Ν. Γιαννακοπούλου και Ι. Χριστόπουλος μιλούν για το 10o Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ


Τι θα πρέπει να περιμένουμε από το 10ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ και τι προοπτικές υπάρχουν, ρωτήσαμε στελέχη του Κινήματος, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των εργασιών του, σε μία κρίσιμη και για την Ελλάδα κατάσταση.
Τις απόψεις τους μας εξέφρασαν το μέλος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, Νάντια Γιαννακοπούλου και ο γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής Μεσσηνίας, Ι. Χριστόπουλος.

Νάντια Γιαννακοπούλου

«Συνέδριο ΠΑΣΟΚ: αλλαγή σελίδας
για την αναγέννηση της Παράταξης»

Βρισκόμαστε λίγες μόλις εβδομάδες πριν από το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Ένα συνέδριο προγραμματικό, πολιτικό, αξιακό και ανοιχτό σε όλους. Ένα συνέδριο με χαρακτηριστικά μετεξέλιξης και μετάβασης στην επόμενη ημέρα, ταυτισμένο με την ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ.
Οι μέρες που θα μεσολαβήσουν έως την 5η Ιουνίου, ημέρα έναρξης του Συνεδρίου, θα είναι μέρες ενδιαφέρουσες και πυκνές σε πολιτικές εξελίξεις. Το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να έχει – ούτε και είχε ποτέ – το ρόλο του απλού παρατηρητή των εξελίξεων. Τα στελέχη της παράταξης οφείλουν να είναι σε ετοιμότητα, γιατί το ΠΑΣΟΚ λειτουργεί ως εγγυητής της εθνικής σταθερότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορούμε να αφήσουμε το χώρο της Δημοκρατίας, της Ευρώπης, των προοδευτικών αντιλήψεων σε ξένα χέρια. Είναι ο χώρος που εμείς καλούμαστε να ανασυγκροτήσουμε, και με τον τρόπο αυτό να «αναστήσουμε» την παράταξή μας, αξιοποιώντας στο έπακρο το υλικό, την εμπειρία, τη «μαγιά» που υπάρχει.
Αυτή η αναγέννηση της Δημοκρατικής Παράταξης θα έχει ως αφετηρία το επικείμενο Συνέδριο. Η χώρα μας χρειάζεται μια ισχυρή και σύγχρονη κεντροαριστερά, που θα έχει το σθένος να σηκώσει το βάρος της ευθύνης και τη θέληση να ανταποκριθεί στη σοβαρότητα των περιστάσεων.
Το Συνέδριο θα πρέπει να έχει χαρακτηριστικά μετεξέλιξης και μετάβασης στην επόμενη ημέρα, ώστε να ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις για το πολιτικό στίγμα του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας. Θα είναι μια μεγάλη, ενσυνείδητη πολιτική διαδικασία ανανέωσης και επαναπροσδιορισμού του πολιτικού μας χώρου.
Αυτό ακριβώς, εξάλλου, ήταν και η πρόθεση του προέδρου του Κινήματος Ευάγγελου Βενιζέλου, όταν αποφάσισε να συγκαλέσει το Συνέδριο, σηματοδοτώντας έτσι τη λήξη της θητείας του στην ηγεσία της Παράταξης. Στόχος του προέδρου και στόχος όλων μας είναι να αναδειχθεί μια νέα γενιά στην ηγεσία, να αναδειχθούν οι άνθρωποι που θα πάρουν πάνω τους την ευθύνη για την ανασύνθεση του χώρου, για τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητάς του.
Το Συνέδριο, λοιπόν, προσδοκώ ότι θα δώσει μιαν απάντηση σε όλα αυτά τα άκρως σημαντικά ζητήματα, με γνώμονα τρεις βασικές θεματικές ενότητες: το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, το μέλλον της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας και, φυσικά, την προοπτική της Παράταξης.
