Το Δώριο, στην Άνω Μεσσηνία, είναι μία ιστορική αγροτοκτηνοτροφική περιοχή, ανάμεσα σε εύφορους ελαιώνες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.
Αναπτύχθηκε ήδη από την εποχή των Δωριέων (εξ ου και το όνομα) και κατά τη σύγχρονη εποχή, ιδιαιτέρως από όταν λειτούργησε το τρένο, δηλαδή στις αρχές του 20ού αιώνα (~1900–1902).
Επί μακρόν αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους γύρω 37 οικισμούς, με την πλατεία, το σχολείο και την εκκλησία να λειτουργούν ως πυρήνες της κοινωνικής ζωής. Παρά τις αλλαγές του 20ού αιώνα, το χωριό διατήρησε τον τοπικό του χαρακτήρα, ως ένας τόπος στενά δεμένος με τη γη, τις παραδόσεις και τη συλλογική μνήμη των ανθρώπων του.

Μεταπολεμική περίοδος
Από τη μεταπολεμική περίοδο έως σήμερα, το Δώριο ακολούθησε μια πορεία που αντικατοπτρίζει την εξέλιξη της ελληνικής υπαίθρου… φτώχεια, ελλείψεις, ανασφάλεια, αλλά και μια βαθιά ανάγκη για ανασυγκρότηση. Έτσι, βρέθηκε κι αυτό αντιμέτωπο με τις ίδιες πληγές που χαρακτήρισαν ολόκληρη την ελληνική επικράτεια… από τη φτώχεια και την ανασυγκρότηση έως τη μετανάστευση και τελικά, τη σταδιακή προσαρμογή στη σύγχρονη εποχή.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εθνοκτόνο εμφύλιο, οι κάτοικοι προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους υπό δύσκολες συνθήκες. Στηριγμένοι στη γη τους και στη μεταξύ τους αλληλεγγύη, προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους μέσα σε ένα περιβάλλον που άλλαζε αργά, αλλά σταθερά.
Η κοινωνική ζωή ήταν απλή, βασισμένη στην αλληλεγγύη, την εκκλησία και τις αγροτικές εργασίες, ενώ η οικονομία στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη γη… ελιές, σταφίδα, σιτηρά και κτηνοτροφία, όλα με χειρωνακτική εργασία και ελάχιστα μέσα.
«Τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο δουλεύαμε από το χάραμα ως το βράδυ!» θυμάται ο παλιός ελαιοπαραγωγός Γ.Κ., καθισμένος στο καφενείο της πλατείας… «Δεν υπήρχαν μηχανήματα, μόνο τα χέρια μας και τα ζώα μας. Μα το λάδι ήταν το ψωμί μας· αυτό μας κράτησε όρθιους!».
Πράγματι, η ελαιοκαλλιέργεια, μαζί με τα σιτηρά και τη σταφίδα, αποτέλεσε τότε το βασικό οικονομικό πυλώνα, ενώ η κτηνοτροφία συμπλήρωνε το εισόδημα των εξουθενωμένων από τις κακουχίες οικογενειών.

