«Είναι μια μεγάλη πρόκληση η συνέχιση και ολοκλήρωση του έργου στην Αρχαία Μεσσήνη»

Από τον Μάρτιο του 2024 πρόεδρος της Εταιρείας Μεσσηνιακών Αρχαιολογικών Σπουδών είναι η αρχαιολόγος Εύη Λαμπροπούλου, η γυναίκα που ανέλαβε να συνεχίσει το δύσκολο έργο του Πέτρου Θέμελη μετά τον θάνατό του.

Το «Θάρρος» μίλησε μαζί της για την Αρχαία Μεσσήνη, τη συνεργασία της με τον αείμνηστο Πέτρο Θέμελη, τις οδηγίες που άφησε, αλλά και τις ανασκαφές που θα ξεκινήσουν κατά το αμέσως επόμενο διάστημα:

-Αρχαία Μεσσήνη, τι είναι για εσάς αυτός ο χώρος;
Για εμένα η Αρχαία Μεσσήνη είναι ένας χώρος όπου εξελίχθηκα και ωρίμασα, όχι μόνα επιστημονικά, αλλά και βαθιά προσωπικά, τόσο ως επιστήμονας όσο και ως άνθρωπος. Υπήρξε για εμένα ένα «σχολείο» υψηλών απαιτήσεων και προδιαγραφών, ένας χώρος που σε έβαζε σε συνεχή αναμέτρηση με τις δυνάμεις σου και τις αντοχές σου, αλλά ταυτόχρονα και ένας χώρος που σε κρατούσε με έναν τρόπο μαγικά εθιστικό μέσα στην αγκαλιά του.

Η Αρχαία Μεσσήνη σήμερα, κοιτάζοντας προς τα πίσω και έχοντας περάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής μου εργαζόμενη σε αυτήν και για αυτήν, συνδεόμενη στενά όχι μόνο με τα μνημεία και τον χώρο, αλλά και με τους ανθρώπους, το έμψυχο υλικό, συνεργάτες, φίλους, συναδέλφους, πρώτιστα και πάνω απ’ όλα με τον δημιουργό αυτού του χώρου, μεγάλο δάσκαλο και οραματιστή Πέτρο Θέμελη, θα έλεγα ότι για εμένα είναι η «οικογένειά» μου.

-Είναι ένας χώρος συνυφασμένος με τον Πέτρο Θέμελη. Μιλήστε μας για αυτόν…
Ο Πέτρος Θέμελης υπήρξε η Ψυχή της Μεσσήνης. Δεν ήταν απλά ο διευθυντής ενός μεγάλου αρχαιολογικού χώρου/έργου, ήταν αυτός που έκανε την Αρχαία Μεσσήνη μεγάλη, που την ανέδειξε από το μηδέν και της έδωσε περίοπτη θέση στον παγκόσμιο ιστορικό και πολιτιστικό χάρτη. Ήταν ένας άνθρωπος  με απόλυτη πίστη και προσήλωση στον στόχο του, με ασίγαστο πάθος και αγάπη για τα μνημεία και τον πολιτισμό μας. Υπηρέτησε το όραμά του ως ακούραστος «εργάτης» με αυστηρή πειθαρχία, οργάνωση και μεθοδικότητα, με ανεξάντλητη επιμονή και υπομονή απέναντι σε όλες τις δυσκολίες και αντιξοότητες που του παρουσιάστηκαν. Ήταν αυστηρός και απαιτητικός με τους συνεργάτες του, αλλά ταυτόχρονα ανοιχτός στο κοινό, ανοιχτός στις συνεργασίες του, ανοιχτός στη γνώση και το μοίρασμα. Με μεγάλη γενναιοδωρία μοιράστηκε μαζί μας τη σκέψη του, την εμπειρία του και το όραμά του, καθιστώντας μας συνεργάτες του και συν-διαμορφωτές του πολιτιστικού τοπίου που ήθελε να δημιουργήσει. Μας δίδαξε τη σημασία της αφοσίωσης, της συνεργασίας, της διαχείρισης κρίσεων, αλλά και της αγάπης για αυτό που κάνεις μέσα από το προσωπικό του παράδειγμα. Ένας άνθρωπος φωτεινός και ταυτόχρονα απλός, για εμένα προσωπικά ατρόμητος, ακόμα και μπροστά στον θάνατο.

