Ταβέρνα Μαυρίκη: Η Έλενα που έχει πεισμώσει και έχει αποφασίσει να κάνει τον κόσμο να «ανέβει» στον Ταΰγετο

Ταβέρνα Μαυρίκη: Η Έλενα που έχει πεισμώσει και έχει αποφασίσει να κάνει τον κόσμο να «ανέβει» στον Ταΰγετο

Τεράστια ιστορία «κουβαλά» η ταβέρνα του Μαυρίκη στην Αλαγονία που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1879, τότε που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και οι ρυθμοί των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετικοί.

Με το πέρασμα των χρόνων η ταβέρνα άντεξε, παρότι ο κόσμος στην Αλαγονία μειωνόταν, κάτι άλλωστε που παρατηρείται στα περισσότερα χωριά και ειδικά σε αυτά του Ταϋγέτου.

Τη σκυτάλη της πήραν οι επόμενες γενιές και πλέον πέρασε στα χέρια της Έλενας και του Δημήτρη, δύο αδελφιών που αποφάσισαν να συνεχίσουν την οικογενειακή επιχείρηση παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζει ένα ορεινό μέρος με ελάχιστη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια.

Μιλώντας με την Έλενα, μας ανέφερε πως πήρε την απόφαση να αναλάβει την ταβέρνα την εποχή του κορωνοϊού. Μέχρι τότε εργαζόταν στο χώρο της εστίασης τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Η ίδια, πάντως, δηλώνει αισιόδοξη ότι ο Ταΰγετος μπορεί να ξαναζωντανέψει και να αποτελέσει πόλο έλξης για τους επισκέπτες, αρκεί βέβαια να γίνουν σωστές κινήσεις και, κυρίως, οι αρμόδιοι να το πιστέψουν. Ωστόσο, αυτό που, δυστυχώς, επικρατεί μέχρι σήμερα από την πλευρά τους δείχνει το αντίθετο. Όπως μας εξήγησε χαρακτηριστικά, υπάρχουν δρόμοι που υπέστησαν ζημιές τον Ιανουάριο του 2019, οπότε σημειώθηκαν μεγάλες καταστροφές, και ακόμα δεν έχουν επιδιορθωθεί!

Ο λόγος στην Έλενα:

-Πείτε μας για την ιστορία του καταστήματος…
Το μαγαζί μας χτίστηκε το 1879 από τον πρόγονό μας Δημήτρη-Αναγνώστη Μαυρίκη και ξεκίνησε να λειτουργεί ως καφενείο-παντοπωλείο το 1890. Καθώς βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο του χωριού και ήταν πετρόχτιστο, το αποκαλούσαν «Ο πύργος του Μαυρίκη».

Οι παππούς μας, Ντίνος, όταν έκανε επέκταση του μαγαζιού, ξεκίνησε να το λειτουργεί με τη γιαγιά μας Ελένη και ως ταβέρνα.

Μαζεύονταν, λοιπόν, οι ντόπιοι, έτρωγαν τα μεζεδάκια της γιαγιάς, ενώ φεύγοντας αγόραζαν και πράγματα για το σπίτι από το παντοπωλείο μας.

Από το 1890 δεν έχει σταματήσει να λειτουργεί, περνώντας από γενιά σε γενιά και κρατώντας πάντα το χαρακτήρα του.

Είμαστε πάρα πολύ περήφανοι για την ιστορία μας!

-Εσείς πώς αποφασίσατε να συνεχίσετε; Μέχρι τότε τι κάνατε;


Πριν από δύο χρόνια, κυρίως λόγω της κατάστασης που προέκυψε με τον κορωνοϊό, επιστρέψαμε στην Καλαμάτα έπειτα από αρκετά χρόνια με τον έναν εκ των δύο αδελφών μου, Δημήτρη, και αποφασίσαμε να αναλάβουμε μαζί την οικογενειακή επιχείρηση.
Το σκεφτόμασταν από πριν ότι κάποια στιγμή θα γίνει, καθώς το θεωρούσαμε κάτι σαν φυσική εξέλιξη ως «επόμενη γενιά».

Μέχρι να γίνει αυτό δούλευα στο χώρο της εστίασης και των ξενοδοχείων σε διάφορα μέρη σε Ελλάδα και εξωτερικό, κυρίως στη Μύκονο.

-Χωριά Ταϋγέτου: Πείτε μας για την κατάσταση που επικρατεί σε αυτά…
Δυστυχώς, τα χωριά του Ταϋγέτου, ενώ είναι τόσο πλούσια σε ομορφιά και ενώ έχουν πολλές προοπτικές για να γίνουν σημεία αναφοράς, είναι εντελώς παραμελημένα και ολοένα ερημώνουν.