Με ευρεία συμμετοχή και σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς ηγεμονισμούς και προαπαιτούμενα, θα τα θέσουμε όλα επί τάπητος. Θα κληθούμε να πάρουμε συγκεκριμένες αποφάσεις, για το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του χώρου, αλλά και για τη συντεταγμένη πορεία του ΠΑΣΟΚ προς το Ιδρυτικό Συνέδριο της Παράταξης.
Βασικός μας στόχος είναι να δώσουμε ξανά νόημα στη Δημοκρατία, το Σοσιαλισμό, την Πρόοδο, την Κεντροαριστερά. Να δώσουμε νόημα στη Δημοκρατική Παράταξη, με ό,τι αυτό σημαίνει ιστορικά στην Ελλάδα. Κρίσιμη παράμετρος η μέγιστη συμμετοχή όσων ανήκουν στο χώρο που εκτείνεται από το μεταρρυθμιστικό κέντρο ως την ανανεωτική αριστερά.
Σε αυτήν την ανανέωση εκ βάθρων δεν μπορεί, φυσικά, να απουσιάσει η αυτοκριτική. Αυτό δε σημαίνει αυτομαστίγωμα, το οποίο έχουμε κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν και το πληρώνουμε ακόμα. Η τεράστια προσπάθεια που καταβάλλαμε δεν μπορεί να μειωθεί ούτε να ακυρωθεί, αλλά ούτε και να μετρηθεί εκ του εκλογικού αποτελέσματος. Βάλαμε το κεφάλι κάτω και δουλέψαμε σκληρά, αναλάβαμε ευθύνες και πήραμε τις δύσκολες αποφάσεις. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε πάντα με τρόπο σταθερό και ουσιαστικό και πάντα με γνώμονα το καλό της χώρας. Αυτό δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει κανείς. Εκείνοι που μέχρι τώρα μας κατέκριναν εκ του ασφαλούς και καλούνται τώρα να αποδείξουν έμπρακτα τις προθέσεις τους, αποδεικνύονται δυστυχώς κατώτεροι των περιστάσεων.
Ως παράταξη είπαμε αλήθειες όλα αυτά τα χρόνια -ιδίως προεκλογικά- και αυτό ακριβώς αποτελεί το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Μια σοβαρή παρακαταθήκη αξιοπιστίας για το μέλλον που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ένα νέο ξεκίνημα: όπως κληθήκαμε να πάρουμε τις δύσκολες αυτές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας μας, έτσι και στο επικείμενο Συνέδριο θα λάβουμε γενναίες αποφάσεις για τα σημαντικά ζητήματα που αφορούν στο μέλλον της Δημοκρατικής Παράταξης. Θέλουμε το συνέδριο να είναι παραγωγικό, δημιουργικό, να αποδώσει πολιτικούς καρπούς, να αποτελέσει τη βάση για την εκ βάθρων αναδιοργάνωση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και του χώρου της κεντροαριστεράς εν γένει. Να αναδειχθεί η νέα ηγεσία που θα πάει την παράταξη μπροστά, και θα κάνει όλες τις προσπάθειες, χωρίς αναβολές, χωρίς δισταγμούς, με γενναιοδωρία, γενναιότητα και ανοιχτή διάθεση.
Η παράταξη θα πρέπει να επινοηθεί από την αρχή και αυτό δεν μπορεί να γίνει με μπαλώματα και μερεμέτια, αλλά ούτε και με δημιουργικές ασάφειες. Απαιτούνται δημιουργικές σαφήνειες και συγκεκριμένος οδικός χάρτης.
Θα πρέπει να ξαναχτίσουμε από το μηδέν ένα νέο, σύγχρονο, ευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό σοσιαλδημοκρατικό φορέα. Αυτή η νέα παράταξη οφείλει να απευθυνθεί με ρεαλισμό και εντιμότητα στην κοινωνία μέσα από έναν αξιόπιστο πολιτικό και προγραμματικό λόγο.
Δεν αρκεί απλά να αλλάξουμε σελίδα. Πρέπει να σκίσουμε το βιβλίο και να το ξαναγράψουμε από την αρχή.

