Άγιον Όρος: Στα άδυτα του Περιβολιού της Παναγιάς


«Όποιος πάει για μια φορά, ξαναπηγαίνει»

Το απαράμιλλης ομορφιάς και πνευματικότητας Άγιον Όρος είναι προορισμός για λίγους -για τις γυναίκες δεν τίθεται ζήτημα, καθώς ισχύει το άβατον-, αλλά όποιος πάει μια φορά, λέγεται ότι οπωσδήποτε ξαναπηγαίνει. Ο Παναγιώτης, γνωστός γιατρός της Καλαμάτας, το αποδεικνύει με χαρακτηριστικό τρόπο. Πρωτοαντίκρισε το Περιβόλι της Παναγιάς το 1999, ακολουθώντας ένα φίλο του, έχοντας ακούσει πολλά και θέλοντας να δει τη διαδικασία. Συνέχισε να πηγαίνει αδιαλείπτως έως το 2008, οπότε και διέκοψε εξαιτίας τεχνικών δυσκολιών που υπήρχαν για τη φιλοξενία σε συγκεκριμένη σκήτη, για να επανέλθει εκεί φέτος, μετά 12 χρόνια, έχοντας αποκρυσταλλώσει πλέον την πεποίθηση ότι «οι δύο μέρες είναι λίγες, οι τρεις είναι πολλές. Για έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει ενδιαφέρον και στον κόσμο των λαϊκών, οι δύο μέρες τού φαίνονται λίγες, επειδή θέλει να απολαύσει κάποια πράγματα, αλλά μετά του λείπει ο έξω κόσμος».

Η πρώτη εμπειρία πριν από 21 χρόνια υπήρξε καταλυτική για να τον «αιχμαλωτίσει», δεδομένου κιόλας ότι συνέπεσε με την κορυφαία γιορτή στο Άγιον Όρος, τη γιορτή της Παναγίας, στην οποία είναι αφιερωμένη η χερσόνησος του Άθω (σ.σ. εκεί ακολουθείται το παλιό ημερολόγιο και η Κοίμηση της Θεοτόκου τιμάται 13 ημέρες αργότερα σε σχέση με το δικό μας ημερολόγιο, δηλαδή στις 28/8).

Ο ίδιος θυμάται και εξηγεί το τελετουργικό που υπάρχει στο φαγητό: «Το Δεκαπενταύγουστο κάνουν ολονυχτία, με συνεχόμενη Λειτουργία από το προηγούμενο απόγευμα έως το επόμενο πρωί, με μια μικρή διακοπή ενδιάμεσα. Με κεριά, και περιορισμένο ηλεκτρικό φως μόνο από γεννήτριες, η ατμόσφαιρα λαμπρή και κατανυκτική. Έτυχε τότε να έχει και κουρά δόκιμου μοναχού με πολύ εντυπωσιακό τελετουργικό και μετά οι ιδιαίτερες στιγμές στο κοινό φαγητό στην τράπεζα, που στρώνεται δύο φορές την ημέρα, μια μετά την πρωινή Λειτουργία, 9-9.30 π.μ. και μια μετά τον Εσπερινό. Εκεί τρώνε όλοι μαζί -ισχύει όμως η ιεραρχία- αφού δοθεί η ευλογία και χτυπήσει ένα καμπανάκι. Με το δεύτερο καμπανάκι επιτρέπεται να πιεις κρασί ή νερό, ενώ υπάρχει κάποιος που διαβάζει συνέχεια κάποιες περικοπές και του δίνεται η άδεια να φάει στο τέλος».

Το τελετουργικό μέρος και το ιεραρχικό σύστημα μπορεί να διατηρούνται αυστηρά αναλλοίωτα, ωστόσο επιστρέφοντας δώδεκα χρόνια μετά ο Παναγιώτης διαπίστωσε ότι το Άγιο Όρος έχει κάνει πολλά βήματα (κοσμικού τύπου) προόδου, χάρις και σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, με περισσότερους δρόμους και αυτοκίνητα, διαδίκτυο και κομπιούτερ, ενώ υπάρχουν περισσότεροι νέοι σε ηλικία, αλλά και μορφωμένοι μοναχοί (με εκπληρωμένα στρατιωτικά καθήκοντα οι πιο πολλοί και όχι με σκοπό να αποφύγουν τη θητεία, όπως θεωρούν αρκετοί και αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ο συνομιλητής μας).