Οι δρόμοι, στοιχείο που είναι το πιο σημαντικό για το αν κάποιος θα επισκεφτεί ένα μέρος, είναι απαράδεκτοι. Κάθε χειμώνα με τις βροχές πέφτουν κομμάτια τους και υπάρχουν κατολισθήσεις. Κι ενώ πρέπει να διορθώνονται άμεσα, αυτό δε γίνεται, όπως π.χ. ένα κομμάτι δρόμου που έχει πέσει από το 2019 και ακόμα δεν έχει φτιαχτεί!

-Πιστεύετε ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει;
Φυσικά και μπορεί να αλλάξει, εάν ενδιαφερθούν οι αρμόδιοι φορείς, όπως ο Δήμος και η Περιφέρεια, οι οποίοι δυστυχώς δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ.

Ο Ταΰγετος μπορεί να γνωρίσει φοβερή ανάπτυξη εάν φτιαχτεί το οδικό δίκτυο κυρίως και στη συνέχεια εάν γίνουν κάποιες ενέργειες, όπως να δημιουργηθούν ξενώνες/ καταλύματα σαν το «Τουριστικό» που λειτουργούσε κάποτε και ήταν γεμάτο κόσμο όλο το χρόνο, να επαναλειτουργήσει το Δασαρχείο, το οποίο να καθαρίσει το δάσος και τα αμέτρητα μονοπάτια, έτσι ώστε να μπορούν να γίνουν πεζοπορίες, να διοργανωθούν διάφορες αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.

-Πάντως, βλέπουμε ότι καταφέρνετε να ανεβάζετε τον κόσμο στον Ταΰγετο. Πόσο δύσκολο είναι;
Σας ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Είναι πολύ τιμητικό να το ακούμε. Είμαστε πολύ χαρούμενοι για αυτό που συμβαίνει. Δεν ήταν βασική επιδίωξη τόσο το να έρθει ο κόσμος επάνω, όσο το να διαδοθεί το κλίμα και η συνθήκη μιας αυθεντικής οικογενειακής ατμόσφαιρας.

Μερίδιο συνεισφοράς έχει ο πατέρας μου, Τάκης. Πραγματικά, είναι από τους πιο αγαπητούς ανθρώπους που θα γνωρίσει κάποιος. Θα θέλει να έρθει στο μαγαζί για φαγητό, αλλά και για να τον δει, να πιει μαζί του κρασί και να πουν τα νέα τους.

Εμείς πάλι, έχουμε καταφέρει να προσελκύσουμε νεότερες γενιές, οι οποίες εκτιμούν το καλό παραδοσιακό φαγητό, ενώ παρατηρημένα υπάρχει μεγάλη τάση προς την επιστροφή στις ρίζες μας.

Μην ξεχνάμε τη μαγική τοποθεσία στην κορυφή του χωριού, η οποία προσφέρει γαλήνη και ηρεμία στους επισκέπτες μας.

Κύριο μέλημά μας είναι να παρέχουμε ποιότητα και παράλληλα χαμηλές τιμές, καθώς κατανοούμε ότι για να μας επισκεφθεί κάποιος, ειδικά στις μέρες μας, είναι κοστοβόρο.

Όλα αυτά συνδυαστικά, λοιπόν, θεωρώ πως βοήθησαν στο να διαδοθεί και να διαφημιστεί από στόμα σε στόμα, κυρίως, το μαγαζί μας. Και εννοείται μέσω των σόσιαλ, τα οποία είναι αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας.

-Να υποθέσουμε πως βασίζεστε σε παραδοσιακές συνταγές;
Φυσικά! Παραδοσιακές, ντόπιες συνταγές και φαγητά που μαγειρεύει η μαμά Ιωάννα. Αν δεν ήταν αυτή, δε θα υπήρχε “η ταβέρνα του Μαυρίκη”.

Ειλικρινά, μέσω του φαγητού της ξυπνούν παιδικές μνήμες από τα οικογενειακά τραπέζια, όπου τρώγαμε το φαγητό της γιαγιάς και της μαμάς, δηλαδή το πιο νόστιμο φαγητό του κόσμου!

-Πλέον ποια είναι τα σχέδιά σας;
Θέλουμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στο μαγαζί, κρατώντας, εννοείται, το παραδοσιακό στοιχείο, την αυθεντικότητα και τη ζεστασιά, όπως και διάφορες εκδηλώσεις.

Του Παναγιώτη Μπαμπαρούτση