απαγορεύονται τα άσματα».

*** 

Γλεντάει, λοιπόν, η Καλαμάτα τη νύχτα κι έχει όλη τη διάθεση να ξενυχτά, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα κέντρο που να διανυκτερεύη.

Ωστόσο και μια – δυο ώρες στα νυκτερινά μας κέντρα δεν είναι κάτι το ασήμαντο. Έχουν και αυτά την ποίησή τους και τα μπεκέτια τους.

Και για να με πιστέψετε, ελάτε μαζί μου ένα βράδυ να κάνουμε έναν περίπατο σ’ αυτά. 

Και εν πρώτοις ας… εισβάλλουμε στο καμπαρέ του Μπελαούρη. 

Αλλά τι μπορεί κανείς να δη μέσα κει; Μιαν ορχήστρα υποφερτή, που με ένα εικοσιπεντάδραχμο… σπεύδει αμέσως να παίξη το τραγούδι της προτιμήσεώς σου. 

Ο κ. αυτός εκεί, λόγου χάριν, με την άψογην εμφάνισιν, είναι τρομερά ρωμαντικός. Για προσέχτε τον. Σώνει και καλά να ακούση μια ρωσσική μπαλάντα:

«Σόνια, άνθρωπ’ είμαστ’ όλοι

ζούμε μιαν εφήμερη ζωή

κάθε τι που σήμερα ευφραίνει την ψυχή μας

αύριο δε θε να μας συγκινεί».

Δυστυχώς όμως για τον κύριον αυτόν, δεν είναι ρωμαντική και η κυρία της παρέας του, η οποία τρελλαίνεται για το «Γελεκάκι».

-Πες του, καϋμένε, να παίξη το «Γελεκάκι».

Πού σου θυμήθηκε αυτή η… κλάψα;

Ο κύριος συνωφρυούται αλλ’ ωστόσο δεν θέλει να δυσαρεστήση την… αμαρτία.

-Γύριστο, στο «Γελεκάκι»… διατάσσει…

Κι αμέσως η ορχήστρα επί το έργον…

Να κι άλλος ένας εκεί ολομόναχος. Τον βλέπετε; Έχει στηρίξει τον κρόταφο στον δείκτη του χεριού και ρεμβάζει.

Μια κυρία «φαγώσιμη» τον πλησιάζει και:

-Δεν κρυώνετε, κύριε;

-Όχι!

-Μου δίνετε ένα τσιγάρο;

Αλλά το κόλπο δεν έπιασε.

-Αφήστε με, παρακαλώ, είμαι στενοχωρημένος απόψε.

-Κι αφού είσθε στενοχωρημένος, φίλτατε, γιατί δεν διασκεδάζετε;

-Μην επεμβαίνετε, παρακαλώ, εις τα «αλλότρια».

*** 

Ακολουθήστε με σε άλλο μπαρ, του Δικαίου και Αχωμάτου. Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ οργιάζει ο αμανές και το λαϊκόν ρεπερτόριον:

«Αμάν… αμάν… αχ θα τρελλαθώ 

για μια χήρα που την αγαπώ

Αμάν αμάν, αχ θα τρελλαθώ

για τα σένα, χήρα μου, φυλακή θα μπω»…

Οι θαμώνες ενθουσιάζονται. Ζουνάρια σμυρνέικα διασταυρούνται, τα ζεϊμπέκικα… φρενιτιούν και μια Εβραία σε λίγο χορεύει τσιφτετέλι, ανατινάζοντας τους γοφούς της και κροταλίζοντας τα δάχτυλα:

«Τσαλντίμι πάνλαμα

κέρμι κιόζουμ άγλαμα

μπεν μπουρά να τέιμ

Παναμέι πάγλαμα

Αχ… αχ… γιάνι όρουν πεν

Άικουνουμ πάικουνουμ 

Τσίφτε τελιέ…»

-Γεια σου, μανίτσα μου… και με πέθανες απόψε… Φέρε μας να πιούμε, Δικαίο…

***

Καιρός να πηγαίνωμε γιατί υπάρχει φόβος, κίνδυνος να μας «μπουζουριάσουν» σα ντερβίσια που πίνοντας και ενθουσιαζόμενα μπορεί να τα κάμουν γυάλα…

Ας πάμε τώρα στου Μόρφη.

-Δεν χρειάζεται, βρε παιδιά.

-Μωρέ, πάμε να ησυχάσωμε… θα βρούμε την ησυχία μας.

