Η ανάπτυξη στα χέρια… των Περιφερειών

Η ανάπτυξη στα χέρια… των Περιφερειών

Το 2026 προβάλλεται από την κυβέρνηση ως έτος καμπής για την ελληνική περιφέρεια. Όχι απλώς ως ακόμη ένας σταθμός χρηματοδοτικών ροών, αλλά ως η απαρχή μιας νέας αρχιτεκτονικής περιφερειακής πολιτικής, με την περιφέρεια να μετακινείται –τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδιασμού– από το ρόλο του παθητικού αποδέκτη πόρων σε εκείνον του ενεργού συνδιαμορφωτή αναπτυξιακής στρατηγικής. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν το αφήγημα είναι φιλόδοξο. Είναι αν αυτή τη φορά θα αποδειχθεί εφαρμόσιμο.

Στον πυρήνα του Εθνικού Σχεδίου Περιφερειακής και Τοπικής Ανάπτυξης βρίσκονται τα 50 Τοπικά Σχέδια Ανάπτυξης, ένα για κάθε Περιφερειακή Ενότητα. Η φιλοσοφία τους επιχειρεί μια ρήξη με το παρελθόν: σχεδιασμός «από τα κάτω», με τη συμμετοχή άνω των 1.000 τοπικών φορέων, και με έμφαση στις πραγματικές ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες και τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε περιοχής.

Σε θεωρητικό επίπεδο, πρόκειται για μια τομή που απαντά σε χρόνια αιτήματα της αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών.

Η ανάρτηση των σχεδίων στην πλατφόρμα erga.gov.gr ενισχύει τη διαφάνεια και μετατρέπει το σχεδιασμό σε δημόσιο αντικείμενο ελέγχου. Αυτό, όμως, έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, περιορίζει την αδιαφάνεια και την επικοινωνιακή διαχείριση των έργων. Από την άλλη, εκθέτει το εγχείρημα στον πιο αμείλικτο κριτή: τη σύγκριση ανάμεσα σε όσα εξαγγέλλονται και σε όσα τελικά υλοποιούνται. Η εποχή των κορδελών και των εθιμοτυπικών εγκαινίων δεν αρκεί πλέον. Η υστέρηση θα είναι ορατή και μετρήσιμη.

Κρίσιμος άξονας της στρατηγικής είναι ο ενιαίος συντονισμός των χρηματοδοτικών εργαλείων για την περίοδο 2026–2035. ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης και λοιποί εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι εντάσσονται σε κοινό πλαίσιο εποπτείας υπό την προεδρία της κυβέρνησης. Η επιλογή αυτή αναγνωρίζει μια διαχρονική παθογένεια του ελληνικού κράτους: τον κατακερματισμό πολιτικών, αρμοδιοτήτων και κονδυλίων. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό και πολιτικά φορτισμένο: θα λειτουργήσει ο κεντρικός συντονισμός ως εργαλείο αποτελεσματικότητας ή ως ένας ακόμη μηχανισμός συγκέντρωσης ελέγχου, αποδυναμώνοντας στην πράξη το ρόλο της αυτοδιοίκησης;

Η άρση των περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων αναδεικνύεται σε κεντρικό στόχο. Πρόκειται, όμως, για το πιο δύσκολο και απαιτητικό σκέλος της στρατηγικής. Οι ανισότητες δεν είναι απλώς γεωγραφικές. Συνδέονται με τη διάρθρωση της τοπικής οικονομίας, το δημογραφικό πρόβλημα, την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, την ποιότητα των υποδομών. Χωρίς σαφείς δείκτες, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και ανεξάρτητους μηχανισμούς αξιολόγησης, ο στόχος κινδυνεύει να παραμείνει μια γενική διακήρυξη καλών προθέσεων. Η εμπειρία του προγράμματος μετεγκατάστασης στον Έβρο, που κατέληξε σε ελάχιστες πραγματικές αιτήσεις, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης που συχνά χωρίζει το σχεδιασμό από το αποτέλεσμα.

Η ειδική μέριμνα για την ορεινότητα και τη νησιωτικότητα, μέσω της σύστασης Ειδικής Γραμματείας Ορεινών Περιοχών και Κυβερνητικής Επιτροπής Νησιωτικότητας, αναγνωρίζει ότι η εδαφική συνοχή δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με οριζόντιες πολιτικές. Οι ρήτρες ορεινότητας και νησιωτικότητας στα υπουργεία αποτελούν δυνητικά χρήσιμα εργαλεία. Η αξία τους, όμως, θα κριθεί όχι στη νομοθετική τους κατοχύρωση, αλλά στο αν θα επηρεάσουν ουσιαστικά τις αποφάσεις και την κατανομή πόρων.

Με περισσότερα από 8.000 έργα σε εξέλιξη και 330 εμβληματικά έργα με ορίζοντα το 2027, η στρατηγική επενδύει και στον όγκο παρεμβάσεων. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι η ποσότητα δεν εγγυάται την ποιότητα. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν τα έργα αυτά θα αφήσουν διαρκές αναπτυξιακό αποτύπωμα ή αν θα εξαντληθούν σε βραχυπρόθεσμη απορρόφηση πόρων.

Όπως επισημαίνει ο Κωστής Χατζηδάκης, η περιφέρεια τίθεται στο επίκεντρο της εθνικής προτεραιότητας, ενώ από την πλευρά της αυτοδιοίκησης ο Γιώργος Χατζημάρκος μιλά για ένα νέο ξεκίνημα. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, παραμένει αμείλικτο: θα σηματοδοτήσει το 2026 μια πραγματική αλλαγή υποδείγματος ή θα προστεθεί στον κατάλογο των φιλόδοξων αλλά ατελών προσπαθειών περιφερειακής αναδιάταξης; Η απάντηση δε θα δοθεί στα σχέδια και τις εξαγγελίες, αλλά στα μετρήσιμα αποτελέσματα που θα βιώσουν οι τοπικές κοινωνίες.
Α.Π.