Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα επανέρχεται στο προσκήνιο με ιδιαίτερη ένταση μια ψευδοελιτίστικη, βαθιά συντηρητική αντίληψη: ότι η γνώση των αρχαίων ελληνικών «δεν είναι για όλους», ότι δήθεν τα παιδιά μας δεν αντέχουν την άμεση επαφή με τον αρχαίο λόγο και, επομένως, αρκεί τάχα ένα ενιαίο εγχειρίδιο «ιστορίας της ελληνικής γλώσσας» για όλες τις τάξεις Γυμνασίου και Λυκείου, συνοδευόμενο από νεοελληνικές μεταφράσεις και γενικόλογα εισαγωγικά βιβλία, για να εξοικειωθεί η νέα γενιά με την κλασική μας παράδοση. Μια τέτοια πρόταση δεν είναι απλώς παιδαγωγικά άστοχη∙ είναι βαθιά αντιδημοκρατική και, ειρωνικά, παραπλανητική. Διότι ο πυρήνας της ελληνικής παιδείας, από την κλασική αρχαιότητα έως σήμερα, δεν υπήρξε ποτέ η αποκλειστικότητα, αλλά η συμμετοχή. Η γλώσσα των αρχαίων κειμένων, κυρίως μάλιστα αυτή η αττική διάλεκτος, δεν είναι κλειστός κώδικας για λίγους μυημένους, αλλά ζωντανή ρίζα της λαλουμένης ελληνικής, ακένωτη πηγή γλωσσικής αναδημιουργίας, σοφός οδηγός για την πολυδύναμη χρήση της νεοελληνικής και, κυριότατα, οργανική συνέχεια ενός πολιτισμού που έθεσε στο κέντρο του τον άνθρωπο και την πόλη.
Το νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία (ΑΕΓΓ) στο Λύκειο, του οποίου ο γράφων υπήρξε επόπτης, το διατυπώνει με σαφήνεια: αντικείμενο του μαθήματος είναι η γλώσσα, η γραμματεία και ο πολιτισμός του αρχαίου ελληνικού κόσμου, με στόχο την κριτική, πολυδιάστατη ερμηνεία των σωζόμενων κειμένων και τη σταδιακή εξοικείωση των μαθητών και των μαθητριών με τον αρχαίο λόγο. Η πρόταση να εγκαταλείψουμε την καλλιέργεια της αρχαιοελληνικής γλώσσας και να την αντικαταστήσουμε με ένα εγχειρίδιο ιστορίας της ελληνικής αποτελεί, στην ουσία, ηττοπαθή παραίτηση. Πώς είναι δυνατόν ένα και μόνο βιβλίο να συμπυκνώσει μια υπερτρισχιλιετή γλωσσική διαδρομή χωρίς να καταφύγει σε επιφανειακές γενικεύσεις, σε ανώφελες αοριστίες, σε στείρα αποστήθιση ονομάτων και χρονολογιών; Η γλώσσα δεν είναι χρονολόγιο ούτε μουσειακό έκθεμα. Είναι εργαλείο σκέψης, τρόπος οργάνωσης του κόσμου. Και αυτό το εργαλείο καλλιεργείται μόνον, όταν ο μαθητής ασκείται συστηματικά στη χρήση του, όχι όταν ακούει κουραστικές αφηγήσεις «περί γλώσσης» από απόσταση ασφαλείας.
Εξίσου προβληματική είναι η ιδέα ότι μπορούμε να «αναδείξουμε» τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό αποκλειστικά και μόνο μέσω νεοελληνικών μεταφράσεων και εκλαϊκευτικών εισαγωγών. Οι καλές και δόκιμες μεταφράσεις είναι πολύτιμες∙ όμως η μετάφραση είναι πάντοτε μορφή πρόσληψης και ερμηνείας, ενταγμένη στο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο του εκάστοτε μεταφραστή. Αν περιοριστούμε σε αυτές, στερούμε από τους μαθητές και τις μαθήτριες τη δυνατότητα να κρίνουν, να συγκρίνουν, να αντιπαραβάλουν το πρωτότυπο με τη νεοελληνική απόδοση, να κατανοήσουν πώς το νόημα μετασχηματίζεται καθώς περνά από τη μια μορφή της γλώσσας στην άλλη. Αντί, λοιπόν, να υποχωρούμε σε μια νοοτροπία χαμηλών προσδοκιών, οφείλουμε να επενδύσουμε σε σύγχρονα, παιδαγωγικά επεξεργασμένα προγράμματα που καθιστούν τα αρχαία ελληνικά πραγματικά προσβάσιμα σε όλους τους μαθητές και σε όλες τις μαθήτριες. Αυτό ακριβώς επιχειρεί το νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών της ΑΕΓΓ για το Γενικό Λύκειο, το οποίο, σε συνέχεια του αντίστοιχου γυμνασιακού, συγκροτεί πρώτη φορά μιαν ενιαία και συνεκτική πορεία από την Α΄ Γυμνασίου έως τη Γ΄ Λυκείου.