Αυτή η τάση του εκμοντερνισμού είναι η μια όψη, καθώς υπάρχει κι εκείνη που αντιμάχεται την τεχνολογία. Μια αντίθεση που δεν πρέπει να προκαλεί καθόλου εντύπωση, καθώς αυτό που καταλήγει συχνά να λέει ο «ξεναγός» μας σ’ αυτό το ξεχωριστό «ταξίδι», είναι οι ομοιότητες που έχει η αθωνική πολιτεία με τον έξω κόσμο και τις αντιθέσεις του, με ανάλογες δομές εξουσίας και ιεραρχίας, φτωχά και πλούσια μοναστήρια, ανθρώπινες αδυναμίες και αγιότητα, γαλήνη και εντάσεις, άνθρωποι που βρίσκονται συνειδητά εκεί ή καιροσκόποι.

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη: «Το Άγιον Όρος είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας. Είναι τόπος γαλήνης, αλλά σίγουρα βρίσκονται και άνθρωποι που δεν ταιριάζουν εκεί. Δε λείπουν και οι αντιδράσεις και οι διενέξεις, αλλά είναι κρυμμένες, καθώς δεν ταιριάζουν με το χώρο. Υπάρχουν φυσικά και οι άγιοι, όπως υπάρχουν και στη δική μας κοινωνία των λαϊκών. Τους αναγνωρίζεις από τον τρόπο με τον οποίο ζουν και μέσω των συζητήσεων. Συνήθως θα τους βρεις σε κελιά και όχι μέσα στα μοναστήρια, αλλά και από μαρτυρίες τρίτων. Λέγεται ότι κάποιοι έχουν δει το Θεό, τους Αγίους ή την Παναγία.  Δέχομαι αυτό που λένε. Για παράδειγμα, κάποιοι που έχουν συναντήσει τον Άγιο Παΐσιο, υποστηρίζουν ότι ήταν πραγματικά άγιος. Οι πραγματικοί άγιοι είναι αυτοί που δεν το διαφημίζουν και λένε ότι είναι αμαρτωλοί, παλεύοντας με τον εαυτό τους, με τις αμαρτίες του και το Διάβολο. Όσοι υποστηρίζουν ότι είναι άγιοι, είναι σαν τους διεφθαρμένους πολιτικούς.

Στο Άγιον Όρος υπάρχουν καλοί και κακοί και ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει να δει. Ανάλογα με το τι πιστεύεις ή τι δεν πιστεύεις μπορείς να μεταφράσεις και τις συμπεριφορές τους. Πας εκεί για να δεις τον τρόπο ζωής, άλλοι πηγαίνουν επειδή πιστεύουν πάρα πολύ και τους ενδιαφέρει να παρακολουθήσουν τις Λειτουργίες και έχουν τους πνευματικούς τους. Άλλοι πάνε για να δουν πώς λειτουργεί αυτό το σύστημα, να δουν τη φύση ή τον πολιτισμό. Υπάρχουν αξιόλογες τοιχογραφίες και κτήρια και, βέβαια, φυλάσσονται αμύθητοι θησαυροί, σπάνια βιβλία, έγγραφα του Βυζαντίου, δώρα αυτοκρατόρων τα οποία ελάχιστοι έχουν τη δυνατότητα να δουν.

Οι απλοί επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να δουν και να προσκυνήσουν τα Άγια Λείψανα που έχει κάθε μονή και τα οποία βγαίνουν συνήθως μετά τον εσπερινό».

Η κοινοβιακή ζωή
Όσο για το καθημερινό πρόγραμμα, αφορά τόσο στους επισκέπτες όσο και τους μοναχούς: «Πρέπει να ακολουθείς το τυπικό, π.χ. αν θες να φας θα πρέπει να πας όταν η τράπεζα είναι ανοικτή, δηλαδή αμέσως μετά τις ακολουθίες. Μετά τη δύση του ηλίου κλείνει η πόρτα του μοναστηριού, ενώ αν μένεις στις σκήτες, είναι λίγο πιο χαλαρά τα πράγματα, όμως κι εκεί οι μοναχοί έχουν το δικό τους πρόγραμμα και από σεβασμό πρέπει να το ακολουθήσεις. Πρέπει να σηκωθείς και στις 3.00-4.00 π.μ. έως τις 7.30-8.00 το πρωί για να παρακολουθήσεις τη Λειτουργία -στα κελιά μπορεί να ξεκινήσει λίγο αργότερα.

