Λυκόδημος: «Ακούγοντας τις σιωπές του», μια δράση για την ανάδειξη του

Λυκόδημος: «Ακούγοντας τις σιωπές του», μια δράση για την ανάδειξη του

Μια μακράς χρονικής διάρκειας δράση με τίτλο «Ακούγοντας τις σιωπές του Λυκόδημου» ξεκινά με πρωτοβουλία ομάδας ανθρώπων που πιστεύουν στη βαθιά, ουσιαστική αναγέννηση του βουνού του Λυκόδημου και των γραφικών χωριών του.

Ο Λυκόδημος αποτελεί έναν τόπο με ιδιαίτερη φυσική ταυτότητα: κρυφά τοπόσημα, ανεμπόδιστη θέα, πλούσια φυσική ομορφιά, ιστορικά μονοπάτια και πολλαπλές διαδρομές που συνδέουν το παρόν με το παρελθόν. Πρόκειται για έναν τόπο που διατηρεί τη σιωπή του, και μέσα από αυτήν αφηγείται ιστορίες.

Κεντρικό στοιχείο της δράσης είναι ο άνθρωπος. Οι κάτοικοι του Λυκόδημου, φορείς μνήμης και βιωμένης εμπειρίας, έχουν να διηγηθούν ιστορίες και να μυήσουν τον επισκέπτη στη φυσική ιδιαιτερότητα και τη γοητεία του τόπου, χωρίς υπερβολές και χωρίς επιφανειακή προσέγγιση.

Η δράση αξιοποιεί το διαδίκτυο και τη θετική δυναμική της κοινωνικής δικτύωσης ως εργαλεία προβολής και συνέχειας.

Η ομάδα των περιηγητών του Λυκόδημου θα προβάλλει συστηματικά υλικό, σκέψεις και δράσεις, σε συνεργασία με ομάδες και ανθρώπους που έχουν επιλέξει την πεζοπορία και τη βιωματική εμπειρία ως τρόπο ελεύθερου χρόνου, αλλά και ως ενεργή συμμετοχή στην αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου.

Το «Ακούγοντας τις σιωπές του Λυκόδημου» δεν αποτελεί μια μεμονωμένη εκδήλωση, αλλά μια ανοιχτή διαδικασία στο χρόνο. Μια ήσυχη, σταθερή προσπάθεια ανάδειξης ενός τόπου που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να βιωθεί, να περπατηθεί και να ακουστεί.

Περιηγητές στο Κόκκινο Μεσσηνίας
Το Κόκκινο δεν το συναντάς τυχαία• το ανακαλύπτεις. Σκαρφαλωμένο στο όρος Λυκόδημο, σε υψόμετρο 531 μέτρων, στέκει σιωπηλό και περήφανο, το τελευταίο χωριό πριν την κορυφή. Ένας τόπος όπου ο αέρας μυρίζει βουνό και οι πλαγιές παραμένουν καταπράσινες, σαν να τις προστάτευσε ο χρόνος από τη φθορά.

Τα πέτρινα σπίτια, σμιλεμένα με υπομονή και μεράκι, κουβαλούν μνήμες αιώνων. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ελάχιστες οικογένειες ζούσαν εδώ, άνθρωποι δεμένοι με τη γη και τις εποχές της. Σήμερα, λιγοστοί αλλά επίμονοι κάτοικοι κρατούν το χωριό ζωντανό, αφήνοντας το Κόκκινο να αναπνέει στους δικούς του, αργούς ρυθμούς.

Γύρω του απλώνονται άλλα χωριά – η Γαμβριά, η Λύκισσα, το Αγνάντιο, οι Αμπελόκηποι και η Μηλίτσα – σαν σημάδια ανθρώπινης παρουσίας μέσα στο φυσικό τοπίο. Λίγο πιο νότια, τα Παναίικα θυμίζουν πως η ιστορία συνεχίζεται και αλλάζει ονόματα. Κι όμως, όσο κι αν το Κόκκινο μοιάζει απομονωμένο, η θάλασσα δεν είναι μακριά. Σε λίγα λεπτά, το βουνό παραδίδει τη θέση του στο γαλάζιο του Μεσσηνιακού.

Το χωριό είναι ένας ζωντανός περίπατος στο παρελθόν. Πέτρινα καλντερίμια, αυλές που μοσχοβολούν χώμα και βροχή, σπίτια που στέκουν ακόμη όρθια, σαν φύλακες μιας αρχιτεκτονικής που άνθισε εδώ και δε θέλει να ξεχαστεί. Κάθε γωνιά του μοιάζει με μικρό, υπαίθριο μουσείο, χωρίς επιγραφές, χωρίς φωνές.

Από το Κόκκινο ξεκινούν δρόμοι και μονοπάτια που χάνονται μέσα στο βουνό. Χωματόδρομοι που σε καλούν να τους ακολουθήσεις χωρίς προορισμό, μόνο με την περιέργεια και τον ήχο των βημάτων σου. Δεν είναι τυχαίο που το χωριό έχει αγαπηθεί από πεζοπόρους και όσους αναζητούν τη σιωπή της φύσης.

Κι όταν επιστρέφεις, καταλαβαίνεις τι πραγματικά είναι το Κόκκινο: ένα πράσινο καταφύγιο. Ένας τόπος κοντά σε γνωστούς προορισμούς, μα τόσο μακριά από τον θόρυβο. Ένα χωριό για όσους θέλουν να θυμηθούν πώς είναι να ζεις απλά, να κοιτάς το βουνό και να αφήνεις το χρόνο να περνά χωρίς να σε πιέζει.

https://sites.google.com/view/visitkokkino

Μάριος Κοντοδήμος, Γιάννης Λάσκαρης