Είναι δύσκολο να αποτιμήσει κανείς το έργο του σε βάθος και σε όλες τις διαστάσεις του. Άφησε πίσω του ένα έργο μεγάλο, ανεκτίμητης αξίας, τόσο στον τομέα της αρχαιολογίας και της αναστήλωσης όσο και στον τομέα του μάνατζμεντ και της διαχείρισης, με έντονο κοινωνικό, πολιτιστικό και οικονομικό αποτύπωμα, τόσο για την περιοχή μας όσο και για ολόκληρη τη χώρα. Πρωτοπόρος για την εποχή του σε πολλά θέματα γύρω από το πώς αντιλαμβανόταν τις αρχαιότητες και τα μνημεία και τη σχέση αυτών με το κοινό και τη σύγχρονη τέχνη.

Έθεσε αδιαμφισβήτητα τις βάσεις για την ανάγκη ανάδειξης, κατανόησης εις βάθος και κοινωνικοποίησης των μνημείων, υπογραμμίζοντας τα οφέλη που προκύπτουν από την αμφίδρομη σχέση των υλικών καταλοίπων της αρχαιότητας, όχι μόνο με τους ειδικούς, αλλά και με ευρύτερες κοινωνικές ομάδες.

Για εμάς, για εμένα προσωπικά, ο Πέτρος Θέμελης  είναι «ο αγαθός δαίμων» της Μεσσήνης, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου «αγαθός», που άφησε ανεξίτηλα το στίγμα του, όχι μόνο στον αρχαιολογικό χώρο, αλλά και μέσα μας.

-Όταν έφυγε από τη ζωή, φοβηθήκατε ότι το έργο που είχε σχεδιάσει θα μείνει στη μέση;
Μετά τον θάνατό του η αλήθεια είναι ότι υπήρξε μία περίοδος έντονου σοκ, κενού και ανησυχίας, αλλά πολύ γρήγορα κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός αντίδρασης που εμφανίζεται σε περιπτώσεις κινδύνου από ανθρώπους που πραγματικά αγαπούσαν τον αρχαιολογικό χώρο, αναγνώριζαν το μεγάλο έργο του καθηγητή και τον στήριζαν όλα αυτά τα χρόνια.
Οι χορηγοί μας, για χρόνια σταθεροί υποστηρικτές του έργου της Μεσσήνης και συγκεκριμένα η κυρία Φ. Λιβανού και το Ίδρυμα Ι.Φ. Κωστόπουλου αρχικά, αλλά και πολλοί άλλοι στη συνέχεια, όπως το Ίδρυμα Καπετάν Βασίλη και Κάρμεν Κωνσταντακόπουλου, το Ίδρυμα του Αθανάσιου Μαρτίνου (ΑΙΓΕΑΣ ΑΜΚΕ) και το Ίδρυμα Γ. και Β. Καρέλια, τους οποίους ευχαριστούμε θερμά, προθυμοποιήθηκαν να συνεχίσουν να στηρίζουν το έργο μέσω της Εταιρείας Μεσσηνιακών Αρχαιολογικών Σπουδών (ΕΜΑΣ), του μη κερδοσκοπικού σωματείου που ιδρύθηκε από τον καθηγητή Π. Θέμελη το 1995 και συνεχίζει μέχρι σήμερα, μέσω ιδιωτικών χορηγιών, να στηρίζει όλη αυτή τη μεγάλη προσπάθεια για την ανάδειξη του σημαντικότερου αρχαιολογικού πάρκου της χώρας μας.

Καθοριστικής σημασίας σε όλη αυτή την εξέλιξη υπήρξε η συνδρομή του υπουργείου Πολιτισμού και συγκεκριμένα της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, που αναγνωρίζοντας το μεγάλο έργο της ΕΜΑΣ συνήψε Μνημόνιο Συνεργασίας μαζί της με σκοπό τη φροντίδα, συντήρηση, ανάδειξη και προστασία του αρχαιολογικού χώρου της Μεσσήνης.

Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, ο ρόλος της ΕΜΑΣ είναι ιδιαιτέρως ενεργητικός και ουσιαστικά καθοριστικός και αποτελεσματικός προς αυτή την κατεύθυνση και ως προς τους στόχους, όπως αυτοί περιγράφονται στο παραπάνω μνημόνιο, με αποτέλεσμα ο αρχαιολογικός χώρος σήμερα να έχει τη φροντίδα, την προστασία και τη χρήση που του αρμόζει, όπως ακριβώς επιθυμούσε ο ίδιος δημιουργός του.

