«ΘΑΡΡΟΣ» 17 Μαρτίου 1929: Η αποκριάτικη κίνησις εις την Καλαμάτα

«ΘΑΡΡΟΣ» 17 Μαρτίου 1929: Η αποκριάτικη κίνησις εις την Καλαμάτα

-Μία διαδρομή εις τα νυκτερινά κέντρα
-Εις την Αίγλην
-Τα χοροδιδασκαλεία
-Το καμπαρέ
-Οι αστέρες και ο φασιστικός ύμνος κ.λπ.
Υπάρχει αποκριάτικη κίνησις εις την Καλαμάτα; Δεν το πιστεύω… Αν το ημερολόγιο δεν επέμενε να μας δείξη ότι τελειώνει η τελευταία εβδομάδα της Αποκρηάς, δεν θα το υποπτευώμεθα καν.

Την ημέρα έως αργά την νύκτα ουδεμία εξαιρετική κίνησις υπάρχει. Μόνον μερικοί άνθρωποι του λαού μουντζουρωμένοι και αξιοθρήνητοι προσπαθούν να δώσουν τόνον ευθυμίας εις τας συνοικίας, χωρίς να επιτυγχάνουν τίποτε άλλο από μειδιάματα οίκτου, ιδία από τους παλαιοκαλαματιανούς που ενθυμούνται με νοσταλγία παληά κομιτάτα, καρναβάλους, γλέντια, αβίαστη ευθυμία που μετεμόρφωνεν όλους εις ανθρώπους γλεντιού. Ούτε κολομβίνες, ούτε πιερρότοι, ούτε καν ντόμινα δεν κυκλοφορούν εις τους δρόμους της Καλαμάτας. Ούτε παρελάσεις με όργανα γίνονται, ούτε ο Ντάβος απαγγέλει τα ποιήματά του. Πλήξις κι απογοήτευσις και συνοφρύωμα. Μαθαίνομεν όμως ότι υπάρχουν κέντρα όπου υποτίθεται ότι οι Καλαματιανοί διασκεδάζουν… Αποφασίζομεν τον άθλον να τα επισκεφθώμεν. Παρακολουθήσατέ μας.

Εις την Αίγλην
Πρώτα εις το κοσμικόν μας κέντρον, εις την «Αίγλην». Μία καλή ορχήστρα από 6 όργανα, τρεις Γερμανοαυστριακές δεσποινίδες, διάκοσμος μέτριος, κόσμος αρκετός. Η ορχήστρα παίζει. Κανείς δεν χορεύει. Οι περισσότεροι και αι περισσότεραι κάθονται εις τα τραπεζάκια εις ύφος και στάσιν υπάρξεων ολοφρυομένων. Μερικοί προσπαθούν να δώσουν τόνον ευθυμίας. Ρίπτονται μερικές σερπαντίνες κι αυγά, γίνονται ασθενείς μπόγκες και η υπόθεσις τελειώνει. Αυτό είναι όλο. Υπάρχει ένα κέντρον κοσμικόν και όχι κέντρον διασκεδάσεως, κεφιού. Η άψογη στάσις των πολλών εμποδίζει και τους ολίγους.

Εις τα χοροδιδασκαλεία
Άλλο λοιπόν… Πηγαίνομεν εις το χοροδιδασκαλείον Βυθούλκα. Το ζεύγος Βυθούλκα περιποιητικώτατο. Μία ορχήστρα υποφερτή. Κόσμος πάσης τάξεως με απόλυτον πλειοψηφία του ασχήμου φύλου… Εδώ χορεύουν και πάντοτε χορεύουν. Ενθρονίζομεν την ανία μας εις εν κάθισμα και βλέπομεν. Λεοντιδείς που ασκούνται εις τον χορόν με ντάμες εξ… επαγγέλματος χορευτρίας που χορεύουν μηχανικά, χωρίς κέφι, δι’ εκπλήρωσιν καθήκοντος.

Ολίγους νέους δικηγόρους, κάποιον χορομανή ερασιτέχνην γιατρόν και έμπορον, μερικούς δημοσίους υπαλλήλους κ.λπ. Μας αντιλαμβάνονται και πατούν τις ντάμες των. Πρέπει να φύγωμεν.

Εις το άλλο χοροδιδασκαλείον του Πλουσιωπούλου, σχεδόν η αυτή κατάστασις με μεγάλην και θορυβούσαν νεολαίαν. Επείσθημεν αρκετά.

