«ΘΑΡΡΟΣ» 26 Σεπτεμβρίου 1901: Το χαμένο παιδί

«ΘΑΡΡΟΣ» 26 Σεπτεμβρίου 1901: Το χαμένο παιδί

Χθες την πρωίαν όσοι εξυπνήσατε πρωί πρωί και προτού ακόμη να πάρη ο ήλιος, θα ακούσατε τον ντελάλην ανά τας συνοικίας να βάζη μια φωνή μέσα εις την οποίαν διεκρίνετο και κάποιο παράπονο, με όλην την ξηρότητά της.

«Χθες το βράδυ χάθηκε ένα παιδί μικρό, όποιος το ηύρε να το φέρη στον ντελάλην να πάρη και το μπαξίσι».

Τα παράθυρα άνοιγαν, αι γυναίκες έτρεχαν στις πόρτες και κάθε μία εγύριζε πίσω ή έλεγε προς την γειτόνισσά της κάτι τι, πάντοτε όμως κακό για την άτυχη μάννα που είχε χάσει το παιδί της.

Ο εργάτης που βιαστικός έβαινε στην εργασία του εστέκετο λιγάκι αποτόμως ν’ ακούση τον ντελάλη, και αφού τον ήκουε έπαιρνε πάλιν τον δρόμον του μουρμουρίζων και αυτός κάτι τι.

Σ’ ένα σοκάκι στενό ο ντελάλης εστάθη και πάλιν για να επαναλάβη:  «Χθες το βράδυ χάθηκε ένα παιδί μικρό, όποιος το ηύρε να το φέρη στον ντελάλη να πάρη και το μπαξίσι». Δύο γειτόνισσες εβγήκαν στα παράθυρα ν’ ακούσουν τι λέγει ο ντελάλης. Έπειτα η μία από αυτές γύρισε και λέγει στην άλλη με ένα μούτρο συνοφρυωμένο: «Τι στραβή μάννα ήτανε αυτή που άφησε το παιδί της και χάθηκε». Και η άλλη συμπληρώνουσα το πρωινό αυτό κατηγορητήριο: «Αμ νάτανε τουλάχιστον θηλυκό».

Ποτέ μου δεν επίστευα ότι θα ευρεθή μια γυναίκα και μάννα μάλιστα να αηδιάση τόσο πολύ το γένος της. Ο ντελάλης, σ’ όλα αυτά, εξηκολούθει την δουλειά του. Και σε κάθε σταυροδρόμι επαναλάμβανε τα αυτά. Έπειτα περίμενε λιγάκι μήπως του είπη κανείς τίποτε και αφού έβλεπε ότι ο κόσμος ήκουε και παρήρχετο χωρίς να του είπη τίποτε ή έλεγε καμίαν φράσιν και αυτός η οποία έχυνε περισσότερο λάδι στη λαχτάρα της ατυχούς μάννας, εξεκίνει με την προσδοκίαν ότι κάποιος τέλος πάντων θα το εύρε και θα πάρη και εκείνος το μπαξίσι του και αυτός τα ντελάλικά του.

Μέχρι της στιγμής αυτής ακόμη δεν έμαθα αν ευρέθηκε το χαμένο παιδάκι. Θα επεθύμουν όμως να το εύρισκα εγώ και να πάω σ’ αυτή την μάνα για να της έλεγα μέσα στη χαρά της όλα τα κατηγορητήρια που θα ήκουσεν ο καϋμένος ο ντελάλης από το φύλον της.

Και έπειτα θα πήγαινα στην αστυνομία για να ρωτούσα τον διευθυντήν μήπως έχασε και αυτός κανέναν αστυφύλακα, να βάλωμεν τον ντελάλη να τον εύρη, αφ’ ου όλοι μας δεν βλέπουμε πουθενά κανέναν!

V.