-Αναλάβετε τη θέση του… Ποια τα συναισθήματα και πόσο βαρύ είναι αυτό;
Είμαι ήδη από τον Μάρτιο του 2024 πρόεδρος της Εταιρείας Μεσσηνιακών Αρχαιολογικών Σπουδών και σήμερα με απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου του ΥΠΠΟ συνδιευθύντρια του ανασκαφικού / ερευνητικού έργου της Αρχαίας Μεσσήνης μαζί με τον Ν. Καλτσά (γενικός γραμματέας της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας) και τον Ν. Τσιβίκη (εντεταλμένος ερευνητής του ΕΙΕ).

Και οι δύο θέσεις που αυτή τη στιγμή φέρω έχουν για εμένα ιδιαίτερο ηθικό, θεσμικό και συναισθηματικό βάρος. Ενέχουν ταυτόχρονα μεγάλη τιμή και τεράστιο χρέος απέναντι αρχικά τόσο στον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού (ως αρχαιολόγος του ΥΠΠΟ/ΕΦΑ Μεσσηνίας), της ιστορίας και του τόπου μας, όσο και ειδικά του χώρου της Μεσσήνης που υπηρέτησα και συνεχίζω να υπηρετώ αδιαλείπτως και με απόλυτη αφοσίωση 25 χρόνια, πρωτίστως όμως στον δάσκαλο και καθοδηγητή μου Πέτρο Θέμελη, που του οφείλω ένα μεγάλο κομμάτι, το μεγαλύτερο ίσως, της επιστημονικής και προσωπικής μου ωρίμανσης, αλλά και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν και με στήριξαν μετά την απώλειά του. Θεωρώ ταυτόχρονα ότι είναι μια μεγάλη πρόκληση η συνέχιση και ολοκλήρωση του έργου στη Μεσσήνη. Πιστεύω ότι υπάρχουν οι βάσεις και όλα τα απαραίτητα εφόδια, υπάρχει πρόγραμμα και συγκεκριμένοι στόχοι που θα οδηγήσουν στην υλοποίηση του εγχειρήματος. Οφείλουμε και μπορούμε να φανούμε αντάξιοι των προσδοκιών και του οράματος που έμεινε στη μέση, έχοντας αυτόν φάρο και οδηγό.

-Ήταν ένας άνθρωπος με όραμα και σχέδια, και σίγουρα κάποια από αυτά ξέρετε και εσείς. Συνεχίζετε με τις «οδηγίες» που σας είχε δώσει;
Σίγουρα, το γενικό πλάνο και σχέδιο για τη Μεσσήνη πατάει στις αρχές και το όραμα του καθηγητή.  Βασικός και κύριος στόχος αυτή τη στιγμή αποτελεί η ολοκλήρωση του έργου τόσο στο πεδίο της ανασκαφής όσο και στο πεδίο της αναστήλωσης/ ανάδειξης των μνημείων που δεν ολοκληρώθηκαν. Ταυτόχρονα, όμως, θα δοθεί έμφαση στη δημοσίευση της έρευνας και των μνημείων με τα αρχαιολογικά υλικά τους, ώστε η Μεσσήνη να γίνει περισσότερο γνωστή τόσο στο επιστημονικό όσο και στο ευρύτερο κοινό.

Βασική προϋπόθεση και ζητούμενο για όλα τα παραπάνω παραμένει πάντα η συντήρηση και φροντίδα του τεράστιου αυτού αρχαιολογικού πάρκου, που απαιτεί συνεχείς εργασίες καθαρισμού, αποψιλώσεων και παρεμβάσεων στα δύσκολα και ευπαθή με τον χρόνο και τις καιρικές συνθήκες σημεία, ένα πεδίο στο οποίο ήδη δραστηριοποιούμαστε δυναμικά.

Παράλληλα, είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθεί η προβολή και ανάδειξη της Μεσσήνης μέσα από  εκδηλώσεις και θεάματα ιδιαίτερης πολιτιστικής και καλλιτεχνικής αξίας, αποτελώντας κέντρο πολιτισμού και μοχλός περαιτέρω ανάπτυξης για την περιοχή και για τη χώρα μας κατ’ επέκταση.