Κι αλήθεια στου Μόρφη μπορεί ο κάθε «κύριος» και… «ετικέττας» ν’ ανεβή χωρίς φόβον παρεξηγήσεως ή κινδύνου. Γιατί εκεί όλα είναι εις την θέσιν των. Η ορχήστρα, αληθινά μαγεύει, όταν μάλιστα σβύνουν τα κοινά φώτα και τα αναπληρώνουν κάποιοι άλλοι υποβλητικοί και «χρωματισμένοι» φωτισμοί. Αλλά δεν είναι μόνον η ωραία και μεθυστική ορχήστρα που σε προδιαθέτει ευμενώς και σου αναγαλλιάζει την ψυχή, ούτε η αισθητικωτάτη διακόσμησις και ο ωραίος καλλωπισμός του κέντρου αυτού. Είναι και κάποιες «κυρίες» που σε κάνουν να σκεφθής πολύ αν πρέπει να παρεκτραπής. Αυτή, λόγου χάριν, με το ψηλό κι επιβλητικό παράστημα και τα γαλαζοπράσινα μάτια που σου ανάβουν χίλιους δυο πόθους… τα μάτια αυτά τα ρεμβώδη…

-Φρόνιμα, λέω…

-Αλλά τι σου λένε και τα μάτια αυτής της μικρούλας, που νομίζεις πως έλκει την καταγωγή από την Ισπανία, αυτή με την υπόβραχνη κι ελκυστική φωνίτσα που σε μεθάει; Αυτή που…

-Φρόνιμα, είπα… κι άκου:

-«Μη πιστέψης τη γυναίκα είναι ψέμμα,

όλα ψεύτικα, το γέλιο της, το βλέμμα…»

-Σύνελθε, παιδί μου…

*** 

Αλλά πού να συνέλθης, αφού την ώρα εκείνη ακριβώς που είσαι έτοιμος να χαρής τη ζωή, να διασκεδάσης τον κάματο της καθημερινής δουλειάς σου, έρχεται το «αμφιμασχάλιο» και προστάζει:

-«Η ώρα πέρασε, κύριοι».

ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ

(λεζάντα)

ΚΑΜΠΑΡΕ ΜΠΕΛΑΟΥΡΗ

Φωτο ΣΟΝΙΑ

Η νέα χορεύτρια ΣΟΝΙΑ που κάθε βράδυ με τους εξωφρενικούς χορούς της ξετρελλαίνει και γοητεύει στο καμπαρέ Μπελαούρη

_________________________  

ΠΩΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕ Η ΠΑΛΙΑ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

«ΘΑΡΡΟΣ» 19 Ιανουαρίου 1933

Συνεχίζοντας τας αναμνήσεις μας από την ζωήν της παλαιάς Καλαμάτας, και προκειμένου να γράψουμε πώς διασκέδαζε ο κόσμος της εποχής εκείνης, αρχίζουμε από την θεατρικήν κίνησι, η οποία μπορούμε να ειπούμε ότι δεν υπήρξε μεν παραγωγική και ποικίλη εις θεατρικά έργα ως σήμερον, ουχ ήττον όμως δεν μπορεί κανείς να μην παραδεχθή ότι τα έργα της εποχής εκείνης ήσαν καθαρώς διδακτικά, πολλά των οποίων και πατριωτικά, επαίζοντο από ερασιτέχνας ειδικώς προς τούτο προπονουμένους. 

Η Καλαμάτα η οποία την εποχήν εκείνην δεν εγνώριζε παρά τον ανατολίτικον Καραγκιόζην μόνον, τον οποίον έπαιζε τότε ο γέρων Μπαρμπαγιάννης, ο κανατάς ονομαζόμενος, και τον οποίον διεδέχθη κατόπιν ο Μίμαρος, δεν ήργησε να αποκτήση και το σχετικό θεατράκι της, ένα μικρό ωραίον κτήριον με τα σχετικά θεωρεία του, με μια ωραία πλατεία, με το σχετικό καφφενείο του, όπου εγένετο η συγκέντρωσις όλου του καλού κόσμου της παλαιάς Καλαμάτας, ο οποίος αθρόως παρηκολούθει τας διαφόρους παραστάσεις. 

Το θεάτρον αυτό ευρίσκετο παρά την πλατείαν Τζανή όπου σήμερον τα κτήρια Καράμπελα και Κατσαρού με πρόσοψιν προς την οδόν Αριστομένους, τούτο δε ήτο και το χειμερινόν θέατρον, διότι θερινόν υπήρχεν έκτοτε παρά τω κήπω της Εδέμ. 

