«ΘΑΡΡΟΣ» 11 Φεβρουαρίου 1903: Τα εγκαίνια της αναδασώσεως του Κάστρου

«ΘΑΡΡΟΣ» 11 Φεβρουαρίου 1903: Τα εγκαίνια της αναδασώσεως του Κάστρου

«ΘΑΡΡΟΣ» 1 Φεβρουαρίου 1903

Η είδησις που είχα διαβάσει στο «Θάρρος» το προσφιλές, ότι την προσεχή Κυριακήν θ’ αρχίσουν πανηγυρικώς τα εγκαίνια της δενδροφυτεύσεως του φρουρίου, μου ενέπνευσε την ιδέαν να κάμω έναν περίπατον μέχρι του χαριτωμένου μας Κάστρου, για να το ιδώ και να το θαυμάσω μία ακόμη φορά έτσι όπως είναι τώρα, φαλακρό, άγριο, αδενδροφύτευτο, όπως δηλαδή το έχει αφήσει ο χρόνος, που περνώντας από πάνω του αφήνει τακτικά ως μόνο σημάδι της διαβάσεώς του τη φθορά και την αλλοίωσι.

Προχθές λοιπόν, πρωί – πρωί, με το ρόδισμα της χαραυγής, αφού αψήφησα το δριμύ αεράκι της πρωίας, έλαβα το δρόμο προς το φρούριο εκείνο, που μεγαλοπρεπώς δεσπόζει προς βορράν όλης της θέας της χαριτοβρύτου πόλεώς μας.

Σε δέκα λεπτά έφθασα στην ερειπωμένη και μαυρισμένη από το πέρασμα τόσον αιώνων πόλιν του. Ένα σημείον όμως, που έχει μείνη από λάξευμα ογκώδους λίθου, υπεράνω της αραχνιασμένης πύλης του, το οποίον παρίστανε λέοντα, μου παίρνει την φαντασία σε κάτι άλλους καιρούς περασμένους, τους οποίους η ιστορία καλεί «Ενετοκρατία» και στους οποίους ο λέων, το σύμβολον δηλαδή του κρατούντος έθνους, υπερηφάνως εδέσποζε και καλλιτεχνικώς, ελαξεύετο ύπερθεν των πυλών των υπό του έθνους εκείνου ανεγειρομένων φρουρίων, πολλά των οποίων μένουν ακόμη εις τα πλείστα κατά της χώρας του Πέλοπος δείγματα της πάλαι ποτέ διαβάσεως των Ενετών επί των ανθισμένων κλώνων της δόξης.

Διέβην την πύλην και ανήλθον επί του γηραιού φρουρίου. Μετέβην από το εν άκρον αυτού εις το άλλο. Εις κάθε βήμα όμως που έκαμνα εστεκόμην ολίγον προ των αντικειμένων, που παρουσιάζοντο εις τους οφθαλμούς μου. Διότι κάθε αντικείμενον, που έπιπτε εις τους οφθαλμούς μου, με ενέβαλλε και εις σκέψιν. Έβλεπα μίαν πολεμότρυπα και εστεκόμην και διελογιζόμην: οπόσων άραγε ο θάνατος στη λύσσα του πολέμου, που εμαίνετο και άφριζε στους σιδηρένιους καιρούς της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, να διήλθε δια της τρύπας εκείνης, για να τους κτυπήση με την απαισίαν ρομφαίαν του;

Είχα περιδιαβάσει ολόκληρον το Κάστρον. Εστεκόμην ήδη επί υψηλής τινός θέσεως, εξ έρριψα τα βλέμματα κάτω στη γλαυκή θάλασσά μας. Μόνον μερικά μικρά κυματάκια εθρεύοντο χαριέντως επί της αμμώδους ακτής της θείας παραλίας μας και επί των βράχων του λιμένος. Μέσα στο λιμάνι, το γαλανό και ήσυχο, τα ατμόπλοια και τα καράβια μόλις είχαν αρχίση το αιώνιο φόρτωμά των και οι ναύτες, οι Έλληνες ναύτες, μόλις που είχαν ξυπνήσει με την ευθυμία στο πρόσωπο και το γέλοιο στα χείλη, από τις σφυρίχτρες των ατμοπλοίων, αι οποίαι με τα δαιμόνια συρίγματά των ανήγγελλον την έναρξιν της πάλης της φρικτής και απαισίας πόλης, της ημέρας, που, κατά τον ποιητήν:

«τόσες πνοές ανθρώπινες

λυπητερά βογγούνε».