Στο πλαίσιο αυτό η Εταιρεία μας, σε συνεργασία τόσο με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όσο και με το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, συμβάλλοντας με κάθε δυνατό τρόπο στην ποιοτική ανάδειξη και προβολή του αρχαιολογικού χώρου.

-Οι ανασκαφές πότε ξεκινούν πάλι και σε τι θα εστιάσετε;
Οι ανασκαφές θα ξεκινήσουν στα μέσα περίπου του Σεπτεμβρίου για 4-5 εβδομάδες και για φέτος θα εστιάσουμε στο τελευταίο μεγάλο ανασκαφικό έργο που έμεινε στη μέση, στο μνημείο των Μεγάλων Ρωμαϊκών Θερμών. Η ανασκαφή στις Θέρμες προκρίνεται προκειμένου να προχωρήσουμε άμεσα σε εργασίες σωστικού και στερεωτικού χαρακτήρα.

-Πρόκειται για μια τεράστια έκταση, της οποίας ένα μικρό αλλά εντυπωσιακό κομμάτι έχει έρθει ξανά στο φως. Αν σας ρωτούσα μέχρι πού θέλετε να φτάσετε, τι θα μου απαντούσατε;
Σύμφωνα με το νέο πενταετές ανασκαφικό/ ερευνητικό πρόγραμμα που κατατέθηκε και εγκρίθηκε από το ΥΠΠΟ, θα δοθεί έμφαση στην ολοκλήρωση των ημιτελών ανασκαφικά και από πλευράς συντήρησης μνημείων όλων των περιόδων (Ελληνιστικών έως Βυζαντινών Χρόνων). Πρόκειται κατά κύριο λόγο για έργα που είχε ξεκινήσει ο καθηγητής Π. Θέμελης μαζί με την επιστημονική του ομάδα, τα οποία δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Ωστόσο, απώτερος στόχος και προσωπικό όραμα αποτελεί η αποκατάσταση και ανάδειξη του βόρειου τμήματος του αρχαιολογικού χώρου και των μνημείων του, καθώς το νότιο τμήμα με το εμβληματικό συγκρότημα Σταδίου-Γυμνασίου-Παλαίστρας έχει πλήρως αποκατασταθεί, στο μέγιστο των δυνατοτήτων του, όπως μας υπαγόρευσε το διασωθέν αυθεντικό υλικό του.

Η ΕΜΑΣ θα στηρίξει οικονομικά μέσω των χορηγών της, εκτός από το έργο των καθαρισμών και της φροντίδας του αρχαιολογικού χώρου και του περιβάλλοντος χώρου του μουσείου, τόσο το ανασκαφικό/ερευνητικό και το έργο των δημοσιεύσεων όσο και το έργο της αποκατάστασης/αναστήλωσης και ανάδειξης της Μεσσήνης, όπως έκανε όλα αυτά τα χρόνια.

-Επίσης, ο καθηγητής δε μασούσε τα λόγια του και πολλές φορές έκανε δημόσιες παρεμβάσεις. Μία από τις τελευταίες ήταν για το νέο μουσείο, για το οποίο ο ίδιος είχε άλλη άποψη. Η δική σας ποια είναι;
Ο καθηγητής είχε πάντα τον δικό του λόγο και τρόπο να παρεμβαίνει δημόσια στα πράγματα και να θίγει γεγονότα και καταστάσεις που τον απασχολούσαν, χωρίς να υπολογίζει το όποιο κόστος.

Το ζήτημα που έθετε ο καθηγητής -δηλαδή η προτίμηση να αναδεικνύονται τα ίδια τα μνημεία ως μουσεία (in situ) αντί της κατασκευής νέων, συγκεντρωτικών κτηριακών υποδομών με υψηλό κόστος λειτουργίας- αγγίζει έναν κεντρικό και διαρκή προβληματισμό στη σύγχρονη Μουσειολογία και τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Προσωπικά πιστεύω ότι και οι δύο προσεγγίσεις έχουν μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα. Από την άλλη, η κάθε περίπτωση αρχαιολογικού χώρου είναι ιδιάζουσα και πρέπει να εξετάζεται χωριστά.