Ανά τις δεκαετίες…
Από τη δεκαετία του 1950 έως το 1990, το Δώριο -όπως και πολλά χωριά της ευρύτερης περιοχής της Τριφυλίας, αλλά και γενικότερα της Μεσσηνίας- γνώρισε διάφορα κύματα μετανάστευσης.
Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η Ελλάδα γνώρισε έντονη εσωτερική μετανάστευση, αλλά και προς το εξωτερικό… και το Δώριο δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Πολλοί κάτοικοι αναζήτησαν καλύτερη τύχη είτε σε μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου (Καλαμάτα, Τρίπολη, Πάτρα κ.α.), είτε σε διάφορες περιοχές άλλων μεγάλων πόλεων της χώρας (Αθήνας, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης κ.ο.κ.), είτε στο εξωτερικό, κυρίως στην Ευρώπη (Γερμανία, Βέλγιο, Αγγλία), αλλά και στην Αμερική (ΗΠΑ, Καναδά, Παναμά κ.α.), ακόμα και στην Αυστραλία.
Η πληθυσμιακή αποψίλωση ήταν εμφανής. «Τις δεκαετίες του ’50 & του ’60 το χωριό άδειαζε λίγο λίγο, μήνα με τον μήνα!» αφηγείται η κα Μ.Π., που τότε ήταν μαθήτρια του Δημοτικού. «Όλο και κάποιος έφευγε για Ευρώπη, Αμερική ή Αυστραλία. Θυμάμαι τα απογεύματα που μαζευόμασταν στην πλατεία για να αποχαιρετήσουμε τους νέους που έφευγαν. Άλλοι για Γερμανία, άλλοι για τον Καναδά, κι άλλοι για Παναμά ή ακόμα μακρύτερα, στην Αυστραλία. Κι εμείς μέναμε πίσω, με τις μανάδες μας να κλαίνε και ύστερα να περιμένουν ένα γράμμα για παρηγοριά!».
Παρ’ όλα ταύτα, οι δεσμοί -όσων μετανάστευσαν- με τον γενέθλιο τόπο τους παρέμειναν ισχυροί, αφού η κατά περιόδους επιστροφή τους -ειδικά τα καλοκαίρια- έδινε ανάσες ζωής.
Απ’ την άλλη, η μετανάστευση -όσο επώδυνη κι αν ήταν- έφερνε και οικονομική βοήθεια σε όσους έμεναν πίσω, αφού με τα χρήματα που τους έστελναν τους βοηθούσαν πρακτικά.
Έτσι, σιγά σιγά η κατάσταση των οικογενειών και η περιοχή άρχισε να αλλάζει… να βελτιώνεται…
Τα χρήματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι επέτρεψαν την ανέγερση νέων σπιτιών και την επισκευή παλαιών, την αγορά μηχανημάτων και τη βελτίωση καλλιεργειών, αλλά και τον εξωραϊσμό κοινόχρηστων υποδομών, τη σταδιακή ασφαλτόστρωση χωματόδρομων, την επέκταση του σχολείου, την ενίσχυση της εκκλησίας και γενικότερα, η τοπική κοινωνία απέκτησε νέες δυνατότητες.
Παράλληλα και μέχρι και τη δεκαετία του ’70, η αγροτική παραγωγή συνέχισε να αποτελεί το βασικό οικονομικό πυλώνα, αλλά πλέον με σταδιακή μηχανοποίηση και καλύτερη οργάνωση.
Αργότερα, τη δεκαετία του ’80, με τις τότε διοικητικές μεταρρυθμίσεις και την εστίαση στην τοπική αυτοδιοίκηση, το Δώριο απέκτησε πιο οργανωμένη δημοτική δομή.
Μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ ακολούθησαν οι οικονομικές επιδοτήσεις και τα χρηματοδοτικά προγράμματα, τα οποία επηρέασαν άμεσα τον παραγωγικό τομέα και, κυρίως, τον πρωτογενή.
Ελαιώνες εισήλθαν σε φάση εκσυγχρονισμού, ελαιοτριβεία αναβαθμίστηκαν και η παραγωγή άρχισε να προσανατολίζεται περισσότερο στην ποιότητα.
«Όταν μπήκαν τα καινούργια μηχανήματα στο ελαιοτριβείο, άλλαξε ο κόσμος μας!» θυμάται ο Σ.Λ., που εργάστηκε για δεκαετίες στην ελαιοκομία… «Παλιά, περιμέναμε έως 2-3 μέρες με τα σακιά στοιβαγμένα. Μετά, όλα έγιναν πιο γρήγορα και πιο καθαρά. Το λάδι μας έγινε καλύτερο, κι άρχισαν να το ζητούν και από άλλες περιοχές, ακόμα κι από το εξωτερικό».
Από τη δεκαετία του ’90 και εντεύθεν, το Δώριο σταδιακά εισήλθε σε μια νέα φάση… Πέρασε στη λεγόμενη «σύγχρονη εποχή», με νέες προκλήσεις.
Λόγω της κλιμακούμενης -μέσ’ στο χρόνο- οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε όλη η χώρα, η γήρανση του πληθυσμού είναι πλέον εμφανής, καθώς εκ νέου πολλοί άνθρωποι -κυρίως νέοι- επέλεξαν να φύγουν για να ζήσουν και εργαστούν σε μεγάλα αστικά κέντρα.
Ωστόσο και παρότι -όπως και η ελληνική ύπαιθρος γενικά- αντιμετωπίζει το γνωστό πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού, μέσα από διεκδικήσεις η ποιότητα ζωής έχει παρουσιάσει στοιχεία βελτίωσης (καλύτεροι δρόμοι, σχολικές υποδομές, πολιτιστικές δράσεις και αθλητικοί χώροι κ.λπ.), κι έτσι αυτά έχουν αλλάξει και την καθημερινότητα, κοινωνική και επαγγελματική.

