Η προβολή στην επικαιρότητα κάποιων τρόπων λειτουργίας του πολιτικού συστήματος που ξεφεύγουν από την έννοια της χρηστής διοίκησης, και του πλαισίου άσκησης καθηκόντων των εκλεγμένων αντιπροσώπων μας, οδηγεί σε έντονο προβληματισμό τους ψηφοφόρους σχετικά με τα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων, κομμάτων και προσώπων, κατά τις επερχόμενες εκλογές.
Για τη διαμόρφωση αυτών των κριτηρίων είναι απαραίτητο ο ψηφοφόρος να τινάξει όλη τη σκόνη της παραφιλολογίας που προβάλλεται με συστηματικό τρόπο μέσω δηλώσεων στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, από πολιτευόμενους και υποστηρικτές τους, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν ως θεμιτές τις παρεμβάσεις υπέρ οικονομικών συμφερόντων κάποιων πολιτών που φθάνουν μέχρι και σε δικαστική έρευνα. Στην ηπιότερη μορφή τους, παρεμβάσεις αυτού του είδους ευνοούν παράνομα κάποιους και βλάπτουν πολύ περισσότερους πολίτες.
Όμως, στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Απλά οι πολίτες χρειάζονται να καταγράψουν και να αναλύσουν τα δεδομένα που κατατίθενται από τα πολιτικά κόμματα, δηλαδή τα προγράμματά τους και τα πρόσωπα που τα διοικούν, με προτεραιότητα στα πρόσωπα των αρχηγών τους. Προηγούμενες κυβερνητικές θητείες αλλά και καταγραμμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις για την άσκηση καθηκόντων διοίκησης φορέων ή επιχειρήσεων κατά το παρελθόν αποτελούν ισχυρά κριτήρια για την πρώτη επιλογή, το κόμμα που πλησιάζει στις ιδέες του κάθε ψηφοφόρου. Όμως, αυτή η επιλογή είναι η πιο εύκολη.
Με δεδομένη την εκλογή των εκπροσώπων της λαϊκής κυριαρχίας μέσω σταυρών προτιμήσεως, η δεύτερη επιλογή, δηλαδή η επιλογή προσώπου για σταυροδότηση, προβάλλει ως δυσκολότερη. Η παραφιλολογία στην οποία προαναφέρθηκα εστιάζει στο χάιδεμα των αδυναμιών του κάθε ψηφοφόρου, ιδιαίτερα των ψηφοφόρων που εντάσσονται στις κοινωνικές τάξεις με χαμηλά εισοδήματα που δεν καλύπτουν με επάρκεια τις βασικές ανάγκες τους. Αυτοί, παρότι οι περισσότεροι έχουν θεωρητικά αίσθηση του δικαίου, στο όνομα των αναγκών τους κάμπτουν την ανελαστικότητά τους σε πρακτικό επίπεδο προκειμένου να σαγηνευτούν από τις προεκλογικές υποσχέσεις των υποψηφίων.
Η πράξη έχει αποδείξει ότι αυτές οι υποσχέσεις στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένουν υποσχέσεις ή παραπέμπουν την υλοποίησή τους σε απροσδιόριστο μέλλον. Οι σημαντικού οικονομικού ή προσωπικού εκτοπίσματος εξυπηρετήσεις από πολιτικούς απευθύνονται κυρίως σε πρόσωπα ή ομάδες με υψηλές δυνατότητες επιρροής για να παραχθούν πολλαπλασιαστικά πολιτικά οφέλη σε αυτούς που τις προσφέρουν.
Αυτό που περιγράφηκε αποτελεί μια ρεαλιστική πραγματικότητα. Αν ο αριθμός αυτών που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία είναι μικρός ή μεγάλος φαίνεται σε ένα βαθμό από τα αποτελέσματα της κάθε εκλογικής διαδικασίας. Δυστυχώς, όμως, αυτά τα αποτελέσματα έχουν συνολικές επιπτώσεις «επί δικαίων και αδίκων», δεδομένου ότι καθορίζουν την πορεία της χώρας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι επιπτώσεις αυτές, ιδιαίτερα σε κρίσιμους καιρούς, πολέμων και οικονομικών ανατροπών που συνεπάγονται, όπως αυτή που διανύομε, μπορεί να είναι μακροχρόνιες και ιδιαίτερα επαχθείς, όπως αυτές που βιώσαμε κατά την προηγούμενη δεκαετία.
Η σειρά αυτών των συλλογισμών και διαπιστώσεων οδηγεί στο τελικό συμπέρασμα «περί του πρακτέου». Δεδομένου ότι τα κόμματα στην εποχή μας είναι πολυσυλλεκτικά και για να πετύχουν τη μεγιστοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος επιδιώκουν να εντάξουν στα ψηφοδέλτιά τους κατά προτεραιότητα άτομα με ισχυρές επιρροές στο εκλογικό σώμα, στον ψηφοφόρο απομένει να κάνει τη δεύτερη επιλογή του: τη σταυροδότηση υποψηφίων από κόμμα που έχει επιλέξει ως πρώτη επιλογή του. Θεωρώ ότι αυτή, η δεύτερη, επιλογή είναι η πιο κρίσιμη. Αν, τελικά, οι αποκαλύψεις σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας μέρους του πολιτικού προσωπικού που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, έχουν αξιολογηθεί από τους πολίτες – ψηφοφόρους με βάση το δίκαιο και τη γενικευμένη κοινωνική ωφελιμότητα, είναι βέβαιο ότι η επιλογή τους μεταξύ των υποψηφίων θα μπορέσει να δώσει ανώτερο ποιοτικά και ωφελιμότερο κοινωνικά εκλογικό αποτέλεσμα.
Το γενικευμένο όφελος σε αυτή την περίπτωση θα προκύψει πολλαπλασιαστικά, διαμορφώνοντας ευνοϊκές συνθήκες συνεργασιμότητας μεταξύ των κομμάτων και στόχευση σε κοινούς στόχους που θα ευνοούν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες της χώρας.
Του Νίκου Ευστρ. Μαραμπέα











