Το αρχέγονο μοιρολόι που ένωσε Ελλάδα και Βουλγαρία – Ένα αναπάντεχο ηχητικό κύμα στα μέσα των ’90s
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ένα παράξενο ηχητικό κύμα κατέκλυσε τα ελληνικά ραδιόφωνα και την τηλεόραση. Χωρίς κανένα προφανές διαφημιστικό προμοτάρισμα, μια υποβλητική, σχεδόν απόκοσμη γυναικεία φωνή άρχισε να τραγουδά σε μια γλώσσα που οι περισσότεροι Έλληνες δεν καταλάβαιναν, πάνω από ένα μοντέρνο ηλεκτρονικό-ambient χαλί. Ήταν η Στέφκα Σαμποτίνοβα (Stefka Sabotinova) με το “Prituri se planinata”.
Αυτό που πολλοί θεώρησαν τότε ως μια εφήμερη, εξωτική μουσική μόδα της εποχής, στην πραγματικότητα ήταν κάτι πολύ βαθύτερο: ένα συγκλονιστικό πολιτισμικό deja vu. Το ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο δεν αντέδρασε σε κάτι «ξένο», αλλά αναγνώρισε ακαριαία τον δικό του αρχέγονο εαυτό. Το τραγούδι αυτό δεν αποτελεί μια απλή μουσική σύμπτωση, αλλά ένα ζωντανό επιστημονικό τεκμήριο μιας ενιαίας πολιτισμικής δεξαμενής που συνδέει την Ελλάδα και τη Βουλγαρία από την απώτατη αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Δύο βοσκοί και η αδυσώπητη ιεράρχηση του πόνου
Για να κατανοήσουμε την κοινωνιολογική βαρύτητα του κομματιού, πρέπει να σταθούμε στους στίχους του. Το τραγούδι αφηγείται μια αρχετυπική τραγωδία: ένα βουνό υποχωρεί και καταπλακώνει δύο νεαρούς βοσκούς. Καθώς παγιδεύονται κάτω από τον όγκο της γης, ο πρώτος παρακαλά το βουνό να τον ελευθερώσει γιατί τον περιμένει η αγαπημένη του. Ο δεύτερος ζητά έλεος γιατί τον καρτερά η μάνα του.
Η απάντηση του προσωποποιημένου βουνού είναι αδυσώπητη και σοκαριστικά ρεαλιστική: «Η αγαπημένη θα κλάψει από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, και το βράδυ θα σε έχει ξεχάσει στην αγκαλιά άλλου. Όμως, η μάνα θα κλαίει μέχρι να μπει στον τάφο».
Αυτή η ωμή ιεράρχηση του πόνου δεν είναι μια τυχαία ποιητική έμπνευση. Αποτελεί το αποτύπωμα μιας κοινής βαλκανικής ηθικής και κοινωνικής δομής.
Από την «Αντιγόνη» στα ελληνικά μοιρολόγια
Ανθρωπολογικά, η απόλυτη κυριαρχία του μητρικού δεσμού έναντι του συζυγικού ή του ερωτικού είναι ένας κοινός κώδικας που διατρέχει την ελληνική γραμματεία από την αρχαιότητα.
Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η ηρωίδα προβαίνει σε μια διάσημη κοινωνιολογική διαπίστωση: εξηγεί ότι επιλέγει να θυσιάσει τη ζωή της για να θάψει τον αδελφό της, διότι αν έχανε έναν σύζυγο ή ένα παιδί, θα μπορούσε να αποκτήσει άλλα• τώρα όμως που οι γονείς της έχουν πεθάνει, δε θα μπορούσε να αποκτήσει ποτέ ξανά αδελφό. Η συγγένεια εξ αίματος και η κοινή μήτρα υπερέχουν της κοινωνικής σύμβασης του γάμου.
Αυτή ακριβώς η αρχαία θεώρηση επιβιώνει αυτούσια στα ελληνικά μοιρολόγια και στα δημοτικά τραγούδια μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Στο πασίγνωστο παραδοσιακό κομμάτι «Ο θάνατος του ναύτη», οι στίχοι συμπίπτουν σχεδόν λέξη προς λέξη με το βουλγαρικό αντίστοιχο:
«Η γυναίκα κλαίει τον άντρα της έναν χρόνο ή δύο, / τα αδέλφια κλαίνε τρεις μήνες, / αλλά η μάνα κλαίει ώσπου να μπει στο χώμα».