Για τους μοναχούς μπορεί να νομίζει κάποιος ότι μόνο τρώνε και κοιμούνται, αλλά αυτό δεν ισχύει. Πρώτα πρώτα δίνουν ό,τι έχουν σε περιουσιακά στοιχεία στις Μονές και δεν κρατούν τίποτα στην κατοχή τους, παρά μόνο τα βασικά που χρειάζονται για να ζήσουν. Εκτός από τα πνευματικά τους καθήκοντα και τις πνευματικές τους ανάγκες, έχουν στο πρόγραμμά τους άπειρες ώρες εργασίας, καθώς πρέπει να κάνουν μόνοι τους τα πιο πολλά, ακολουθώντας έναν καταμερισμό διακονημάτων (εργασιών-καθηκόντων, όπως μάγειρας, κηπουρός κτλ.). Επιπλέον η φιλοξενία στο Άγιον Όρος θεωρείται διακόνημα και οι μοναχοί αφιερώνουν αρκετό από το χρόνο τους για να εξυπηρετήσουν με ευγένεια και αφοσίωση τους επισκέπτες.

Οι μοναχοί που ζουν σε σκήτες ή κελιά, για να βγάλουν τα προς το ζην, προσφέρουν διάφορες υπηρεσίες, π.χ. υπάρχουν οι κολλυβάρηδες που φτιάχνουν κόλλυβα και τα πουλάνε σε άλλες μονές, υπάρχουν άλλοι που κάνουν ξυλουργικές ή υδραυλικές εργασίες σε κελιά και μοναστήρια, μαγειρεύουν σε πανηγύρια των Μονών, είναι ψαράδες ή ακόμα και ένας πρώην ταξιτζής, ο οποίος έχει αυτοκίνητο και κάνει μεταφορές».

Δημοκρατία, ολιγαρχία και δικτατορία…
Κανένας δεν είναι ίσος στο Άγιον Όρος , εξηγεί ο Παναγιώτης, καθώς υπάρχει αυστηρή ιεραρχία που ξεκινά από τη συγκεκριμένη κατάταξη των Ιερών Μονών ή, όπως χαρακτηριστικά λέει, μεταφέροντας την εύστοχη παρατήρηση μοναχού, «υπάρχει δημοκρατία, καθώς όλοι ψηφίζουν για ηγούμενο, υπάρχει ολιγαρχία επειδή η διοίκηση και ο έλεγχος γίνεται από το ηγουμενοσυμβούλιο και δικτατορία, αφού ο απόλυτος άρχοντας είναι ο ηγούμενος».

Η ανατολικότερη χερσόνησος της Χαλκιδικής αποτελεί αυτόνομο τμήμα του ελληνικού κράτους και εκεί λειτουργούν 20 μεγάλες Ιερές Μονές αυστηρά και αμετάβλητα ιεραρχημένες, που αυτοδιοικούνται και σε κεντρικό επίπεδο αναλαμβάνουν, ανά τετράδες που αλλάζουν «κυκλικά» κάθε χρόνο, την Ιερά Επιστασία (το άλλο ανώτατο όργανο είναι η Ιερή Κοινότητα). Οι 20 Ι.Μ. του Αγίου Όρους είναι οι εξής: Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου,  Ιβήρων, Χιλανδαρίου (είναι σερβικό), Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορος, Ξηροποτάμου, Ζωγράφου (βουλγαρικό), Δοχειαρίου, Καρακάλλου, Φιλοθέου, Σιμωνόπετρας, Αγίου Παύλου, Σταυρονικήτα, Ξενοφώντος, Οσίου Γρηγορίου,   Εσφιγμένου, Αγίου Παντελεήμονος (ρωσικό), Κωνσταμονίτου, ενώ υπάρχουν και σκήτες των επίσης ορθόδοξων Ρουμάνων μοναχών.

