Μήπως το Προεδρικό Μέγαρο δεν ανήκει στην Ελλάδα;
Γιατί, όπως φαίνεται, εκεί η ακρίβεια είναι διαφορετική. Τα τρόφιμα, το ρεύμα και οι καθημερινές ανάγκες μάλλον κοστίζουν περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα.
Διαφορετικά, πώς εξηγείται το επίδομα 250 ευρώ τον μήνα για το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας, της Υπηρεσίας Ασφαλείας του προέδρου και της Προεδρικής Φρουράς; Για ορισμένες θέσεις ευθύνης το ποσό φτάνει τα 300 ευρώ.
Η παροχή ισχύει αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 2026 και το κόστος μόνο για το 2026 υπολογίζεται σε 600.000 ευρώ.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
Δε λέω ότι αυτοί οι εργαζόμενοι δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Ούτε ότι δε δικαιούνται αξιοπρεπείς αποδοχές.
Ρωτώ γιατί το κράτος βρίσκει δημοσιονομικό χώρο για όσους εργάζονται δίπλα στην εξουσία, αλλά όχι για τους υπόλοιπους εργαζομένους και συνταξιούχους.
Η μητέρα μου δούλεψε μια ζωή στα χωράφια και όπου αλλού υπήρχε μεροκάματο. Σε αποθήκες και σε εργασίες επεξεργασίας και συσκευασίας αγροτικών προϊόντων, με λάδια, σύκα, καρπούζια και ό,τι άλλο έβγαζε κάθε εποχή. Δούλεψε κανονικά, με τα ένσημά της, κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Παράλληλα φρόντισε ηλικιωμένους και μεγάλωσε τρία παιδιά με αρχές, χωρίς τις ανέσεις που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Παιδιά που υπηρέτησαν την πατρίδα και πήραν τον δικό τους δρόμο στη ζωή.
Μια ολόκληρη ζωή μεροκάματο, μόχθος, ευθύνη και προσφορά. Και σήμερα το κράτος τής δίνει 520 ευρώ τον μήνα για ρεύμα, τρόφιμα, φάρμακα και όλες τις ανάγκες της.
Για εκείνη δε βρέθηκαν 250 ευρώ επιπλέον. Όταν, όμως, φτάνουμε στο Προεδρικό Μέγαρο, τα χρήματα βρίσκονται και, μάλιστα, αναδρομικά.
Αυτά είναι τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά.
Το είπαν «επαναφορά»
Από την Προεδρία υποστηρίζεται ότι δεν πρόκειται για καινούργιο επίδομα, αλλά για επαναφορά παλαιότερης παροχής που είχε καταργηθεί.
Ακόμη κι έτσι, η ουσία δεν αλλάζει. Πρόκειται για 250 ή 300 ευρώ επιπλέον κάθε μήνα, πληρωμένα από το κράτος.
Αν η «επαναφορά» είναι το επιχείρημα, τότε να επανέλθουν και όσα αφαιρέθηκαν από τους συνταξιούχους και τους υπόλοιπους εργαζομένους. Να συζητηθούν ο 13ος και ο 14ος μισθός στο Δημόσιο και τα αντίστοιχα δώρα στις συντάξεις.
Δεν μπορεί η «επαναφορά» να ανοίγει την πόρτα για τους ανθρώπους της Προεδρίας και να την κλείνει για τη μητέρα μου και για χιλιάδες συνταξιούχους και εργαζομένους που μόχθησαν μια ζωή.
Ή η αποκατάσταση θα αφορά όλους ή δε θα είναι αποκατάσταση, αλλά επιλεκτική εύνοια.
Οι λέξεις αλλάζουν, ο λογαριασμός μένει
Στο ΦΕΚ το ονόμασαν «επίδομα ειδικών καθηκόντων». Αν υπάρχουν καθήκοντα που το δικαιολογούν, η εξουσία οφείλει να τα εξηγήσει καθαρά.
Όχι με κωδικούς και υπηρεσιακές διατυπώσεις που καταλαβαίνουν μόνο οι ειδικοί, αλλά με λόγια που καταλαβαίνει ο πολίτης που πληρώνει.
Γιατί ο λογαριασμός μπορεί να γράφεται στη γλώσσα της γραφειοκρατίας, αλλά εξοφλείται με τους φόρους του λαού.
Αν ο κύριος Τασούλας έπρεπε να πληρώσει από το ταμείο μιας δικής του επιχείρησης, θα αποφάσιζε τόσο εύκολα μια παροχή 250 ή 300 ευρώ;
Εδώ δε μοιράζονται δικά τους χρήματα. Μοιράζονται τους φόρους, τους κόπους και τον μόχθο των άλλων.
Ο ένας ξενυχτά για να βγει ο λογαριασμός. Ο άλλος αποφασίζει και προχωρά.
Το Δημόσιο δεν είναι τσιφλίκι κανενός. Από τη θέρμανση μέχρι τον τελευταίο μισθό και το τελευταίο χαρτί υγείας, όλα πληρώνονται από τον ελληνικό λαό.
Η απόσταση από την πραγματική αγορά
Τυπικά ο κύριος Τασούλας είναι δικηγόρος. Η διαδρομή του, όμως, είναι κυρίως η διαδρομή ενός επαγγελματία της πολιτικής, μέσα σε κομματικές, κοινοβουλευτικές και κρατικές θέσεις.
Γνωρίζει καλά πώς λειτουργεί το κράτος. Το ερώτημα είναι αν αισθάνεται εξίσου καλά την αγωνία εκείνου που το χρηματοδοτεί.
Εξελέγη πρόεδρος με 160 ψήφους, χωρίς τη συναίνεση άλλου κοινοβουλευτικού κόμματος. Η εκλογή του ήταν νόμιμη, αλλά πολιτικά στενά κομματική. Γι’ αυτό κάθε κίνησή του θα έπρεπε να δείχνει ακόμη περισσότερο μέτρο, δικαιοσύνη και ίση μεταχείριση.
Να μας δώσετε και εμάς μία κατσίκα
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έλεγε το γνωστό ανέκδοτο με τον Έλληνα που, αντί να ζητήσει και ο ίδιος μία κατσίκα, ζήτησε να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα. Εμείς δε ζητάμε να χάσουν το επίδομα οι εργαζόμενοι της Προεδρίας. Δε θέλουμε να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα. Ζητάμε από το κράτος να δώσει και στους υπόλοιπους μία κατσίκα. Γιατί, αν το κράτος έχει χρήματα για εκείνους, γιατί να μην έχει και για εμάς;
Να δείξει την ίδια ευαισθησία στον χαμηλοσυνταξιούχο, στον μισθωτό, στον πυροσβέστη, στον νοσηλευτή και στον ελεύθερο επαγγελματία που χρηματοδοτεί όλα αυτά.
Κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι να κατεβάζουμε εκείνον που πήρε κάτι παραπάνω. Είναι να ανεβάζουμε εκείνον που έμεινε πίσω.
Γιατί, τελικά, το κράτος δεν είναι φτωχό. Απλώς επιλέγει για ποιους έχει χρήματα. Είναι εύκολο να είσαι κουβαρντάς με τα χρήματα των άλλων.
Δύσκολο είναι να υπηρετείς την εξουσία με μέτρο, δικαιοσύνη και λογοδοσία.
Του Σωτήριου Μάλαμα
Ελεύθερου επαγγελματία – ανθρώπου της αγοράς
