Δεν πρόκειται για λογοκλοπή, αλλά για παράλληλη πολιτισμική εξέλιξη. Και οι δύο λαοί, δομημένοι πάνω σε κλειστές, αγροτικές και πατριαρχικές κοινωνίες, αναγνώριζαν τη μάνα ως τον μοναδικό, ακλόνητο πυλώνα της οικογενειακής συνοχής και της ανιδιοτελούς αγάπης.
Η κοινή μοίρα της ορεινής ζωής
Οι πρωταγωνιστές του τραγουδιού είναι βοσκοί. Από την αρχαιότητα, με τους αρχαίους Θράκες, μέχρι και τη δεκαετία του 1980, η οικονομία και η καθημερινότητα στα Βαλκάνια καθορίζονταν από την ημινομαδική κτηνοτροφία.
Πληθυσμοί όπως οι Σαρακατσάνοι και οι Βλάχοι μετακινούσαν τα κοπάδια τους αγνοώντας τα τεχνητά πολιτικά σύνορα. Το καλοκαίρι βρίσκονταν στα βουνά της Βουλγαρίας (στον Αίμο και τη Ροδόπη) και τον χειμώνα κατέβαιναν στις πεδιάδες της ελληνικής Μακεδονίας και Θράκης.
Αυτή η διασυνοριακή συμβίωση σφυρηλάτησε κοινές εμπειρίες. Ο φόβος της άγριας φύσης, οι κατολισθήσεις, οι ξαφνικές καταιγίδες και ο θάνατος στην ερημιά του βουνού ήταν μια καθημερινή, απτή πραγματικότητα. Το “Prituri se planinata” τραγουδούσε τον πραγματικό, καθημερινό τρόμο των ανθρώπων της υπαίθρου – έναν τρόμο που παρέμεινε ζωντανός και στις δύο πλευρές των συνόρων μέχρι τη σύγχρονη αστικοποίηση της δεκαετίας του 1970 και του 1980.
Όταν τα βουνά αποκτούν ανθρώπινη λαλιά
Ένα άλλο κοινό στοιχείο που καθηλώνει επιστημονικά τους λαογράφους είναι η προσωποποίηση της φύσης. Στο βουλγαρικό τραγούδι, το βουνό έχει φωνή, συνείδηση και κρίνει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Αυτό το μοτίβο είναι ο θεμέλιος λίθος της ελληνικής κλέφτικης ποίησης. Στα τραγούδια της Τουρκοκρατίας, τα οποία διδάσκονταν στα ελληνικά σχολεία μέχρι τη δεκαετία του 1980, η φύση συμμετέχει ενεργά στο ανθρώπινο δράμα: «Ο Όλυμπος και ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν» ή «Μάνα μου, τα κλεφτόπουλα κλαίνε, τα δέντρα κλαίνε».
Αυτή η ανιμιστική προσέγγιση, που επιβίωσε από την αρχαία διονυσιακή και θρακική λατρεία, δείχνει ότι Έλληνες και Βούλγαροι έμαθαν να ερμηνεύουν τον κόσμο με τα ίδια ακριβώς μεταφορικά εργαλεία.
Marcel Cellier: Η ελβετική ανακάλυψη πίσω από το παραπέτασμα
Η παγκόσμια πορεία αυτού του αρχέγονου ήχου οφείλεται σε μια ιστορική σύμπτωση και στην επιμονή ενός ανθρώπου: του Ελβετού εθνομουσικολόγου και παραγωγού Marcel Cellier (Μαρσέλ Σελιέ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο Cellier ταξίδεψε πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα και έμεινε άναυδος από τον πολυφωνικό πλούτο των γυναικείων βουλγαρικών φωνών.
