Ο Νίκος Αμανίτης μιλά στο «Θ» για το βιβλίο του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» και όχι μόνο

Ο Νίκος Αμανίτης μιλά στο «Θ» για το βιβλίο του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» και όχι μόνο

Με τον Νίκο Αμανίτη βρέθηκε να συνεργαζόμαστε πριν από πολλά χρόνια σε μεγάλο δημοσιογραφικό «μαγαζί» της εποχής και γίναμε φίλοι (ακόμα είμαστε). Τότε, θυμάμαι, ήταν επικεφαλής στο διεθνές ρεπορτάζ του περιοδικό ΕΝΑ. Αργότερα τον συνάντησα σε άλλο μεγάλο δημοσιογραφικό μαγαζί, τον ΔΟΛ, διευθυντή πλέον του περιοδικού VITA.

Τελευταία φόρα που βρεθήκαμε ήταν πριν από καιρό εδώ στην Καλαμάτα, σε μία από τις αγαπημένες του ταβέρνες, στην αυλή «του Αλοίμονου». Ο Νίκος έχει μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης με την Καλαμάτα, γιατί το έτερο ήμισύ του είναι δικό μας παιδί.

Μαθαίνοντας για την έκδοση του βιβλίου του ήταν ιδιαίτερη η χαρά μου, κι αυτή τη χαρά θα προσπαθήσω να μοιραστώ μαζί σας, κουβεντιάζοντας με τον Νίκο Αμανίτη.

Φιλέ Νίκο (ψηλέ), να γυρίσω λίγο το ρολόι της ζωής πίσω. Από όσο σε θυμάμαι πάλευες πάντα με τις λέξεις. Να τις τιθασεύσεις και να μπουν σε μια σωστή σειρά, για να είναι ενημερωμένος σωστά ο αναγνώστης. Τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;
Ήταν μια ωραία εποχή, Κώστα, κυρίως επειδή ήμασταν πιο νέοι. Όπως θα θυμάσαι κι εσύ, υπήρχε μια αισιοδοξία στην ατμόσφαιρα, δηλαδή μια αφέλεια. Η παγκόσμια οικονομία άκμαζε, η χώρα δανειζόταν σαν να μην υπάρχει αύριο, κάθε γενιά ζούσε καλύτερα από την προηγούμενη, ήμασταν απολύτως βέβαιοι ότι το αύριο θα είναι ακόμη καλύτερο. Αποδείχθηκε ότι ήμασταν τελείως ανόητοι.

-Τι θεωρείς ότι έχει αλλάξει στο «νέο» κόσμο, στη «νέα» δημοσιογραφία και στη «νέα» ζωή μας;
Και στο χώρο της δημοσιογραφίας, η τεράστια διαφορά με τη σημερινή εποχή είναι το διαδίκτυο: Ήταν απείρως δυσκολότερο να βρεις πληροφορίες, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο ποιοτικό από ό,τι τώρα.
Σήμερα, τεράστιος όγκος ανεπαλήθευτων πληροφοριών είναι προσβάσιμος στους πάντες, η διάδοση μιας “είδησης”, αληθινής ή όχι, είναι το ευκολότερο πράγμα για τον καθέναν, η διακριτική γραμμή ανάμεσα στον επαγγελματία και τον ερασιτέχνη δημοσιογράφο γίνεται όλο και πιο λεπτή, σχεδόν αόρατη.
Για τους πιο πολλούς που βρίσκονται στο χώρο της διαδικτυακής δημοσιογραφίας, η πιο μεγάλη πρόκληση είναι να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερα κλικ, ενώ θα έπρεπε να είναι να δώσουν πιο σωστά την κάθε είδηση, ακόμη κι αν κλικαριστούν πολύ λιγότερο.
Με δυο λόγια να δώσουν βάρος στην ουσία και όχι στον εντυπωσιασμό. Δυστυχώς, πλέον γίνεται το αντίθετο.