Το Δώριο του σήμερα και οι προοπτικές του…
Φθάνοντας στο σήμερα και παρά τις όποιες κρίσεις, η κοινωνία του Δωρίου παραμένει δεμένη με ήθη κι έθιμα, με γιορτές και πανηγύρια, μέσα από συλλόγους που κρατούν ζωντανή την παραδοσιακή ταυτότητα.
Επαγγελματικά, η ελαιοπαραγωγή εξακολουθεί να κυριαρχεί, αλλά πλέον με πιο σύγχρονες μεθόδους και εστίαση στην ποιότητα, παράγοντας προϊόντα υψηλής αξίας από μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις.
Αυτή η στροφή προς ποιοτικά, μικρής παραγωγής, αγροτικά προϊόντα, από οικογενειακές επιχειρήσεις, έδωσε νέα πνοή στην τοπική οικονομία.
Παράλληλα, ο αγροτουρισμός, όπως και ο πέριξ ήπιος -θεματικός και μη- τουρισμός, με Έλληνες και ξένους επισκέπτες, οι οποίοι αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες, αρχίζουν να διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο και να αφήνουν το αποτύπωμά τους… «Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ξένους να περπατούν στα γύρω μονοπάτια, να ρωτούν για το λάδι μας, για τα παλιά σπίτια…» λέει ένας νεότερος, 3ης γενιάς, παραγωγός, ο Π.Δ… «Κάποιοι θέλουν να μάθουν πώς μαζεύουμε τις ελιές. Δεν το φανταζόμασταν αυτό παλιά…».
Εκτός από τη γενικότερη τάση επιστροφής στη φύση, η τεχνολογία και η τηλεργασία, που ανοίγουν νέες δυνατότητες και προοπτικές για όσους, Έλληνες και ξένους, επιλέγουν να ζήσουν μονίμως σ’ αυτόν τον τόπο, έφεραν πίσω ορισμένους ανθρώπους που αναζητούν μια πιο ήρεμη ζωή.

Εν κατακλείδι…
Η τοπική κοινωνία, παρότι μικρότερη, παραμένει δεμένη, με τα πανηγύρια, τις γιορτές, τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις να λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ παρόντος και παρελθόντος.
Σήμερα, το Δώριο στέκεται ως τόπος με βαθιές ρίζες και ισχυρή ταυτότητα. Ένας τόπος που πέρασε από την επιβίωση στην ανασυγκρότηση, από την ευρεία μετανάστευση στην ανάπτυξη, κι από την παράδοση στη σύγχρονη προσαρμογή.
Οι ιστορίες των ανθρώπων του -οι κόποι, οι ξενιτιές, οι χαρές και οι αγωνίες- αποτελούν το ζωντανό νήμα που ενώνει τις γενιές και προσδίδουν στο χωριό τον ιδιαίτερο χαρακτήρα που έχει σήμερα.

Γ. Ηλιόπουλος
45άρης, 2ης γενιάς αρτοποιός. Αρτοποιείο από το 1978
Θυμάμαι διάφορα τεχνικά επαγγέλματα και καταστήματα που υπήρχαν και που τώρα πια χάθηκαν… Παλιά το Δώριο είχε 2-3 τσαγκαράδικα, πεταλωτή, 2-3 παραδοσιακά μπαρμπέρικα (κουρεία), σιδεράδικο, περίπτερο κ.ά.
Το ίδιο και με τις υπηρεσίες… Υπήρχε ΟΤΕ, Ταχυδρομείο, Αστυνομικό Τμήμα και πιο παλιά Σταθμός Χωροφυλακής, Τράπεζες, Ειρηνοδικείο, Αγρονομία, Συμβολαιογραφείο και Υποθηκοφυλακείο και, βεβαίως, Σταθμός Τρένου, που έδινε πολλή ζωή και χρώμα…