Ι. Χριστόπουλος

«Το κρίσιμο είναι να
αποφασίσει τη μετεξέλιξή του»

Η απόφαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Ε. Βενιζέλου, να συγκαλέσει έκτακτο συνέδριο και ταυτόχρονα τη λήξη της θητείας του, δίνει την ευκαιρία, ίσως την τελευταία, να ξεκινήσει μια μεγάλη πολιτική διαδικασία ανανέωσης και επαναπροσδιορισμού του πολιτικού χώρου. Να απελευθερωθούν δυνάμεις, αναδειχθεί μια νέα γενιά στην ηγεσία, που θα πάρει την ευθύνη για την ανασύνθεση του χώρου, για τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητάς του, για να δώσει ξανά νόημα σε αυτό που λέγεται Δημοκρατία, Σοσιαλισμός, Πρόοδος, Κεντροαριστερά, Δημοκρατική Παράταξη, με ό,τι αυτό σημαίνει ιστορικά στην Ελλάδα.
Είναι αυτονόητο για να υπάρχει παράταξη, πολιτικός χώρος, πρέπει να υπάρχει η χώρα, πρέπει να υπάρχει ο τόπος, πρέπει να υπάρχει η πατρίδα.
Η αλήθεια είναι πως η κρίση σοβούσε, πως η κρίση είχε ξεσπάσει στη χώρα πολύ νωρίτερα, ότι στις δεκαετίες του ’80, του ’90 και του 2000, επιδεινώθηκε όμως δραματικά στη διακυβέρνηση του κ. Καραμανλή, παράλληλα με την πρόοδο της χώρας, καλλιεργήθηκαν νοοτροπίες, αντιλήψεις, συμπεριφορές, προσδοκίες εύκολες που πληρώνουμε σήμερα.
Η αλήθεια είναι πως με το ξέσπασμα της κρίσης και με δεδομένη την αδιαλλαξία των «συμμάχων», το δίλημμα δεν ήταν μια καλή ή μια κακή επιλογή, αλλά ανάμεσα σε μια κακή επιλογή και την απόλυτη καταστροφή.
Το ΠΑΣΟΚ είπε την αλήθεια, αντίκρουσε κάθε δημαγωγία, κάθε λαϊκισμό, πίκρανε ανθρώπους με τις πολιτικές του, με τις αποφάσεις του.
Στη δύσκολη αυτή εποχή μπορούμε, όμως, να εξωραΐζουμε καταστάσεις; Να λέμε λόγια που ηχούν πολύ φιλικά, πολύ γοητευτικά στα αυτιά των ανθρώπων;
Θεωρούν κάποιοι μεγάλο πολιτικό σφάλμα το γεγονός ότι δε δραματοποίησε τις καταστάσεις, έτσι απέτυχε επικοινωνιακά. Ανέλαβε ευθύνες που δεν του αναλογούσαν, έλαβε δύσκολες αποφάσεις και προσπάθησε αυτό να το κάνει με ουσιαστικό τρόπο προς όφελος της χώρας.
Είναι πολλοί αυτοί που πίστεψαν ότι οι επιλογές του ελληνικού λαού στις εκλογές του Ιανουαρίου ήταν επιλογές που μπορούσαν να πάνε μόνον προς το καλό ή προς το καλύτερο, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος να καταστραφεί το σημαντικό αλλά εύθραυστο οικοδόμημα με πέντε χρόνια θυσιών του λαού.
Τα ερωτήματα που μπαίνουν: υπάρχει κάτι που έχει πάει καλύτερα στη χώρα; Έχει βελτιωθεί η ζωή των πολιτών; Έχει γίνει η ελληνική οικονομία δυναμικότερη; Έχει αλλάξει κάτι με τα μακροοικονομικά, τα δημοσιονομικά δεδομένα, τις προοπτικές απασχόλησης, τις επενδύσεις, το κλίμα αισιοδοξίας;
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έλεγε τότε, αλλά δυστυχώς δεν είχε ακροατήριο, ότι «όσα πετύχαμε ως έθνος αγωνιζόμενοι πέντε χρόνια, μπορούν να καταστραφούν μέσα σε λίγο διάστημα».
Με την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σιγά σιγά αποδεικνύεται ότι όλα αυτά που έλεγαν προεκλογικά δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα, μπροστά μας έχουμε τη διαπραγμάτευση ενός νέου μνημονίου και οφείλει ο πρωθυπουργός να ενημερώσει τον ελληνικό λαό χωρίς ασάφειες από το βήμα της Βουλής.