Μεταξύ των πρώτων θιάσων οι οποίοι επεσκέφθησαν την Καλαμάτα, ήσαν ο Θίασος Βονασέρα και Αρνιωτάκη, οι οποίοι έδωκαν σειράν πολλών παραστάσεων με ικανοποιητικώτατα κέρδη, διότι τότε αι εκ των ευεργετικών παραστάσεων εισπράξεις δεν περιωρίζοντο ως σήμερον μόνον στα εισιτήρια, αλλά εσυνειθίζετο η μέθοδος του δίσκου, όστις ετοποθετείτο και στην είσοδον του θεάτρου κατά την ώραν της ενάρξεως της παραστάσεως, και στον οποίον ερρίπτοντο διάφορα χρηματικά ποσά, πολλάκις δε και τιμαλφή, ιδίως από τους εμμέσως ενδιαφερομένους. Έκτοτε δε της συνηθείας αυτής, υπήρχε και η συνήθεια να ρίπτωνται προς την σκηνήν και περιστέρια και να προσφέρονται πολυτελείς ανθοδέσμαι. 

Εξ όσων δε ενθυμούμαι εις μίαν ευεργετικήν της η Βονασέρα εισέπραξε περί τας τρεις χιλιάδας δραχμάς περίπου χρυσάς και αρκετά τιμαλφή. 

Εκτός των θιάσων αυτών οι οποίοι επεσκέπτονται την Καλαμάτα, την επεσκέφθησαν και εξέχοντες ηθοποιοί τότε, ως λ.χ. η Παρασκευοπούλου, ο Παντόπουλος και άλλοι και μελοδραματικοί τοιούτοι, αλλά ύστερα από ένα χρονικό διάστημα εστερήθη η Καλαμάτα του θεάτρου αυτού, το οποίον ενοικιασθέν ως καπνοκοπτήριον μετερρυθμίσθη τελείως, και ίσως ως θέατρον εχρησιμοποιείτο το εργαστήριον Πανοπούλου παρά τον ποταμόν Νέδοντα, όπου σήμερον το εστιατόριον Σκοπέτου.

Εκεί επίσης παρήλασαν πολλοί θίασοι και διάφορα άλλα νούμερα, αλλά κατόπιν εγκατεστάθησαν σ’ αυτό Καφεσαντάν και ιδίως τα Γερμανικά, τα οποία έδιδον και απογευματινάς συναυλίας, εις τας οποίας συγκεντρώνετο πολύς κόσμος.  Εκεί εγίνοντο τα καρναβάλια και γενικοί χοροί. 

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε χορευτική κίνησις στην Καλαμάτα, ή ελαχίστη μπορεί να ειπή κανείς, ήρχισε δε τοιαύτη μεγάλη αφ’ ης εποχής ήλθε ως διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης, ο μακαρίτης Συρμόπουλος, ότε και εγενικεύθη η χορευτική κίνησις σχεδόν εις όλα τα σπίτια. 

Η εποχή αυτή ήτο το έτος 1892, οπότε εδόθησαν οι περισσότεροι χοροί, και οι οποίοι δεν υστερούσαν από πολλούς αθηναϊκούς, με πολλά ζεύγη χορευτών, πολλάκις φθάνοντα τον αριθμόν τριάκοντα και με ιδιαιτέραν αίθουσαν Μουσικής. Τους χορούς δε αυτούς υπό πάσαν έποψιν μεγαλοπρεπεστάτους έδιδε η οικογένεια του μακαρίτου Συρμοπούλου και οι οποίοι διεξήγοντο εν πλήρη τάξει και ευθυμία. Όλην δε την χορευτικήν αυτήν κίνησιν της εποχής εκείνης διηύθυνε και εκανόνιζε ο μοναδικός τότε χοροδιδάσκαλος γέρω – Γάμφος, συγγραφεύς του σχετικού βιβλίου και ο οποίος  μεταξύ πολλών άλλων μαθητών του αριθμούσε και αρκετά γεροντοπαλήκαρα.

Αυτή ήτο περίπου η κίνησις και αι διασκεδάσεις της εποχής εκείνης στην Καλαμάτα, όπου η ιδεολογία έπαιζε σπουδαίο ρόλο, αντιθέτως της σημερινής που μόνον η ύλη ομιλεί.

ΟΡ. ΧΡΥΣΟΣΠΑΘΗΣ