Οι διαφορές του χθες με το σήμερα…
Υπήρχε πολύς κόσμος, με περισσότερο δέσιμο και πιο άμεσες σχέσεις, η ζωή ήταν πιο απλή κι ασφαλής, τα παιδικά χρόνια ήταν πιο ξέγνοιαστα, με άλλα πιο δημιουργικά και συμμετοχικά παιχνίδια. Όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν από τη δεκαετία το ‘90 και εντεύθεν…
Ο τόπος έχει επηρεαστεί πολύ από τον αποπληθυσμό, φαινόμενο το οποίο εμφανίστηκε αρχικά κατά τα τέλη της δεκαετίας το ’80 με αρχές του ’90 και μετά, πριν από 10-15 χρόνια, όταν άρχισε η έντονη οικονομική κρίση.
Αυτό φαίνεται και στο μειωμένο αριθμό παιδιών στα σχολεία και -κατ’ επέκταση- στις περιορισμένες επιλογές για παρέες.
Επίσης, ξεθώριασαν πολλές κοινωνικές στάσεις, τάσεις και συμπεριφορές, που παλιά εκδηλώνονταν με περισσότερο σέβας, ενώ χάθηκαν και κάποιες παραδοσιακές δραστηριότητες, όπως η ετοιμασία του παστού, η παρασκευή σαπουνιού κ.ά.
Παλιά υπήρχε και εμποροπανήγυρη και εμπορικός σύλλογος. Πρέπει να γίνει κάποιος σύλλογος, ο οποίος θα πρέπει να ασχολείται με θέματα εξωραϊσμού και ανάπτυξης του τόπου.
Μία επανεκκίνηση του τόπου μπορεί να γίνει μέσα από μια συλλογική δραστηριοποίηση, η οποία από κάτω προς τα πάνω θα αναδείξει και θα επιδιώξει να επιλύσει όλα όσα βρίσκονται είτε σε έλλειψη είτε σε υστέρηση.

Παν. & Σωτ. Νάκος
35άρηδες, 3ης γενιάς κρεοπώλες. Κρεοπωλείο από το 1975
Οι εποχές του μπαμπά και του παππού μας ήταν διαφορετικές από τη δική μας. Δεν τους θυμόμαστε, ειδικά τον παππού, να μην είναι πότε στα ζωντανά και πότε να παλεύουν με τη γη.
Ήταν και οι δύο κτηνοτρόφοι (με πρόβατα και κατσίκια και πολύ λιγότερο με βοοειδή), αλλά και καλλιεργητές… Ήταν στις σταφίδες, στα σύκα, στις φιστικιέςκ.λπ., που τώρα όλοι τα έχουν είτε παρατήσει είτε ξηλώσει… Τώρα πια έχουν μείνει κυρίως οι ελιές…
Ένα σοβαρό θέμα είναι η φυγή του κόσμου και αυτό το βλέπεις από το πόσα σπίτια είναι πλέον κλειστά, κάτι το οποίο αποτρέπει ακόμα περισσότερο τον κόσμο να έλθει να μείνει σε ένα παρατημένο «κρύο» σπίτι, έστω και για λίγες ημέρες.
Το τελευταίο κύμα φυγής άρχισε πριν από 15-20 χρόνια, όταν άρχισε η οικονομική κρίση…
Κι από αυτούς που μένουν πίσω, πολλοί σιγά σιγά «φεύγουν…» λόγω ηλικίας και δεν αντικαθίστανται λόγω της μειωμένης γεννητικότητας.
Βεβαίως, ο μπαμπάς κι ο παππούς μας είχαν ζήσει μεταναστευτικές ροές τις δεκαετίες του ‘50 & του ’60, αλλά τότε και μέχρι τα τέλη του ‘’90 οι συνέπειες δε φαίνονταν τόσο, λόγω του ότι οι οικογένειες ήταν ακόμα εκτεταμένες και γιατί δεν είχε εμφανιστεί τόσο η μείωση των γεννήσεων.
Για να ξαναπάρει ζωντάνια ο τόπος θα πρέπει να γίνει κάτι ως προς τον δευτερογενή και τριτογενή τομέα, κυρίως γύρω από την ελιά και την επαναλειτουργία υπηρεσιών, γιατί έτσι όπως είναι πλέον ο αγροτικός τομέας, λόγω υψηλού λειτουργικού κόστους, ανασφάλειας και αστάθειας, δε συμφέρει να δραστηριοποιηθεί κάποιος.

