“Βαθύ Κράτος”: Θα αρκεστούμε στη φραστική καταδίκη του ή θα οδηγηθούμε σε θεσμικές πρωτοβουλίες για την αποδυνάμωση του;

“Βαθύ Κράτος”: Θα αρκεστούμε στη φραστική καταδίκη του ή θα οδηγηθούμε  σε θεσμικές πρωτοβουλίες για την αποδυνάμωση του;

Η έκφραση “Βαθύ Κράτος” έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα μέσα από δηλώσεις πολιτικών, ιδιαίτερα όταν άσχημες ειδήσεις και αναπάντητα ερωτήματα εμφανίζονται στη δημόσια σφαίρα. Ίσως γιατί δεν υπάρχει επίσημος ή επιστημονικός ή γενικά αποδεκτός ορισμός για το τι είναι “Βαθύ Κράτος”, από ποιους αποτελείται και για το πώς έμμεσα ή άμεσα μετέχει ή επηρεάζει την άσκηση της δημόσιας εξουσίας και σε ποια πεδία.

Μια πρώτη αναζήτηση, για τις αιτίες που οδηγούν στην εμφάνιση αυτής της έκφρασης σε δηλώσεις πολιτικών, οδηγεί στις ανεπάρκειες της δημόσιας διοίκησης, της δικαιοσύνης και γενικότερα την αναποτελεσματική άσκηση της πολιτικής διακυβέρνησης. Αλλά είναι γενικά αποδεκτό ότι όλα αυτά αποτελούν εγγενείς δυσχέρειες. Στην καλύτερη περίπτωση προκύπτουν λόγω ελλειπτικού σχεδιασμού και οργάνωσης, ή λόγω έλλειψης λογοδοσίας και αξιολόγησης των στελεχών του δημόσιου τομέα. Στη χειρότερη εκδοχή, οφείλονται στην έλλειψη πολιτικής βούλησης από το φόβο του πολιτικού κόστους για να αναληφθούν οι αναγκαίες πρωτοβουλίες, αλλά και στις επιλογές προσώπων σε θέσεις ευθύνης με πολιτικά και όχι αξιοκρατικά κριτήρια.

Τα βαθύτερα αίτια που οδηγούν στη διαμόρφωση αυτών των εγγενών δυσχερειών ανάγονται στην εξασφάλιση ή τη διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας μέσω της απαιτούμενης από το Σύνταγμα της χώρας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αυτή η σκοπιμότητα δημιουργεί καταστάσεις, ή έστω ανοχές καταστάσεων, όπου πρόσωπα σε ατομικό επίπεδο, ή ως σχηματισμοί, κατά την άσκηση της οποιασδήποτε εξουσίας τούς έχει παραχωρηθεί, λειτουργούν πέραν της νομιμότητας και σε κάποιες περιπτώσεις, αξιοποιώντας την έλλειψη ελέγχων, λειτουργούν για ίδιον όφελος, μερικές φορές με πολιτική κάλυψη. Το ζητούμενο είναι εάν και πως αυτού του είδους φαινόμενα θα αποδυναμωθούν μέσω θέσπισης διαχρονικής διάρκειας θεσμικού χαρακτήρα πολιτικών πρωτοβουλιών. 

Παρακολουθώντας για αρκετές δεκαετίες την πολιτική ζωή της χώρας, έχω σημειώσει ότι ο τωρινός πρωθυπουργός, από την πρωτοεμφάνισή του το 2010, έχει εντοπίσει αυτή τη σύνδεση που έχει το «βαθύ κράτος» με την τρέχουσα πολιτική και έχει διατυπώσει προτάσεις για τη ριζική εξυγίανση αυτού του συμπλέγματος. Προτάσεις του όπως, η καθιέρωση στοιχείων από το γερμανικό εκλογικό σύστημα με τους μισούς βουλευτές να εκλέγονται σε αντίστοιχες μονοεδρικές περιφέρειες και οι άλλοι μισοί από λίστες που καταρτίζουν τα δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα, αλλά και το ασυμβίβαστο βουλευτή – υπουργού, έρχονται και επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση. Το ζητούμενο πάντα είναι ποια σύνθεση της Βουλής θα τα ψηφίσει. Κάποια χαραμάδα είχε διαφανεί μετά τις εκλογές του 2019, που τότε είχε αρχίσει η συζήτηση για αλλαγή του προηγούμενου εκλογικού νόμου, με αρκετούς πολιτικούς από διαφορετικούς κομματικούς χώρους να τοποθετούνται ευνοϊκά σε αυτού του είδους ρυθμίσεις, αλλά τελικά οι περισσότεροι θεώρησαν ως ευνοϊκότερη για την εκλογή τους τη θέσπιση του μπόνους βουλευτικών εδρών για το πρώτο κόμμα. Φαίνεται ότι η εξασφάλιση ευνοϊκών καταστάσεων για εκλογή σε βουλευτική θέση αποτελεί κυρίαρχη προτεραιότητα… Παρότι το εκλογικό σύστημα δεν εντάσσεται στις συνταγματικές ρυθμίσεις και μπορεί να αλλάξει και από μη αναθεωρητική Βουλή, φαίνεται ότι αυτού του είδους ριζικές αλλαγές δεν έχουν ωριμάσει ακόμα πολιτικά…

Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ως ευτύχημα ότι το «βαθύ κράτος» δεν είναι οργανωμένο κεντρικά, αλλά λειτουργεί αποσπασματικά και ευκαιριακά. Έτσι, κατά την πορεία εξέλιξης των κρατικών υποθέσεων, δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας ρωγμών σε απόκρυφες λειτουργίες του, με τη θετική συμβολή και του, σημαντικού σε αριθμό, αδιάφθορου τμήματος της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης. Αλλά τα μέτρα καταπολέμησης των εμφανιζόμενων παρενεργειών και ατασθαλιών που δημιουργεί είναι, γι’ αυτό το λόγο, και αυτά αποσπασματικά και ευκαιριακά. Χάνονται στην πορεία του χρόνου, μέχρι να εμφανιστούν οι επόμενες παρενέργειες που θα δημιουργήσει το απέθαντο «βαθύ κράτος».

Κάποιο αχνό φως εξυγιαντικού χαρακτήρα δημιουργεί η κυβερνητική πρόταση για αλλαγές στη συνταγματική πρόβλεψη της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και η σύνδεση της μονιμότητας με την αξιολόγησή τους. Μπορεί έτσι να δημιουργηθεί μια τάση για αύξηση της παραγωγικότητας στο δημόσιο τομέα και μια πιθανή συμβολή στην καταπολέμηση της διαφθοράς που υποκρύπτεται στο «βαθύ κράτος». Αλλά αυτού του είδους προτάσεις είναι έκκεντρες, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα και όχι την αιτία. Το «βαθύ κράτος» καταπολεμείται ριζικά με χτυπήματα στο κεφάλι του μέσω της ριζικής αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα…

Του Νίκου Ευστρ. Μαραμπέα