Στην περίπτωση της Αρχαίας Μεσσήνης θα υποστήριζα ένα υβριδικό μοντέλο. Από τη μία πλευρά, έχουμε τη δημιουργία ενός μεγάλου αρχαιολογικού πάρκου με έναν μεγάλο αριθμό μνημείων, πολλών εξ αυτών ήδη αναστηλωμένων, που με τις απαραίτητες επεμβάσεις θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τα ευρήματά τους ή κάποια από αυτά, προσφέροντας μια βιωματική εμπειρία ασύγκριτα ανώτερη από οποιοδήποτε κλειστό μουσείο.

Η λογική του «πάρκου εν κινήσει» προστατεύει και ενισχύει την ταυτότητα του τοπίου, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν με τρόπο ζωντανό και παραστατικό. Από την άλλη πλευρά, η συστηματική αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει και φέρνει διαρκώς στο φως χιλιάδες κινητά ευρήματα, γλυπτά και επιγραφές.
Το υφιστάμενο Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχαίας Μεσσήνης (το παλιό κτήριο του Ορλάνδου στο Μαυρομμάτι) είναι μικρό και δεν επαρκεί για να στεγάσει τον τεράστιο όγκο των θησαυρών που ανακαλύπτονται (έχουν φτάσει 20.000 μόνο τα κινητά ευρήματα), γεγονός που δημιουργεί αναπόφευκτα πιέσεις για νέους αποθηκευτικούς και εκθεσιακούς χώρους, που τα μικρά «υπαίθρια μνημεία-μουσεία» δε θα επαρκούν για να στεγάσουν.  
Ωστόσο, βασικό ζητούμενο και διακύβευμα παραμένει η επίτευξη της οικονομικής βιωσιμότητας του νέου μουσείου/ ή «μουσείων» και του τρόπου εξασφάλισής της, που θα συμβάλει στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του/τους με τα λιγότερα δυνατά πάγια έξοδα, ιδανικά κατ’ εμέ στηριζόμενο όχι μόνο και αποκλειστικά στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και στις δικές του δυνατότητες μέσα από ένα μοντέλο χρηστής αυτοδιοίκησης, υπό την ομπρέλα πάντα και τον έλεγχο του ΥΠΠΟ.

Ανοίγεται, ωστόσο, με αφορμή το ερώτημά σας μία μεγάλη συζήτηση, γύρω από το θέμα της οικονομικής βιωσιμότητας του αρχαιολογικού χώρου γενικότερα, ένα θέμα που είχε απασχολήσει ιδιαιτέρως στο παρελθόν τον καθηγητή Π. Θέμελη.

-Μιλήστε μας για το επάγγελμα του αρχαιολόγου και τη δική σας πορεία…
Το επάγγελμά του αρχαιολόγου το έχει περιγράψει με τρόπο απολαυστικά γλαφυρό και παραστατικό ο Π. Θέμελης στην επιφυλλίδα του «Αρχαιολογικές Αισθήσεις», δίνοντας μία χαρακτηριστική εικόνα της  καθημερινότητας ενός αρχαιολόγου τόσο στο πεδίο όσο και στο γραφείο.

Πρόκειται για μία δουλειά σκληρή και επίπονη στο πεδίο, που προϋποθέτει αντοχές στις καιρικές συνθήκες, δεκτικότητα, παρατηρητικότητα, υπομονή, γνώση και αγάπη του αντικειμένου, αλλά και πολλές ώρες ενασχόλησης και αφοσίωσης στη μελέτη και την επιστημονική έρευνα στο γραφείο και στις βιβλιοθήκες.

Για να κάνεις Αρχαιολογία πρέπει να μπορείς να μπορείς νιώσεις τη χαρά και τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης του κάθε νέου ευρήματος, αλλά ταυτόχρονα να υπομείνεις και τις αντιξοότητες της δουλειάς κάτω από τον καυτό ήλιο, να μπορείς να αντέξεις τους απαιτητικούς ρυθμούς και το δύσκολο ωράριο τόσο στον χώρο όσο και στις αποθήκες του μουσείου, να μπορείς να συνυπάρχεις και να συνεργάζεσαι αρμονικά με όλη την ομάδα (αρχαιολόγους, αρχαιομέτρες, συντηρητές, μηχανικούς, αρχιτέκτονες, εργατοτεχνίτες).