Οικογένεια Ηλιόπουλου
2ης & 3ης γενιάς επαγγελματίες. Παραδοσιακό οικογενειακό παντοπωλείο από το 1975
Παλιά ήταν αλλιώς τα πράγματα… το κλίμα και η νοοτροπία του κόσμου… Όλα ήταν πιο απλά, δεν υπήρχαν μηχανήματα και τεχνολογία, όπως σήμερα, και οι λογαριασμοί κι όλα γίνονταν με το χέρι! Σιγά σιγά όλα άλλαξαν και πολλά «χάλασαν»…
Την εποχή που είχε πρωτοανοίξει το μαγαζί υπήρχαν 6 μπακάλικα! Κι αυτό, διότι, παρά τη μετανάστευση των προηγούμενων δεκαετιών, το χωριό είχε πολύ κόσμο… κοντά 2.000 μόνιμοι κάτοικοι, γιατί οι οικογένειες ήταν ακόμα μεγάλες, με 6 έως και 10 παιδιά, και βεβαίως δεν υπήρχε -όπως σήμερα- υπογεννητικότητα!
Το φαινόμενο της μείωσης του πληθυσμού άρχισε να γίνεται αντιληπτό αρχικώς κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά, στις αρχές του ’90.
Αιτίες του φαινομένου ήταν η απομάκρυνση του κόσμου από την πολύ δύσκολη αγροτική ζωή και η επιλογή αστικής εργασίας και τρόπου διαβίωσης…
Αυτό που θα μπορούσε να μεταστρέψει την κατάσταση θα ήταν να υπάρξει ανάπτυξη ήπιου τουρισμού και δημιουργία παραγωγικών ή/& βιομηχανικών μονάδων, ώστε έτσι να έρθει κόσμος και γύρω απ’ αυτόν τον κόσμο να υπάρξει ένας κύκλος επαγγελματικών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών, κάλυψης διαφόρων καθημερινών αναγκών…

Γ. Ντόντος
3ης γενιάς εστιάτορας. Παραδοσιακή ταβέρνα από το 1975
Παλιά μεταξύ των ανθρώπων υπήρχαν αξίες, ενώ για τις ανάγκες της καθημερινότητας υπήρχαν όλες οι αναγκαίες υπηρεσίες…
Ο κόσμος είχε πολλές κοινωνικές δραστηριότητες, με πολλά πανηγύρια και άλλες γιορτές (π.χ. παραδοσιακές, σχολικές και εκκλησιαστικές) σε όλες τις περιφερειακές κοινότητες και οικισμούς του Δωρίου. Αφού τύχαινε κάποιες φορές να γίνονται παράλληλα ακόμα και 2-3 δρώμενα!
Λόγω της φτώχειας και της δυσκολίας να ασχοληθούν -αποτελεσματικά και κερδοφόρα- με τον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, οι μεταναστεύσεις κατά κύριο λόγο ήταν σε δυο περιόδους… Πρώτα κατά τις δεκαετίες του ’60 & ’70 για εξωτερικό (Αμερική, Αυστραλία κ.α.) και μετά, η πιο καταστροφική, μεταξύ ’80 & ’90, οπότε οι περισσότεροι έφυγαν στην Αθήνα για σπουδές και διορισμούς, κυρίως σε υπουργεία, νοσοκομεία και τη Χωροφυλακή ή/& την Αστυνομία. Ούτε οι συνταξιούχοι επιλέγουν να επιστρέψουν!
Ακόμα και τώρα, δε γίνεται κάτι οργανωμένο από τους θεσμικούς κι άλλους αρμόδιους οργανισμούς και φορείς να αξιοποιηθούν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, οι διάφοροι φυσικοί πόροι και τα κάθε είδους υπάρχοντα μέσα!
Δυστυχώς, δεν έχουν αποδώσει τα ποθούμενα και τα αναμενόμενα ούτε καν οι συνεταιρισμοί!
Αυτό που θα μπορέσει να φέρει αλλαγή στον οικονομικό και αναπτυξιακό τομέα είναι να συστηματοποιηθεί η παραγωγική αγροτοκτηνοτροφική αξιοποίηση της γης.
Επίσης, θα πρέπει να αξιοποιηθούν και οι αδιάθετοι και αχρησιμοποίητοι κτηριακοί πόροι, σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών και ήπιου τουρισμού, μέσα από τοπικά συνεργατικά σχήματα, σε σύμπραξη με τον ΟΤΑ και με άλλους θεσμικούς φορείς και Αρχές του τόπου.
Τώρα, σε κοινωνικό επίπεδο, θα πρέπει να λειτουργήσει κάποιος συλλογικός κοινωνικός φορέας, με άτομα από όλες τις κατά τόπους περιοχές του Δωρίου, και να ασχολείται με τα θέματα που απασχολούν τον τόπο και τους κατοίκους του.