και έτρεχαν στην εργασίαν των.

Αλλά από την προσοχή μου εκείνην προς την ατέρμονα θάλασσαν με αφήρπασε ένας ηδύς ήχος, ο ήχος του κελαρύσματος του ποταμού μας, του Νέδοντος, που έτρεχε με χάριν Αμαδρυάδος παρθένου γλύφοντας τα ασπρολίθαρα της κοίτης του. Και το κελάρυσμα εκείνο εσχημάτιζε μιαν ωραίαν μουσικήν την οποίαν ως νανούρισμα εκόμιζε και εσκόρπιζε η πρωινή δρόσος, και η οποία τόσον ηδέως εκυλούσε στα ώτα μου.

Είχα κυριολεκτικώς πλέον ριφθή εις μίαν τερψίθυμον ρέμβην, από εκείνες που ολίγες φορές συναντά ο άνθρωπος στο δρόμο της ζωής του, ότε από την κορυφήν του Καλαθίου μία φωτεινή γραμμή ήρχισε να λάμπη και εκύκλωσε σαν στεφάνι τις κορυφές των βουνών…

Ήσαν αι ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου.

Και σε ολίγη στιγμή λάμψις χρυσού φωτός έπεσε επάνω στην κορυφή του φρουρίου χαϊδεύουσα με απαλότητα τα χορτάρια, τα μόνα πράσινα στολίδια του γηραιού Κάστρου.

Και μία χρυσή ακτίς του μάγου Ηλίου, που έπεσε χαϊδευτικά επάνω στο πρόσωπό μου, μου εφάνη, ότι ώθησε την φαντασία μου σε άλλους, πιo μακρινούς καιρούς, στους καιρούς που καλούνται «προϊστορικοί». Και σαν θαυμαστής και ενθουσιωδης λάτρης του αρχαίου πολιτισμού, του Ομηρικού δηλαδή κόσμου, ανεπόλησα στη φαντασία μου την «ευκτισμένην Φηρήν» του Θείου Ομήρου, στο περιβάλλον της οποίας είχε κτισθή η μυροβόλος και προνομιούχος πόλις μας.

Και ανέβηκα επίσης στα μονοπάτια της φαντασίας μου και οι βασιλείς της χώρας εκείνης: ο Αλφειός, ο Ορσίλοχος, ο Δαϊκλής και οι λοιποί εκ του γένους αυτού γεννηθέντες. Αλλά συγχρόνως ενεθυμήθην ότι ο πρώτος βασιλεύς των ευκτισμένων φαρών ήτο Θεός ποτάμιος. Και τότε είπον, ότι όντως μόνον θεός και απόγονοι θεών έπρεπε να βασιλευώσι στη χώραν ταύτην, που κοσμείται περισσότερον από κάθε άλλη από το πιο θαυμαστόν φυσικόν πλαίσιον.

Κατηρχόμην πλέον εκ του φρουρίου. Στην πύλη όμως αυτού συνήντησα μερικούς εργάτας, κρατούντας δενδρύλλια τα οποία βεβαίως θα χρησιμεύσουν δια την αύριον γενησομένην δενδροφύτευσιν του φαλακρού τώρα Κάστρου.

Και τα δενδρύλλια εκείνα, μου εφάνη πως έλεγον ότι πέρασαν πια οι σιδηρένιοι καιροί της αμαθείας και ότι έχομεν εισέλθη εις νέον αιώνα, εις τον αιώνα, ο οποίος είναι συνέχεια του αιώνος εκείνου, που εισήλθε κυρίως μετά την μάχην του Βατερλώ, και από του οποίου ο δρόμος των εφεξής αιώνων φέρει το όνομα «Πολιτισμός».

Ο δε πολιτισμός επιβάλλει εις τα μέρη εκείνα, τα οποία εχρησίμευον εις παλαιούς καιρούς για καταφύγια, να δενδροφυτευθούν και να μεταβληθούν εις σκιερά άλση εις τα οποία θα δύνανται ελευθέρως οι νεαροί μας Αδώνιδες να περιπλανώνται μετά των Αμαδρυάδων των!

