Οι πυρκαγιές, οι καύσωνες και τα ακραία φαινόμενα αποδεικνύουν ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα, πολιτική βούληση και ουσιαστική διεθνής συνεργασία
Οι πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές και οι καύσωνες που έπληξαν πολλές περιοχές του πλανήτη, φέρνουν και πάλι στην επικαιρότητα την κλιματική αλλαγή. Ο όρος «κλιματική αλλαγή» ίσως είναι πλέον ανεπαρκής, καθώς δεν περιγράφει μια μεταβολή που εξελίσσεται σταδιακά. Αυτό που βιώνουμε, όμως, δεν είναι ούτε προσωρινό ούτε παροδικό. Πρόκειται για μια διαρκή και ολοένα εντονότερη ανατροπή των κλιματικών ισορροπιών.
Θα πρέπει, επομένως, να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε ήδη αντιμέτωποι με μια συνεχιζόμενη κλιματική επιδείνωση.
Οι υψηλές θερμοκρασίες συνοδεύονται από εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές, οι οποίες εκδηλώνονται πλέον σε ολόκληρο τον πλανήτη, ακόμη και σε χώρες που θεωρούνταν καλύτερα προετοιμασμένες και διαθέτουν πιο οργανωμένους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, όπως: Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και ΗΠΑ.
Οι πυρκαγιές έχουν αποκτήσει αυξανόμενη ένταση και επικινδυνότητα. Κάθε καλοκαίρι οι επιπτώσεις τους γίνονται εντονότερες, καθώς περιορίζονται τα δάση, αυξάνεται η θερμοκρασία στις πόλεις και επιβαρύνεται η ποιότητα του αέρα. Η βλάστηση που καταστρέφεται από τη φωτιά χρειάζεται πολλά χρόνια για να αναγεννηθεί και, σε αρκετές περιπτώσεις, η πλήρης αποκατάστασή της είναι αδύνατη.
Έτσι, κάθε επόμενο καλοκαίρι αναμένεται θερμότερο, με μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση των υψηλών θερμοκρασιών. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που ενισχύει διαρκώς την κλιματική κρίση.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν εδώ και χρόνια για την ανθρωπογενή κλιματική επιδείνωση, η οποία προκαλείται κυρίως από την καύση υδρογονανθράκων και γαιανθράκων. Οι περισσότερες χώρες του ΟΗΕ – με κραυγαλέα – εξαίρεση τις ΗΠΑ, υιοθέτησαν το Πρωτόκολλο του Κιότο, με στόχο τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Ωστόσο, η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη έχει ήδη ξεπεράσει τα κρίσιμα όρια. Οι μηχανισμοί προσαρμογής της φύσης και των ανθρώπινων οργανισμών δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να ανταποκριθούν. Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, η κλιματική επιδείνωση θα καθορίσει αρνητικά το μέλλον της ανθρωπότητας.
Το γεγονός ότι η σημερινή κρίση είναι ανθρωπογενής σημαίνει ότι και η αντιμετώπισή της πρέπει να είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δράσης. Αυτό, όμως, δεν είναι εύκολο. Προϋποθέτει συνειδητοποίηση της μεγάλης ευθύνης που φέρουν οι κοινωνίες και, κυρίως, όσοι λαμβάνουν τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σοβαρότερο πρόβλημα. Σε ολόκληρο τον κόσμο παρατηρείται συχνά αναντιστοιχία ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην εφαρμογή των νόμων. Πολυεθνικές επιχειρήσεις, ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και οργανωμένες ομάδες πίεσης επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, δυσκολεύοντας τη λήψη ουσιαστικών μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος.
Οι ΗΠΑ δεν υπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Κιότο, επικαλούμενες τις πιέσεις και τις απαιτήσεις των εταιρειών πετρελαιοειδών. Παράλληλα, ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, μολονότι υπέγραψαν τις διεθνείς συμφωνίες, δυσκολεύονται να εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις τους στην πράξη. Οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες της Ευρώπης δε φαίνεται πρόθυμοι να αναλάβουν το πραγματικό κόστος της κλιματικής μετάβασης, φοβούμενοι ότι θα χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους απέναντι σε άλλες οικονομίες.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει συστήσει αρμόδιο υπουργείο για την κλιματική αλλαγή, χωρίς όμως να έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις καταστροφικές δασικές πυρκαγιές που επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαίρι. Τα διαθέσιμα οικονομικά και τεχνικά μέσα δεν επαρκούν όταν απουσιάζουν η μακροπρόθεσμη πρόληψη, η προετοιμασία και ένα συνεκτικό σχέδιο με βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι σύγχρονες κυβερνήσεις, οι οποίες συχνά εξαρτώνται από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, μπορούν πράγματι να δώσουν βιώσιμες λύσεις. Μήπως πρέπει να πάψουμε να περιμένουμε τα πάντα από τους εκάστοτε κυβερνώντες; Μήπως είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας, να δημιουργηθούν ευρύτερες συνεργασίες και να αναζητηθούν λύσεις μέσα από πρωτοβουλίες ενεργών πολιτών;
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά μια ολοκληρωμένη πολιτική για «Ζωντανά Χωριά – Λιγότερες Φωτιές». Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, οι ακαλλιέργητες εκτάσεις, οι απεριποίητοι ελαιώνες, τα κλειστά μονοπάτια και η συσσώρευση ξερής βιομάζας αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης και εξάπλωσης των πυρκαγιών. Αντίθετα, ένα κατοικημένο, καλλιεργημένο και συντηρημένο αγροτικό τοπίο αποτελεί ουσιαστική γραμμή πρόληψης. Απαιτούνται κίνητρα για την επιστροφή κατοίκων και νέων επαγγελματιών στα χωριά, στήριξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, καθαρισμός των αγροτικών και δασικών διαδρομών, αξιοποίηση της βιομάζας, δημιουργία τοπικών ομάδων επιτήρησης και ενίσχυση των βασικών υποδομών.
Η αναζωογόνηση των αγροτικών κοινοτήτων δεν είναι μόνο δημογραφική και αναπτυξιακή ανάγκη· αποτελεί κρίσιμη πολιτική κλιματικής ανθεκτικότητας και προστασίας από τις πυρκαγιές. Γιατί ζωντανά χωριά σημαίνουν λιγότερες φωτιές.
Η κλιματική κρίση δεν αφήνει περιθώρια για άλλες αναβολές. Απαιτεί αλλαγή πολιτικής, οικονομικών προτεραιοτήτων και καθημερινών συμπεριφορών. Κυρίως, απαιτεί μια κοινωνία ενημερωμένη, ενεργή και αποφασισμένη να διεκδικήσει το δικαίωμά της σε ένα βιώσιμο μέλλον.
Ο σκοπός αυτού του άρθρου θα έχει επιτευχθεί, εάν έστω και ένα μικρό μέρος των αναγνωστών προβληματιστεί και αναλάβει δράση.
Του δρος Σταύρου Μαυρέα
Ακτινοθεραπευτή ογκολόγου, τέως διευθυντή του ΕΣΥ

