Τούλα Γκρίτζαλη [Μπάμπω Τούλα]
Παλιά, μετά τον πόλεμο και για πολλά χρόνια, υπήρχε μεγάλη φτώχεια και υποφέραμε… Παρά την απελευθέρωση ήμασταν πεινασμένοι και ξυπόλητοι, κι έτσι πηγαίναμε στο σχολείο, αλλά ήμασταν όλοι μαζί, μονιασμένοι και υποστηρίζαμε ο ένας τον άλλον. Η μια οικογένεια στεκόταν δίπλα στην άλλην και οι νεότεροι -όσο μικροί κι αν ήταν- βοηθούσαν, με ό,τι ήξεραν και όσο μπορούσαν, τους μεγαλύτερους, με σέβας και έννοια.
Εγώ, για παράδειγμα, νεαρή φυλούσα τα μικρότερα παιδάκια, για να μπορούν να πάνε και να κάνουν οι γονείς τους τις διάφορες εργασίες… Τότε σπάνιζαν οι υπαλληλικές εργασίες. Οι εργασίες ήταν κυρίως αγροτοκτηνοτροφικές. Έβλεπες 13χρονα κορίτσια να πιάνουν και να δουλεύουν το αλέτρι! Τα ποτιστικά χωράφια στην Κοπρινίτσα, με τα καλαμπόκια και τα άλλα, μας έσωσαν από την πείνα.
Ο κόσμος ήταν αγαπημένος και μονιασμένος! Γι’ αυτό και δεν υπήρχαν προστυχιές, ατιμίες, κλεψιές, βιαιότητες, βιασμοί και εγκλήματα! Κοιμόμασταν, ακόμα και γυναίκες μόνες τους, με τις πόρτες ανοικτές!
Ο κόσμος άρχισε να φεύγει τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όταν άνοιξε ο δρόμος της ξενιτιάς, για Ευρώπη, Αμερική, Καναδά και Αυστραλία…
Εκεί έκαναν οικογένειες, αφού έγιναν πολλοί αρραβώνες και γάμοι «δια αλληλογραφίας», μέσα από φωτογραφίες!
Από τις δεκαετίες του ‘70 και περισσότερο του ’80 & του ’90 άρχισε να «αλλάζει» ο κόσμος, που πλέον έφευγε για σπουδές στην Αθήνα, αλλά και κάποιοι στο εξωτερικό. Κι όμως, ο κόσμος τότε άρχισε να πονηρεύει και να χαλάει!
Παρά τη μεγάλη μετανάστευση, μέχρι και πριν από δύο δεκαετίες ήταν ακόμα γεμάτο το Δώριο από κόσμο… αφού οι οικογένειες ήταν μεγάλες, γιατί οι γυναίκες έκαναν παιδιά, παρά τις ελλείψεις και τις δυσκολίες…
Προφανώς, δε συγκρίνονται τα χρόνια… τα τότε με τα τωρινά!
Τώρα τα χρόνια είναι καλύτερα από μέσα, συστήματα και δυνατότητες, αλλά όχι από κοινωνικής απόψεως, σχέσεων και συμπεριφορών.
Αυτό που θα σώσει τον τόπο είναι να ξανασμίξει ο κόσμος και μαζί να συνεργάζονται για το κοινό καλό!

Ευχαριστίες
Ευχαριστούμε την κα Φωτοπούλου για το φωτογραφικό υλικό (της μεγάλης ετήσιας Εμποροζωοπανηγύρεως Δωρίου [1959-1965]) από το αρχείο της «Ένωσης Γυναικών Δωρίου».

Ευχαριστούμε την κα Τούλα Γκρίτζαλη για το φωτογραφικό υλικό από το αρχείο της, από παραδοσιακούς γάμους, εορτές, γλέντια, πανηγύρια, λαϊκές συγκεντρώσεις και κοινωνικές εκδηλώσεις…
Του Αλέξανδρου Μοζ
Φωτο
Εκπρόσωποι Αρχών του τόπου τη δεκαετία του ’50: Παπάς, αστυνόμος, αγρονόμος, ειρηνοδίκης και πρόεδρος