Το άβατον και οι… μαμάδες
«Προσωπικά δε θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει» λέει ο Παναγιώτης για το άβατο, επισημαίνοντας ότι διαχρονικά έχει παραβιαστεί τουλάχιστον 6-7 φορές (μεταξύ άλλων, όπως θρυλείται, από την Τζάκι Κέννεντυ Ωνάσση, τη βασίλισσα Όλγα, τη Μαλβίνα Κάραλη), αλλά και ότι υπάρχουν θρησκευτικοί χώροι εκτός Αγίου Όρους όπου ισχύουν ανάλογοι περιορισμοί.

Η «επίσημη» εξήγηση που δίνουν οι Αγιορείτες είναι ότι ο χώρος είναι αφιερωμένος στην Παναγία και γι’ αυτό καμία άλλη γυναίκα δεν έχει θέση εκεί, χωρίς να τίθεται θέμα θηλυκού… πειρασμού για τους μοναχούς, που απλώς θα είχαν να αντιμετωπίσουν έναν ακόμη από τους πολλούς.

Ο Παναγιώτης προσθέτει και την ενδιαφέρουσα άποψη ότι το άβατο εξυπηρετεί το να… μένουν μακριά οι συχνά υπερβολικά προσκολλημένες με τους γιους τους μητέρες, που αλλιώς θα δημιουργούσαν δραματικές σκηνές ζητώντας την επιστροφή των παιδιών τους στα εγκόσμια -κάτι που έχουμε δει σε άλλα μοναστήρια, με γονείς να υποστηρίζουν ότι το παιδί τους παραπλανήθηκε: «Κάποιοι από τους μοναχούς ισχυρίζονται ότι ο μεγαλύτερος… “διάβολος” είναι η μάνα τους και όλοι όσοι έχω συζητήσει λένε ότι όταν μαθαίνουν ότι το παιδί τους αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή… πέφτουν στα πατώματα».

Πώς μπορεί να πάει κάποιος στο Άγιον Όρος;
Για να πάει κάποιος στο Άγιον Όρος χρειάζεται να τηλεφωνήσει σε μια από τις μονές που θα τον δεχθεί, εξασφαλίζοντας διαμονητήριο διάρκειας 4 ημερών, το οποίο παραλαμβάνει από το γραφείο προσκυνητών στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής, καταβάλλοντας το αντίτιμο των 25 ευρώ (30 για τους ετερόδοξους, 10 για ειδικές κατηγορίες επισκεπτών, μαθητές, φοιτητές, στρατιώτες, ΑμεΑ και δωρεάν για πολύτεκνους). Από την Ουρανούπολη υπάρχει ακτοπλοϊκή σύνδεση με το λιμάνι Δάφνη και κάποιες παραθαλάσσιες μονές, ή από τη Δάφνη μπορεί να πάρει κάποιος το λεωφορείο για τις Καρυές, που είναι το κέντρο του Αγίου Όρους, ενώ χρειάζεται προσυνεννόηση για εκτός προγράμματος μετακινήσεις.

Δε φοβούνται το θάνατο και τον …κορωνοϊό
Ο Παναγιώτης και οι συνοδοιπόροι του ήταν προσκεκλημένοι και είχαν την ευκαιρία να δουν τη φετινή αλλαγή της Ιεράς Επιστασίας που γίνεται κάθε 1η Ιουνίου (14/6 με το νέο ημερολόγιο). Μέχρι την περασμένη Τρίτη ίσχυαν μεγάλοι περιορισμοί μετάβασης στο Άγιον Όρος λόγω κορωνοϊού και επιτρεπόταν να μπαίνουν 15 άτομα ανά μονή και ένα ανά κελί, ενώ πλέον έχουν αρθεί με την τήρηση όμως πρωτοκόλλων και συγκεκριμένων προφυλάξεων. Οι μοναχοί. ωστόσο, μεταφέρει ο Π.Μ. «δυστυχώς δε λαμβάνουν τα μέτρα προστασίας που θα έπρεπε να παίρνουν. Δεν πιστεύουν στον κορωνοϊό, προσέρχονται κανονικά στη Θεία Κοινωνία, φιλούν τις εικόνες (όπως και πολλοί λαϊκοί), φιλάνε το χέρι του ηγούμενού τους. Είναι πιο κοντά στο Θεό και δε φοβούνται το θάνατο»…

Της Χριστίνας Ελευθεράκη