Είναι τεράστιες οι ποσότητες του νερού που χάνονται από τη ΔΕΥΑΚ. Τα νούμερα που καταγράφονται σε δύο μεγάλες μελέτες της Δημοτικής Επιχείρησης ζαλίζουν. Η αντλούμενη ποσότητα νερού ανέρχεται σε 10.000.000 κυβικά μέτρα περίπου τον χρόνο, όμως η ποσότητα που καταναλώνεται είναι 5.800.000 κυβικά. Τι γίνονται τα υπόλοιπα 4.200.000 κυβικά; 

Τα νούμερα αυτά τα δίνει η «Μελέτη κοστολόγησης – τιμολόγησης υπηρεσιών ύδατος της ΔΕΥΑΚ», που είναι περσινή. Υπάρχει,όμως, και το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος της ΔΕΥΑΚ, το οποίο παρελήφθη στην τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιχείρησης και στο οποίο σημειώνεται ότι από το εισερχόμενο νερό στο δίκτυο της ΔΕΥΑΚ σχεδόν το 1/4 δεν τιμολογείται: «Σημαντική πρόκληση για τη λειτουργία του συστήματος αποτελεί το ποσοστό των πραγματικών απωλειών, το οποίο ανέρχεται σε 23,48% του όγκου που εισέρχεται στο δίκτυο». 

Από τη μια, οι ζημιές στα δίκτυα της ΔΕΥΑΚ και, από την άλλη, οι παράνομες συνδέσεις με αγωγούς για την κλοπή νερού, έχουν ως αποτέλεσμα να χάνονται τεράστιες ποσότητες, σε εποχή μάλιστα κλιματικής κρίσης και πιθανής επερχόμενης λειψυδρίας, αλλά και να χαρατσώνονται οι πολίτες με αυξήσεις των τιμολογίων, οι οποίες γίνονται επειδή η επιχείρηση δεν μπορεί να βρει αυτούς που κλέβουν και να τους βάλει να πληρώσουν, καθώς και να επισκευάσει τα σημεία των διαρροών. 

Σημειώνει το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος της ΔΕΥΑΚ: «Οι πραγματικές απώλειες ανέρχονται σε 7.519,72 L ανά χιλιόμετρο δικτύου ανά ημέρα και οι φαινόμενες απώλειες σε 3.425,88 L ανά χιλιόμετρο δικτύου ανά ημέρα, ενώ το μη ανταποδοτικό νερό διαμορφώνεται σε 4.311,97 m3/km/έτος και οι απώλειες του εξωτερικού δικτύου σε 1.187,04 m3/km/έτος. Οι τιμές αυτές καταδεικνύουν αξιοσημείωτες διαρροές, ιδίως σε τμήματα παλαιότερων αγωγών, και υποδηλώνουν μέτρια αποδοτικότητα διαχείρισης των απωλειών, δεδομένου ότι σχεδόν το ένα τέταρτο του εισερχόμενου όγκου δεν καταλήγει σε τιμολογούμενη κατανάλωση. Αναδεικνύεται, συνεπώς, η ανάγκη ενίσχυσης των δράσεων ενεργού ελέγχου διαρροών, δημιουργίας ζωνών ελέγχου πίεσης (District Metered Areas, DMAs), βελτιστοποίησης των πιέσεων λειτουργίας, αντικατάστασης των παρωχημένων υδρομέτρων για τον περιορισμό των φαινόμενων απωλειών και συστηματικής ανανέωσης των δικτύων».

Δεν είναι, όμως, μόνο το νερό που χάνεται, αλλά και η παλαιότητα των εξωτερικών δικτύων, η οποία επίσης αποτελεί πρόβλημα, για το οποίο το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος σημειώνει: «Όσον αφορά στην ηλικιακή κατανομή των αγωγών, καταγράφεται σημαντικός βαθμός παλαιότητας στο εξωτερικό υδραγωγείο, όπου το 75,5% των αγωγών είναι ηλικίας άνω των 30 ετών, ενώ στο εσωτερικό δίκτυο διανομής το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 24,6%. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι οι μεγαλύτερες ανάγκες ανανέωσης εντοπίζονται στο εξωτερικό υδραγωγείο, του οποίου η προχωρημένη παλαιότητα αυξάνει την πιθανότητα αστοχιών, διαρροών και διακοπών υδροδότησης. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμη η προτεραιοποίηση της σταδιακής αντικατάστασης των παλαιότερων τμημάτων, με βάση συστηματική καταγραφή της ηλικίας και του κύκλου ζωής των αγωγών». 

Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η ΔΕΥΑΚ έχει σε εξέλιξη πρόγραμμα αντικατάστασης δικτύων ύδρευσης στην πόλη της Καλαμάτας. Τα τελευταία χρόνια έχουν αντικατασταθεί περίπου 75 χιλιόμετρα δικτύου. Ο δε καινούργιος κεντρικός αγωγός υδροδότησης, όταν κάποτε τελειώσει και λειτουργήσει, θα δώσει λύσεις στην κλοπή νερού με παράνομες συνδέσεις. 

Επάρκεια
Η μελέτη κοστολόγησης – τιμολόγησης υπηρεσιών ύδατος της ΔΕΥΑΚ σημειώνει ότι «η επάρκεια πόσιμου νερού αξιολογείται ως ιδιαίτερα ικανοποιητική, καθώς η διαθέσιμη ποσότητα νερού από τις υποδομές ύδρευσης ανέρχεται σε 115,16 m3 ανά εξυπηρετούμενο κάτοικο ανά έτος, γεγονός που υποδηλώνει επαρκή διαθεσιμότητα υδατικών πόρων για την κάλυψη των υφιστάμενων αναγκών ύδρευσης».

Στο Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Υδάτων υπάρχει διαφοροποίηση ως προς την ποσότητα νερού που καταναλώνεται, καθώς σημειώνει ότι «η μέση κατανάλωση ανά υδρομετρητή ανέρχεται σε 124,38 m3, στοιχείο που αποτυπώσει σταθερότητα στη ζήτηση και λειτουργική ωριμότητα του συστήματος». 

Επιπλέον, στο Γενικό Σχέδιο αναφέρεται ότι το σύστημα ύδρευσης «διαθέτει πλήρη τηλεμετρία (100%) και υψηλό βαθμό ψηφιοποίησης (75%). Ωστόσο, υπάρχει περιθώριο βελτίωσης μέσω ενίσχυσης των δράσεων περιορισμού διαρροών, εκσυγχρονισμού του δικτύου, ιδίως του παλαιότερου εξωτερικού υδραγωγείου, όπου το 75,5% των αγωγών υπερβαίνει τα 30 έτη, και επέκτασης των συστημάτων ελέγχου».
Στ.Μ. 

Απόλαυση
Απόλαυση

Τα πιο σχετικά.