Ο Cellier συγκέντρωσε αυτές τις μοναδικές ερμηνείες –ανάμεσά τους και τη συγκλονιστική φωνή της Στέφκας Σαμποτίνοβα– και τις κυκλοφόρησε στη Δύση με τον εμβληματικό τίτλο “Le Mystere des Voix Bulgares” (Το Μυστήριο των Βουλγαρικών Φωνών). Η ανακάλυψή του κέρδισε βραβείο Grammy το 1990 και απέδειξε επιστημονικά στον κόσμο ότι η παραδοσιακή μουσική των Βαλκανίων δεν ήταν μια τοπική ιδιαιτερότητα, αλλά ένα παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Όταν το “Prituri se planinata” διασκευάστηκε με modern-ambient ήχο στα 90s, η βάση είχε ήδη τεθεί από το όραμα του Cellier.
Ηθική Φιλοσοφία και ο «Βαλκανικός Γλωσσικός Δεσμός»
Κοινωνιολόγοι και ανθρωπολόγοι επισημαίνουν ότι η ηθική φιλοσοφία των δύο λαών είναι βαθιά κοινοτική (collectivist) και όχι ατομικιστική. Η μοίρα του ατόμου καθορίζεται από τη σχέση του με την κοινότητα και την οικογένεια. Όπως σημειώνουν διαπρεπείς μελετητές της βαλκανικής λαογραφίας, ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ιδιωτικό γεγονός, αλλά ως μια διατάραξη της συμπαντικής και κοινωνικής τάξης. Το βουνό τιμωρεί ή κρίνει με βάση έναν άγραφο, ηθικό νόμο που σέβεται το αίμα και τη γέννηση (τη μάνα) πάνω από την εφήμερη κοινωνική επιλογή (τον έρωτα).
Παράλληλα, εξαιρετικοί γλωσσολόγοι που έχουν μελετήσει το λεγόμενο «Βαλκανικό Γλωσσικό Δεσμό» (Balkan Sprachbund), αποδεικνύουν ότι η εγγύτητα των δύο λαών είναι χαραγμένη ακόμα και στη δομή της σκέψης τους. Παρόλο που η ελληνική και η βουλγαρική γλώσσα ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες (ινδοευρωπαϊκή και σλαβική αντίστοιχα), μοιράζονται κοινά συντακτικά και γραμματικά χαρακτηριστικά που δεν υπάρχουν σε άλλες σλαβικές γλώσσες – όπως η απώλεια του απαρεμφάτου και η χρήση κοινών ιδιωματικών εκφράσεων. Αυτή η γλωσσολογική σύγκλιση αντικατοπτρίζει τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο οι δύο λαοί δομούν τα ποιητικά τους σχήματα, τις μεταφορές τους και, τελικά, τα τραγούδια τους.
Μια μουσική γέφυρα πάνω από τα σύνορα
Όταν το 1994 η Στέφκα Σαμποτίνοβα κυκλοφόρησε τη modern-ambient εκδοχή του τραγουδιού, η Βουλγαρία προσπαθούσε ακόμα να βρει τα βήματά της μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Τα σύνορα είχαν ανοίξει, αλλά η πολιτική και οικονομική καχυποψία ήταν ακόμα παρούσα.
Η τεράστια επιτυχία του κομματιού στην Ελλάδα απέδειξε ότι η τέχνη μπορεί να παρακάμψει τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Η μουσική κλίμακα του τραγουδιού, βασισμένη στους αρχαίους θρακικούς ρυθμούς και τους βυζαντινούς δρόμους, «κούμπωσε» αμέσως με το ακουστικό DNA των Ελλήνων.
Το “Prituri se planinata” δεν ήταν ένα ξένο hit. Ήταν η απόδειξη ότι κάτω από τα στρώματα της σύγχρονης ιστορίας, των πολέμων και των συνόρων, οι λαοί των Βαλκανίων μοιράζονται την ίδια ψυχή, τον ίδιο σεβασμό για τη φύση και τον ίδιο αιώνιο θρήνο για τη μάνα που μένει πίσω.
Του Γιώργου Φερετζάκη
Δικηγόρου, συγγραφέα



