Στις τρεις τάξεις του Λυκείου, οι μαθητές έρχονται σε επαφή με αντιπροσωπευτικά κείμενα της ιστοριογραφίας, της ρητορείας, της τραγωδίας και της φιλοσοφίας – Ξενοφών και Λυσίας, Θουκυδίδης και Σοφοκλής, Δημοσθένης, Πλάτων και Αριστοτέλης – όχι αποσπασματικά, αλλά επιτέλους σε εκτενή, συχνά ολοκληρωμένα τμήματα των έργων τους. Στόχος δεν είναι ο εξεταστικός ακτιβισμός, αλλά η ουσιαστική κατανόηση του αρχαίου ελληνικού λόγου ως φορέα γλωσσικού, αισθητικού και πολιτισμικού νοήματος: να γνωρίσουν οι μαθητές τις αξίες της δημοκρατίας, της ευθύνης, της δικαιοσύνης, της φρόνησης, όχι ως αφηρημένα συνθήματα, αλλά μέσα από το ίδιο το κείμενο.
Παράλληλα, εισάγεται, και αυτό είναι σπουδαία τομή, ειδικό Ανθολόγιο Γλωσσικής Διδασκαλίας και στις τρεις λυκειακές τάξεις, που ανακεφαλαιώνει και επεκτείνει τις λεξιλογικές και γραμματικοσυντακτικές γνώσεις των μαθητών από το Γυμνάσιο, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να εξοικειωθούν με περισσότερες όψεις του πλουσιότατου αρχαίου ελληνικού λόγου. Δεν πρόκειται για «επιστροφή στη γραμματική» με την παλιά, φορμαλιστική έννοια, αλλά για στοχευμένη, λειτουργική γλωσσική διδασκαλία που συνδέεται άμεσα με τα κείμενα και τις ανάγκες της κατανόησής τους. Επιπλέον, το νέο πρόγραμμα προωθεί τη συστηματική αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων και των ηλεκτρονικών πηγών, ώστε ο μαθητής να μάθει να αναζητεί, να αξιολογεί και να διαχειρίζεται τη γνώση σε ψηφιακό περιβάλλον, δεξιότητα απολύτως αναγκαία στον 21ο αιώνα και στο πλαίσιο της ραγδαίως εξελισσόμενης Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης.
Ο κλασικός φιλόλογος καλείται πλέον να λειτουργεί όχι ως φύλακας ενός ιερού, απροσπέλαστου κειμενικού θησαυρού, αλλά ως εμψυχωτής και καθοδηγητής σε μια ανοιχτή, κριτική, διαλογική προσπέλαση στον πυρήνα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επικείμενη εφαρμογή των νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών και η πολιτική των πολλαπλών βιβλίων για Γυμνάσιο και Λύκειο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όταν ο εκπαιδευτικός έχει στη διάθεσή του περισσότερα εγχειρίδια, περισσότερα ανθολόγια, περισσότερα υποστηρικτικά υλικά, μπορεί να επιλέξει εκείνα που ταιριάζουν καλύτερα στο επίπεδο, στα ενδιαφέροντα και στις ιδιαιτερότητες των μαθητών και μαθητριών του. Η τάξη παύει να είναι ομοιόμορφο, άχρωμο σύνολο και μετατρέπεται σε κοινότητα μάθησης, όπου ο αρχαίος λόγος συνομιλεί δημιουργικά με τη σύγχρονη εμπειρία.
Απέναντι σε όλα αυτά, η ιδέα ενός ενιαίου εγχειριδίου «ιστορίας της γλώσσας» και η αποκλειστική προσφυγή στις μεταφράσεις θυμίζουν περισσότερο εκπαιδευτικό μινιμαλισμό παρά σοβαρή μεταρρύθμιση. Υποτιμούν τις δυνατότητες των εφήβων, ακυρώνουν το μόχθο χιλιάδων εκπαιδευτικών που χρόνια τώρα αναζητούν πιο δημιουργικούς τρόπους διδασκαλίας, και, τελικά, αποκόπτουν τη νέα γενιά από την άμεση, γόνιμη σχέση με ένα κορυφαίο κεφάλαιο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα αρχαία ελληνικά «είναι για όλους» ― φυσικά και είναι! Το ερώτημα είναι αν όντως είμαστε διατεθειμένοι να οργανώσουμε το σχολείο μας, έτσι ώστε να προσφέρει σε όλους τους μαθητές και σε όλες τις μαθήτριες τα κατάλληλα εργαλεία, το ανανεωμένο πρόγραμμα σπουδών, τα πολλαπλά βιβλία και τα σύγχρονα διδακτικά μέσα (Ψηφιακά Μαθησιακά Αντικείμενα) που απαιτούνται, για να συναντηθούν με τον αρχαίο λόγο χωρίς φόβο και χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η άτακτη υποχώρηση σε μια κίβδηλη, βολική «απλοποίηση», αλλά η εύτολμη στήριξη μιας ουσιαστικής, πάνδημης και ευρύχωρης κλασικής παιδείας, μιας παιδείας που δε χαρίζει τα αρχαία ελληνικά σε μιαν ολιγομελή και εσωστρεφή ελίτ, αλλά τα προσφέρει, όπως τους αξίζει, με βαθύτατα δημοκρατικό πνεύμα και προπάντων άδολη προοδευτική ακαδημαϊκότητα, σε ολόκληρη την ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα.
Του Ανδρέα Γ. Μαρκαντωνάτου
-Ο κ. Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος είναι καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου (Καλαμάτα)









