Συκιά, η καλλιέργεια που επανακάμπτει


Για καλλιέργεια που επανακάμπτει, λόγω της υψηλής ποιότητας των καρπών της και της αυξημένης ζήτησής τους διεθνώς, γίνεται λόγος στο αφιέρωμα για τη συκιά στο περιοδικό «Κτήμα και Κήπος» που κυκλοφόρησε με την «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής.
«Πριν από μόλις μία εικοσαετία η χώρα μας καταλάμβανε τη δεύτερη θέση στη λίστα της παγκόσμιας παραγωγής σύκου, με περίπου 90.000 τόνους ετησίως, σήμερα όμως δεν ξεπερνά τη μάλλον θλιβερή επίδοση των 20.000 τόνων σε νωπό καρπό. Δε χρειάζεται να αναλύσουμε τα αίτια αυτής της παρακμής. Όποιος δεν είναι εντελώς αποκομμένος από την ύπαιθρο, αντιλαμβάνεται τι περίπου συνέβη» σημειώνεται στο ρεπορτάζ, ενώ γίνεται αναφορά στους παλιούς συκεώνες που ρήμαξαν, ακόμη και σε παραδοσιακές περιοχές καλλιέργειας του σύκου, όπως η Μεσσηνία.
Σε αντίθεση, τονίζεται η έμφαση που πρέπει να δοθεί στην ποιότητα: «Δεν μπορούμε ούτε πρέπει να ανταγωνιστούμε σε επίπεδο ποσοτήτων την Τουρκία και την Αίγυπτο, οι οποίες μαζί παράγουν ετησίως περίπου 500.000 τόνους σύκου. Διαθέτουμε, όμως, το συγκριτικό πλεονέκτημα του να μπορούμε εύκολα να ξελογιάσουμε με το προϊόν μας τον εξευγενισμένο ουρανίσκο και να αποκτήσουμε φανατικούς φίλους ανάμεσα στην πιο εκλεκτική μερίδα των καταναλωτών. Μα αρκούν αυτοί για να στηρίξουν τις επενδύσεις που απαιτούνται για το νέο ξεπέταγμα του ελληνικού σύκου; Είμαι πεπεισμένος πως φτάνουν και περισσεύουν» γράφει ο Ορέστης Δαβίας και συνεχίζει: «Λόγω των λιγοστών απαιτήσεων που έχει σε καλλιεργητικές φροντίδες η συκιά, θα μπορούσε ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής της να πιστοποιείται ως βιολογικό, για να καλύπτει τις ανάγκες όσων διατρέφονται υγιεινά». Ως σπουδαιότερες ελληνικές ποικιλίες σύκου αναφέρονται τα μαύρα και τα λευκά Βασιλικά, τα Σμυρναίικα, τα Κύμης, τα Καλαματιανά, τα Πολίτικα και τα μαύρα Μαρκοπούλου.
Στο ίδιο αφιέρωμα η Τάνια Γεωργιοπούλου γράφει για τη μείωση των ξερών σύκων: «Την τελευταία εικοσιπενταετία οι παραγόμενες ποσότητες ξερών σύκων έχουν μειωθεί δραματικά από 15.000 τόνους σε μόλις 5.000 τόνους σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Κι αυτό τη στιγμή που η καλλιέργεια της συκιάς είναι σχετικά εύκολη, δίχως προβλήματα από ασθένειες, και δίνει προϊόν με μεγάλη ζήτηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η απάντηση σε αυτό το παράδοξο γεγονός είναι ότι οι καλλιεργητές στη χώρα μας στράφηκαν τα τελευταία χρόνια σε άλλες επιδοτούμενες καλλιέργειες».
 
«Rolls Royce» των φρούτων
Από την πλευρά του, ο Καλαματιανός έμπορος – εξαγωγέας νωπών σύκων, Μενέλαος Γερονικολός, μιλώντας στο αφιέρωμα του περιοδικού, παρατηρεί ότι στο εξωτερικό χαρακτηρίζουν τα σύκα «Rolls Royce των φρούτων» και, μάλιστα, σε οποιαδήποτε μορφή: νωπά, σε κονσέρβα η ξερά. «Όσες ποσότητες και να παραχθούν στην Ελλάδα, η αγορά θα τις απορροφήσει» προσθέτει, τονίζοντας ότι ο ίδιος, που εξάγει στην Αγγλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Σουηδία και το Βέλγιο, δεν μπορεί να καλύψει τις παραγγελίες των πελατών του.
«Πάντως, το όφελος για τους παραγωγούς θα ήταν μεγάλο αν πωλούσαν σύκα και στις δύο μορφές, δηλαδή μάζευαν πρώτα τα νωπά και στη συνέχεια συγκόμιζαν τη νέα παραγωγή για να την αποξηράνουν» εξηγεί.  
Επιμέλεια: Μ.Ν.