Τα καφενεία που βρίσκονται σε ορεινά και άγονα μέρη της πατρίδας μας, εκτός από χώροι αναψυχής, είναι ταυτόχρονα τόποι συνεύρεσης των κατοίκων. Εκεί συναντά ο κάθε χωρικός τον συγχωριανό του, το φίλο, τον συγγενή του για ν’ ανταλλάξει δυο κουβέντες και να πει τον πόνο του.
Σε αυτούς τους χώρους γίνονται συζητήσεις για τις χαρές και τις λύπες του χωριού, για τις γιορτές και τα πανηγύρια, για παντρολογήματα, αλλά και για κάθε είδους συναλλαγή.
Το καφεδάκι σε αυτά τα μέρη δεν είναι ένα απλό ρόφημα, που πίνεται με μιας, έτσι όπως πίνει κάποιος ένα ποτήρι νερό. Η κατανάλωση του καφέ θέλει ρέγουλα κι έτσι όποιος τον πίνει, απολαμβάνει την κάθε γουλιά σαν το πρώτο φιλί της νιότης.
Ο καφετζής πρέπει να γνωρίζει τα γούστα του κάθε συγχωριανού του, γιατί άλλος θέλει τον καφέ σε χοντρό φλιτζάνι βαρύ γλυκό, άλλος μέτριο με ολίγη, άλλος προτιμάει να κερνιέται από ψηλά με φουσκάλες κι άλλος τον πίνει σκέτο.
Η ανταμοιβή του καφετζή σε ημερήσια βάση γι’ όλα αυτά είναι ζήτημα αν ξεπερνάει τα 30 ευρώ και μ’ αυτά χρήματα πρέπει να καλύψει τις ανάγκες τόσο του μαγαζιού όσο και της οικογένειάς του.
Έρχεται, λοιπόν, στη συνέχεια η Πολιτεία και αντί να πριμοδοτεί αυτόν τον ταλαίπωρο άνθρωπο, στην ουσία τον ποτίζει φαρμάκι. Τον αναγκάζει να έχει φορολογική ενημερότητα, ταμειακή μηχανή με POS και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να πληρώνει λογιστή για να είναι εντάξει με τις φορολογικές του υποχρεώσεις.
Κάτι ανάλογο, δηλαδή, όπως κάνουν τα πολυκαταστήματα στις μεγάλες πόλεις, που έχουν τεράστιο τζίρο και εισπράττουν ημερησίως δεκάδες χιλιάδες ευρώ.
Αυτές οι ακατανόητες αποφάσεις της Πολιτείας ανάγκασαν τα τελευταία χρόνια χιλιάδες μικρομάγαζα στα χωριά της πατρίδας μας να κλείσουν, με συνέπεια να επέλθει μαρασμός στην ελληνική ύπαιθρο.
Για τα ορεινά χωριά της χώρας μας, λοιπόν, κι εκεί που δεν υπάρχει τουρισμός, καλό θα ήταν να δημιουργηθούν ελεύθερες ζώνες οικονομικής συναλλαγής.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δοθεί η δυνατότητα στους κατοίκους αυτών των περιοχών να δραστηριοποιούνται ελεύθερα από οικονομική άποψη, ώστε να ζωντανέψει ξανά ο τόπος.
Διαφορετικά, σε λίγα χρόνια θα ερημώσουν τελείως τα χωριά μας, και εκτός από την οικονομική δυσπραγία, θα χαθεί μαζί τους κι ένας ανεκτίμητος πολιτισμικός θησαυρός.
Όσοι κάτοικοι παραμένουν ακόμα στα χωριά τους, είναι άνθρωποι κάποιας ηλικίας και το κάνουν επειδή αγαπούν τον τόπο τους. Στα χείλη, όμως, όλων αυτών είναι ριζωμένη η πίκρα, γιατί φως στο τούνελ δε βλέπουν και σε καθημερινή βάση ο καφές που πίνουν, είναι βαρύς πικρός!
Του Δημήτρη Ν. Μπουσούνη
bussunis@gmail.com











