Φαίνεται ότι όσο περνούν τα χρόνια οι κατατάξεις των κομμάτων στον άξονα δεξιά – αριστερά, που πρωτοεμφανίστηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, ατονούν ολοένα και περισσότερο. Τα κόμματα γίνονται ολοένα και πιο πολυσυλλεκτικά, προσελκύοντας μέλη και οπαδούς με ποικιλότροπες αντιλήψεις και με κοινή εστίαση σε λίγα θεωρούμενα ως ισχυρά χαρακτηριστικά. Σε αυτού του είδους κομματικά μορφώματα συμφύρονται πολυποίκιλες επιδιώξεις που, σε πολλές περιπτώσεις, τα στενά προσωπικά συμφέροντα είναι κυρίαρχα, ασκώντας κάθε είδους δυναμικές παρεμβάσεις για την ικανοποίησή τους μέσω των εκλογών και της συνεπαγόμενης ανάληψης της εξουσίας. Στις περιπτώσεις που αυτές οι επιδιώξεις προωθούνται η επόμενη στόχευση είναι η διατήρηση του κόμματος στην εξουσία μέσω της εξασφάλισης σταθερής της κοινοβουλευτικής βάσης.
Κατά τη διάρκεια κρίσεων, που προέρχονται από απρόβλεπτα και μη ελεγχόμενα γεγονότα, διαμορφώνονται συνθήκες μέσω των οποίων δίνεται η δυνατότητα να φωτιστούν καταστάσεις που μέχρι τότε παρέμεναν σκεπασμένες από τη λεπτό υμένα που διαμόρφωναν οι ωφελιμότητες από την άσκηση της εξουσίας. Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι νέα, οι απαρχές τους ανάγονται σαράντα τουλάχιστον χρόνια πίσω, και με κάποια μορφή, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή, επαναλαμβάνονται μέχρι τις ημέρες μας. Ας θυμηθούμε τη μακροχρόνια συνύπαρξη των αντιλήψεων λαϊκιστών – εκσυγχρονιστών σε όλα σχεδόν τα κόμματα, ιδιαίτερα όταν ασκούσαν εξουσία ή βρίσκονταν κοντά την κατάκτησή της. Εκείνο που εμφανίζεται με περισσότερο ανάγλυφο τρόπο κατά την τρέχουσα περίοδο είναι συσσώρευση των επί μέρους αντιλήψεων σε δύο ετερόκλητους πόλους, που διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, χαράσσοντας μια ισχυρή διχοτομία στο εσωτερικό των κομμάτων.
Φαίνεται ότι οι σκληροί όροι οικονομικής διαχείρισης που επιβλήθηκαν από τα Μνημόνια που μας επέβαλαν οι δανειστές μας, μέσω της μακροχρόνιας δέσμευσης μεγάλου μέρους της κρατικής περιουσίας και της υποχρεωτικής εξυγίανσης των χαρτοφυλακίων για τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δημιούργησαν πιεστικές συνθήκες στις εσωτερικές κομματικές ισορροπίες. Η αφανής οικονομική τροφοδότηση του κομματικού παρασιτισμού με στόχευση τη διεύρυνση της εκλογικής βάσης που λειτουργούσε ακώλυτα για δεκαετίες, κυρίως από τα κόμματα που άσκησαν κρατική εξουσία, φαίνεται να στερείται ένα μέρος από την ενέργεια που τη συντηρούσε. Οι νέες αντιλήψεις για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, που επιβλήθηκαν λόγω των υποχρεώσεων για αποπληρωμή των χρεών του Δημοσίου και οδήγησαν στην υποχρέωση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, στέρησαν «καύσιμη ύλη» για το λαϊκισμό και τον κοινωνικό παρασιτισμό.
Οι εμφανιζόμενες ως κοινωνικές εκρήξεις, με έναυσμα δίκαιες αντιδράσεις για μακροχρόνιες καλά υποκρυπτόμενες μικροκομματικές συναλλαγές ή έστω θελημένες ανοχές, στο βάθος τους εμπεριέχουν οραματισμούς προερχόμενους από την εποχή των κοινωνικών παροχών με κρατικό δανεισμό. Φαίνεται ότι τα δεινά και οι γενικευμένες κοινωνικές συνέπειες στα οικογενειακά οικονομικά της οικονομικής κρίσης κατά την προηγούμενη δεκαετία αρχίζουν να απωθούνται από τη μνήμη μεγάλων κοινωνικών ομάδων. Κάτω από αυτές τις καταστάσεις, οι εσωτερικές κομματικές ισορροπίες ρηγματώνονται και οι αποκολλήσεις παραμονεύουν.
Η πολιτική μετάφραση αυτών των ρευστών κοινωνικών καταστάσεων καταγράφεται ανάγλυφα στις δημοσκοπήσεις. Ο τρόπος που ασκήθηκε η εξουσία από το επιτελικό κράτος εξακολουθεί να δημιουργεί πλειοψηφικό ρεύμα, αλλά αγκομαχά στα ποσοστά, θύμα των, αναγκαίων για τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραχωρήσεων των ενεργειών για την αυτοπροστασία του και των γενικότερων μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.
Η αβυσσαλέα πάλη, μεταξύ διατήρησης πολιτικής ισχύος και ανανεωμένης πολιτικής έκφρασης, μεταξύ των υπαρκτών πολιτικών εκφράσεων που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις σπρώχνει για την αναζήτηση κάτι νέου.
Η αναζήτηση αυτή θολώνει ως προς το αποτέλεσμα, από τη διαφαινόμενη προσφορά νέων πολιτικών εκφράσεων στις οποίες μπερδεύεται το νέο με το παλιό, αλλά και το εμφανιζόμενο ως νέο με… κβαντικές δομές!
Νομίζω ότι, όσο ο εκλογικός χρόνος, πλησιάζει οι διχοτομικές τάσεις στο εσωτερικό των κομμάτων θα ενισχύονται και οι διαχωρισμοί, μεταξύ πραγματιστικών και λαϊκιστικών αντιλήψεων για τον τρόπο άσκησης της πολιτικής, θα εμφανίζονται με ευκρινέστερο τρόπο. Αυτό θα οδηγήσει σε αναβάθμιση της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού, μέσω της εκλογής προσώπων που θα μπορούν να οδηγήσουν το κυβερνητικό κράτος με ασφάλεια στους ταραγμένους καιρούς του διεθνικού ορίζοντα. Αν αυτές οι υποθέσεις μου επαληθευτούν, είναι βέβαιο ότι οι νέες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες θα στηρίξουν κυβερνήσεις σταθερότερες και αποτελεσματικότερες, όχι κατ’ ανάγκη μονοκομματικές.
Του Νίκου Ευστρ. Μαραμπέα