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό για κάποιον φοιτητή ή νέο πρωτοεργαζόμενο να έχει δίπλα του στο ξεκίνημα του έναν δάσκαλο, τόσο ανοιχτό στον τρόπο σκέψης αλλά ταυτόχρονα και τόσο υποστηρικτικό, όπως είχα εγώ αλλά και πολλοί άλλοι συνάδελφοι και συνεργάτες τον Π. Θέμελη. Έναν άνθρωπο που στην περίπτωση λάθους δεν τιμωρούσε, αλλά υποδείκνυε το σωστό μέσα από το προσωπικό του παράδειγμα, έναν δάσκαλο που σε έριχνε στα βαθιά, σε εμπιστευόταν, σε τοποθετούσε σε θέσεις ευθύνης, αλλά ήταν δίπλα σου στα δύσκολα να κρατήσει το τιμόνι. Έναν άνθρωπο που αγαπούσε τους μαθητές και τη διδασκαλία, που δε φοβόταν να μοιραστεί τη γνώση του μαζί σου, που ήθελε πραγματικά να σε βλέπει να προοδεύεις και να γίνεσαι καλύτερος αρχαιολόγος, καλύτερος άνθρωπος. Εστίασε σε εμάς, στο χτίσιμο της ανθεκτικότητάς μας και στην πίστη στον εαυτό μας και μας υπέδειξε ότι αληθινή επιτυχία είναι πώς αντιδράς στις δύσκολες στιγμές. Για εμένα η αρχαιολογική μου πορεία στη Μεσσήνη ήταν μία διαδρομή μύησης στην «πραγματική ζωή», που με έκανε να συνειδητοποιήσω μεταξύ άλλων ότι όλοι ζούμε μέσα σε ένα σύστημα που μπορεί να μην εγκρίνουμε πλήρως, καλούμαστε ωστόσο και οφείλουμε να αποφασίζουμε κάθε φορά  μέχρι ποιο σημείο θα συμβιβαστούμε, πού και πότε θα αντιδράσουμε. Είναι αδύνατον να είμαστε αρεστοί σε όλους, οφείλουμε όμως να είμαστε χρήσιμοι, οφείλουμε να εργαζόμαστε για το κοινό καλό.

-Παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, ειδικά στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών, οι υποψήφιοι να τους γυρνούν την πλάτη και έτσι βλέπουμε χαμηλές βάσεις ή να μην καλύπτονται καν οι θέσεις. Πώς το εξηγείτε αυτό;
Παγκοσμίως, η εκπαίδευση τείνει να ευθυγραμμίζεται με την ψηφιακή εποχή και την αγορά της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και οτιδήποτε σχετίζεται  με την Τεχνολογία τη Μηχανική και τα Μαθηματικά. Οι μαθητές υπό το άγχος της επαγγελματικής αποκατάστασης στρέφονται σε σχολές που υπόσχονται ταχύτερη ή πιο κερδοφόρα απορρόφηση. Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την άμεση ψηφιακή πληροφορία και τη συντομευμένη προσοχή, το γνωστικό αντικείμενο της Αρχαιολογίας φαντάζει «δυσπρόσιτο» και αναχρονιστικό σε έναν νέο που δε διαθέτει αγάπη, πάθος και μεράκι. Παράλληλα, η υποβάθμιση της θέσης των κλασικών γραμμάτων στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Όταν τα αντικείμενα αυτά παρουσιάζονται στα σχολεία με τρόπο στεγνό και αποστειρωμένο, παύουν να εμπνέουν τις νέες ηλικίες.

Οι ανθρωπιστικές σπουδές σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, κρίνονται απολύτως απαραίτητες γιατί λειτουργούν ως το απαραίτητο ηθικό, κριτικό και υπαρξιακό αντίβαρο σε έναν κόσμο που καθοδηγείται από την τεχνολογία, ενώ παράλληλα συμπληρώνουν καίρια τις θετικές επιστήμες,  διδάσκοντας τον άνθρωπο πώς να αναλύει πηγές, να εντοπίζει προκαταλήψεις και να μην καταναλώνει παθητικά το όποιο περιεχόμενο. Προσφέρουν τα εργαλεία για να κατανοήσουμε τις αξίες, την κουλτούρα  και τα κίνητρα των ανθρώπων και των κοινωνιών, ενώ συμβάλλουν στη διατήρηση της πολιτιστικής μας μνήμης και ταυτότητας.
Γι’ αυτό τον λόγο οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που τις προσεγγίζουμε και τις προβάλλουμε.

Του Παναγιώτη Μπαμπαρούτση

Τα πιο σχετικά.