-Πώς και πότε ξεκίνησες να «ψάχνεις» τον αγνοούμενο του Ματαρόα και να τον κάνεις βιβλίο;
Είναι μια περιπέτεια που ξεκίνησε μέσα στην πρώτη, σκληρή καραντίνα, μια προσπάθεια να επιβιώσω στον εγκλεισμό, ακριβώς όπως ο ήρωάς μου, ο ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης, εξιστορούσε τις μέρες της κατοχικής Αθήνας στη Γαλλίδα αγαπημένη του για να επιβιώσει στην Κατοχή. Σχεδόν καθημερινά τής έγραφε ένα τεράστιο γράμμα, που μάλλον ποτέ δεν έφτασε στα χέρια της, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο έφτασε στα δικά μου εκείνο το σκληρό Απρίλη του 2020. Και από εκεί ξεκίνησε μια τεράστια έρευνα: Ήθελα να μάθω περισσότερα γι αυτόν τον μυστήριο ζωγράφο του Μεσοπολέμου, που έφυγε με το Ματαρόα, αλλά αγνοείται πλήρως από την ελληνική βιβλιογραφία, αλλά και για τη Γαλλίδα αγαπημένη του, επίσης ζωγράφο, που δεν απαντούσε στα γράμματά του και δε γνώριζα τίποτα για αυτήν. Επέζησε από τον πόλεμο; Έγινε σπουδαία καλλιτέχνις; Τον συνάντησε ξανά;

Έτσι, με μια σχεδόν αστυνομική έρευνα προσπάθησα να ανακαλύψω τα ίχνη και των δύο – αν τα ανακάλυψα ή όχι, αποτελεί το σασπένς του βιβλίου. Παράλληλα, όμως, μέσα από αρχεία, ελληνικά, γαλλικά και αμερικανικά, και ύστερα από εκατοντάδες ώρες ανάγνωσης βιβλίων, παλαιών εφημερίδων, διατριβών και ντοκουμέντων, προσπάθησα να αναβιώσω μια ταραγμένη εποχή που ξεκινά από τον ελληνικό Μεσοπόλεμο, το Παρίσι του 1939, την Κατοχή, και συνεχίζεται με το Ματαρόα και την Αμερική μετά τον πόλεμο, εκεί που κατέληξε ο ζωγράφος μας και κατάφερε να γίνει και ολοσέλιδο θέμα στους Νew York Times.

-Στο εξώφυλλο του βιβλίου γράφεις «Μυθιστορία μιας ταραγμένης εποχής». Σε τι αναφέρεται αυτή η «Μυθιστορία»; Σε ρομαντισμό; Ιστορία; Έρωτα; Πολιτική;
Σε όλα αυτά. Εγώ το ξεκίνησα ως ιστορική έρευνα και όλα τα γεγονότα που αναφέρονται είναι επαληθευμένα και τα πρόσωπα πραγματικά. Όμως, θες ο τρόπος γραφής, θες όλη η ιστορία στην οποία αναφέρομαι; Δεν ξέρω, αλλά στο «Μεταίχμιο», τον γνωστό εκδοτικό οίκο, όλοι συμφώνησαν πως το βιβλίο κατατάσσεται στην πεζογραφία. Ιστορία και λογοτεχνία λοιπόν, μυθιστορία.
Και χαίρομαι πολύ να διαβάζω στις πρώτες κριτικές που έχουν γραφεί ότι το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Αυτό ακριβώς ήθελα.

-Νίκο, τι θα κρατήσει ο αναγνώστης διαβάζοντάς το;
Ελπίζω να το ευχαριστηθεί και να νιώσει την ίδια συγκίνηση με εμένα, όταν ανακάλυπτα λεπτομέρειες από τη ζωή των ηρώων μου, που ήταν και λεπτομέρειες από τη ζωή των προγόνων μας, των γονιών μας και των παππούδων μας.
Εγώ, π.χ., δε θα δω ποτέ την Αθήνα με τα ίδια μάτια, μετά το ταξίδι που έκανα στους δρόμους της μεσοπολεμικής πόλης, στα χορευτικά κέντρα, στις ταβέρνες της, στα ξενύχτια της. Αλλά και οι Καλαματιανοί θα ζήσουν τις βροχερές μέρες της Καλαμάτας του χειμώνα 1939-1940, αφού ο Μπαλόγιαννης υπηρέτησε εδώ, εκεί που τώρα είναι το Πανεπιστήμιο, δίπλα στις αγαπημένες μου ταβέρνες, του Βάγια και του Αλοίμονου. Πολλές σελίδες του βιβλίου περιγράφουν την ατμόσφαιρα της εποχής, βασισμένες στα φύλλα των καλαματιανών εφημερίδων εκείνων των ημερών.

Και η φωτογραφία του εξωφύλλου άλλωστε, τραβηγμένη στην παραλία της Καλαμάτας είναι, μάλλον στο σημείο μπροστά από εκεί που βρίσκεται τώρα το Pharai, ένα ηλιόλουστο πρωινό του Νοέμβρη του ’39.