Ονησίπολις

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΔΑΣΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ
Η τελετή
«ΘΑΡΡΟΣ» 11 Φεβρουαρίου 1903:

Και δια του «Θάρρους» και δια προγραμμάτων της επί της αναδασώσεως τοπικής επιτροπής, ηγγέλθη από του Σαββάτου ότι την δεκάτην πρωινήν ώραν της Κυριακής θα ετελούντο τα εγκαίνια της δασώσεως του Φρουρίου επί το μεγαλοπρεπέστερον. Όντως δε η ημέρα ανατείλασα εν απείρω κάλλει ουδεμίαν παρέσχε αμφιβολίαν περί της επιτυχίας της εορτής.

Από της δεκάτης ώρας ήτις είχε ορισθή ως η των εγκαινίων, κόσμος προσήλθε πολύς, ιδία δε πάμπολλοι μαθηταί ειδοποιηθέντες εγκαίρως παρά του Γυμνασιάρχου.

Η μουσική την ώραν ταύτην διερχομένη τας πλατείας και λαμπρώς ακουομένη από το φρούριον, ανήλθεν εις αυτό φέρουσα γενναιοτάτην συνοδείαν της εκλεκτοτέρας παρ’ ημίν κοινωνίας αμφοτέρων των φύλων.

Ο Νομάρχης και τα μέλη της επιτροπής ανήλθον το εν μετά το άλλο. Οι πάντες δε εν τω μεταξύ παρεδόθησαν εις τον θαυμασμόν της υπό το φρούριον μετά πολλού κάλλους απλουμένης ηλιολούστου πόλεώς μας, παριστώσης τερπνότατον θέαμα.

Πολλοί αναπωλούσι τα περασμένα χρόνια κατά τα οποία παιδιά μικρά, οι νυν σοβαροί επιστήμονες, έρριπτον το κατά των μαθημάτων αυτών… κανόνι!

Ήδη τα πράγματα μετεβλήθησαν. Και με τον οφθαλμόν του μεγάλου επισκοπούντες αυτά, αντιλαμβάνονται οπόσην έχει αξίαν το φρούριον.

Η ψαλμωδία των ιερέων ενθυμίζει τον σκοπόν δι’ ον προσήλθομεν και οι πάντες ασκεπείς μετέχομεν της θρησκευτικής τελετής των εγκαινίων.

Περατωθέντος του αγιασμού, ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής, Νομάρχης Παλαμάς εξεφώνησε λόγον.

Mετά το πέρας του λόγου του Νομάρχου δεσποινίδες επεδόθησαν εις την σποράν επί του φυτωρίου, η δε μουσική ήρξατο παιανίζουσα διάφορα εμβατήρια.

Αι δεσποινίδες Παλαμά και άλλαι ευγενώς προσφερθείσαι ανέλαβον την πώλησιν δελτίων της φιλοδασικής ενώσεως.

Είναι δ’ άξιαι συγχαρητηρίων διότι πολλά επετέλεσαν δια του λειτουργήματος τούτου του … πωλητού.

Ιδία η παρά την θύραν του φρουρίου τοποθέτησις των τραπεζών υπήρξεν αρκετά ασφαλής αρπάγη. Ή έπρεπε να πηδήσης από το φρούριον ή να πάρης ένα τουλάχιστον ευθυνότατον δελτιάκι δια την φιλοδασικήν ένωσιν.

Η κατανάλωσις υπήρξεν αρκετά ικανοποιητική. Από εικοσάλεπτα, μη δυσκολευθή κανείς να πιστεύση ότι εισεπράχθησαν εκατοντάδραχμα.

Ούτως έληξεν η εορτή επιτυχεστάτη υπό πάσαν έποψιν, διότι εδόθη άλλως αφορμή αφ’ υψηλού να επισκοπήσωμεν την πόλιν μας. Διεσκέδασαν οι προσελθόντες, ανεγνώρισαν το μέγεθος και την σημασίαν την εορτής και δεν θα ευρεθώσιν υποθέτομεν δυσπετείς όταν ζητηθώσι να συνδράμωσι το έργον.