Κατηγόρησαν το ΠΑΣΟΚ για συνεργασία με τη Δεξιά, όμως επέλεξε η “πρώτη φορά Αριστερά” να συμπορεύεται με ένα ακροδεξιό κόμμα, χωρίς κανένας να αναρωτηθεί πού θα οδηγήσει αυτή η συμπόρευση. Η επιλογή του προσώπου για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και η προσπάθεια να βγάλει από το κάδρο της εξεταστικής επιτροπής τις τεράστιες ευθύνες του κ. Καραμανλή, φανερώνει τη στρατηγική συμφωνία.
Ταυτόχρονα με την εσωτερική συζήτηση, οφείλουμε να έχουμε το μυαλό μας στραμμένο στα μεγάλα θέματα που αφορούν στη χώρα, που αφορούν στην εξωτερική πολιτική, την ασφάλεια και άμυνα, την παιδεία, την υγεία, το μεταναστευτικό, τους θεσμούς, όλο το πλέγμα της κυβερνητικής πολιτικής.
Έχουμε μια καθαρή γραμμή, έχουμε τη γραμμή της αλήθειας. Το «κρατάμε ψηλά την αλήθεια» ως η συνέχεια του «κρατάμε ψηλά την ευθύνη».
Υπάρχει ανάγκη για ένα προοδευτικό προγραμματικό μέτωπο απέναντι στη Δεξιά και στον εθνολαϊκισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που να δίνει διέξοδο στον προοδευτικό κόσμο της χώρας ο οποίος είναι εγκλωβισμένος. Η προσπάθεια να έχει στόχο να δώσει διέξοδο σε χιλιάδες νέους ανθρώπους που είναι άνεργοι, νοιώθουν ότι δεν έχουν προοπτική και η οργή τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα, τους οδηγεί αντανακλαστικά σε άλλα κόμματα χωρίς όμως να τους δίνουν λύσεις.
Τo ΠΑΣΟΚ οφείλει να κάνει έναν απολογισμό στον κόσμο και στον εαυτό του για την περίοδο μέχρι τη μέρα της χρεοκοπίας -για το διάστημα που είτε κυβέρνησε μόνο του είτε συγκυβέρνησε. Οφείλει να προσδιορίσει ένα στρατηγικό σχέδιο για την Ελλάδα, μέσα από το οποίο θα προσδιοριστεί και το ίδιο στον πολιτικό χώρο, ως η ευρωπαϊκή δύναμη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας
Αυτό που δε χρειάζεται είναι να μπει η προοδευτική παράταξη σε μια περιπέτεια εσωτερικών, προσωπικών φιλοδοξιών, ανταγωνιστικών διαδικασιών, χρειαζόμαστε σοβαρές πολιτικές προτάσεις και μια κοινή στάση, που μπορούν να μας οδηγήσουν σε μια αλλαγή.
Το κρίσιμο είναι να αποφασίσει τη μετεξέλιξή του, δηλαδή τη συμμετοχή του και τη συμβολή του στη δημιουργία ενός καινούργιου φορέα από την αρχή, από μηδενική βάση, στο χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού στην Ελλάδα. Το Συνέδριο πρέπει να αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες υλοποίησης αυτής της απόφασης, απευθυνόμενο αξιόπιστα στις υπόλοιπες δυνάμεις του χώρου.
Αυτά είναι, λοιπόν, τα μεγάλα θέματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε τώρα, αυτά είναι τα θέματα τα οποία θα συζητήσουμε, γιατί από αυτά εξαρτάται ο λόγος η ταυτότητα και η προοπτική του χώρου. Όμως, όλα δεν μπορούμε να συζητήσουμε, ανεξάρτητα από τα μεγάλα διλήμματα για το μέλλον και την προοπτική της χώρας.

Επιμέλεια: Χάρης Χαραλαμπόπουλος