Αφού σε ευχαριστήσω για την κουβέντα μας, εύχομαι καλό ταξίδι στη «Μυθιστορία» με ήρεμα νερά.
Να σημειωθεί πως το βιβλίο «Ο Αγνοούμενος του Ματαρόα» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Μεταίχμιο»

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ
Ο Νίκος Αμανίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο και το Παρίσι. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά (ΕΝΑ: διευθυντής Σύνταξης, Panorama: διευθυντής, Vita: ιδρυτής/διευθυντής, Ταχυδρόμος: διευθυντής), σε εφημερίδες (ΤΑ ΝΕΑ: υπεύθυνος εβδομαδιαίων εκδόσεων, Αγγελιοφόρος), στην τηλεόραση (ΑΝΤ1: αρχισυντάκτης Δελτίου Ειδήσεων, ΣΚΑΙ), στο ραδιόφωνο (ΕΡΑ-Εξωτερικό Δελτίο, χρονογράφημα, παραγωγός) και στο Web (Popaganda.gr-ιδρυτικό μέλος, Athens Voice).Υπήρξε μέλος της Εκδοτικής Επιτροπής και της Ομάδας Μελέτης Νέων Εκδόσεων του ΔΟΛ και του Εποπτικού Συμβουλίου της ΝΕΡΙΤ. Έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη» και «Χάρτης».

Το Mataroa ήταν νεοζηλανδέζικο πλοίο, το οποίο έγινε γνωστό, μεταξύ άλλων, για δύο ταξίδια που πραγματοποίησε το 1945, το ένα μεταφέροντας Εβραίους προς την Παλαιστίνη και το άλλο Έλληνες καλλιτέχνες και επιστήμονες στη Γαλλία.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ένα ρολό χαρτί 27 μέτρων γραμμένο στην Αθήνα από το 1941 μέχρι το 1944, ημερολόγιο Κατοχής, αλλά και μακρύ, ερωτικό, αναπάντητο γράμμα ενός τριαντάχρονου Έλληνα ζωγράφου στη Γαλλίδα αγαπημένη του που έχει σιωπήσει από την αρχή του πολέμου. Ημέρες και νύχτες της κατοχικής Αθήνας και νοσταλγία για το Παρίσι του 1939, όταν οι δυο τους, συμφοιτητές στην Ecole des Beaux Arts, προσπαθούσαν με τον έρωτά τους να αγνοήσουν το προμήνυμα του ολέθρου.

Κι από εκεί ξεκινά μια περιπέτεια, που γεννήθηκε μέσα στην καραντίνα και κράτησε τέσσερα χρόνια, μια προσπάθεια να ξαναζήσουν δύο νέοι άνθρωποι, πεθαμένοι εδώ και πολλά χρόνια, και μαζί τους όσοι έζησαν δίπλα τους τότε, οι γονείς μας, οι παππούδες μας, φιγούρες που βλέπουμε σε παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και δεν αναγνωρίζουμε, αυτοί που δε ρωτήσαμε όταν έπρεπε.

Ποιος ήταν αυτός ο περίεργος καλλιτέχνης που αγνοείται τελείως από την ελληνική βιβλιογραφία, που δεν άφησε εδώ πέρα ούτε το όνομά του, που ταξίδεψε με το Ματαρόα και τον μνημονεύουν μετά θάνατον οι Νew Υork Τimes; Κι αυτό το κορίτσι που ήταν 19 χρόνων το 1939 και το έχουμε αφήσει σε ένα χωριό της Νότιας Γαλλίας επέζησε, δημιούργησε, τον ξαναβρήκε; Μπορείς να ανακαλύψεις στα 20s του 21ου αιώνα μια φοιτήτρια του Μεσοπολέμου;

Πολλές ζωές μπλέκονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου, σιγοπερπατούν κάτω από τις πιπεριές της μεσοπολεμικής Αθήνας, χορεύουν στα ντάνσινγκ του Παρισιού λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, συναντούν αγωνιστές του ΕΑΜ και δωσίλογους υπουργούς, φωτογραφίζονται με τον Μόραλη, συνομιλούν με τον Σικελιανό, τοιχογραφούν τα κεντρικά γραφεία της Pfizer δεκαετίες πριν από τα εμβόλια μας βγάλουν από τον εγκλεισμό.

Ο αθηναϊκός Μεσοπόλεμος, το Παρίσι του ’39 και του ’45, η Κατοχή, το αλβανικό μέτωπο, το Σαν Φρανσίσκο του ’50 και η Νέα Υόρκη του ’60, συμπτώσεις, αναπάντεχες συναντήσεις, δανεικές αναμνήσεις και μια προσπάθεια να κρατηθεί ο χρόνος που δεν κρατιέται με τίποτα.

Του Κώστα Δεληγιάννη