Εις το καμπαρέ
Η ώρα έχει περάσει. Δεν μένει πλέον άλλο κέντρον διασκεδάσεως από το καμπαρέ. Εκεί μαθαίνομεν ότι υπάρχουν νούμερα, χοροί κ.λπ. Μεταφέρομεν λοιπόν την πλήξιν μας εις το καμπαρέ Γερμανάκου. Μία αίθουσα αρκετά υποφερτή. Καρδαρόμπα δεν υπάρχει, ούτε ταπέτο. Αν υπήρχον θα ήτο αυτό το καμπαρέ εφάμιλλον των αθηναϊκών. Κόσμος αρκετός. Αρκετοί παντρεμένοι γλεντούν. Υποσχόμενοι εχεμύθειαν δια τον φόβον συζυγικών σκηνών. Οι εγχώριοι γλεντζέδες και μπλαζέ εις την ημερησίαν διάταξιν. Κέφι αρκετό. Ορχήστρα μετρία. Ντανς εξαντρίκ. Χορεύει μια ξανθή Ρουμανίς και μία Ιταλίς. Ακούομεν και τον φασιστικόν ύμνον ιταλικά. Και εις τα καμπαρέ εθνικισμός παρακαλούμεν… Ανοίγονται σαμπάνιαι. Πρωτοστατούν οι παντρεμένοι. Χορεύουν, κάθονται, πίνουν, ξανασηκώνονται και πάλιν χορεύουν. Κάτι τέλος πάντως γίνεται.

Φεύγομεν κι απ’ εδώ. Αρκετά. Το γλέντι έχει ανάψη και η παρουσία μας αποτελεί παραφωνίαν…

Εις τον δρόμον
Η αποστολή μας ετελείωσε. Γυρίζωμεν πάλιν με πλήξιν εις το σπίτι μας. Εις το δρόμο βλέπομεν μία παρέα του λαού που τραγουδά «τα κούναγα, τα κούναγα, τα διπλοφέρνω ντόρτια». Είναι υπό την επίδρασιν της ρετσίνας. Αυτή ευρήκαν την φυσική θέσι των. Είναι ενδιαφέροντες. Το μόνον αποκριάτικο αληθινό θέαμα που αντικρύσαμεν εις την διαδρομή μας.

ΑΜΑΤΕΡ


ΑΙ ΑΠΟΚΡΕΩ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
«ΘΑΡΡΟΣ» 9 Μαρτίου 1929
Από των αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε συνήθεια, παρά τοις διαφόροις λαοίς, ωρισμένας εποχάς του έτους να τας διέρχωνται εν εορταίς και ευθυμία. Ως τοιαύτας δε είχον ορίσει οι Αιγύπτιοι τας εορτάς της Ίσιδος και του Ταύρου Άπιος, οι Εβραίοι ιδίας εορτάς, οι Έλληνες τα Διονύσια και οι Ρωμαίοι τα Λύκαια, τα Κρόνια, τα Βακχικά. Απετελούντο δε όλαι αυταί αι εορταί από σειράν γευμάτων, μουσικής, θορυβώδους χορών, μεταμφιέσεων, τελείας κραιπάλης κ.λπ.

Αι σπουδαιότεραι καρναβαλικαί τοιούτου είδους πανηγύρεις, εξ όσων μνημονεύει η ιστορία, ήσαν τα Διονύσια των αρχαίων Ελλήνων και τα Βακχικά των Ρωμαίων.

Ιδού δε τι γνωρίζομεν περί των μεν και των δε.

Ότι ο των εορτών του Διονύσου γενικός χαρακτήρ ήτο η υπερβάλλουσα ευθυμία και η ενθουσιώδης χαρά πολυτρόπως επιδεικνυόμεναι, άλλοτε μεν δια τελείας μέθης, ασμάτων, χορών και μουσικής και άλλοτε δια μεταμφιέσεως, ιδίως εις Σατύρους, ή και δι’ απλής βαφής του προσώπου δια πηλού, ή δι’ ερυθράς βαφής της καπνιάς.

Εις τας εορτάς αυτάς ελάμβανον μέρος και γυναίκες μεταμορφωμέναι εις Βάκχας, Λήνας, Θυάδας, Ναϊάδας, κεκοσμημέναι δε με στεφάνους κισσού.

Ότι αι Διονυσιακαί αυταί εορταί ελάμβανον χώραν τετράκις του έτους ονομαζόμεναι δια την περίστασιν τα κατ’ αγρούς Διονύσια, τα Λήναια, τα Ανθεστήρια και τα Διονύσια τα εν Άστει.

Και ότι εξηκριβώθη πως κατά την πρώτην περίοδον των Διονυσίων εγένοντο και ανθρωποθυσίαι, αίτινες κατόπιν συν τη αναπτύξει των Ελλήνων μετατράπησαν εις βρώσιν ωμών κρεάτων ζώων και κατόπιν εις αγροικότητας και απρεπεστάτας παραφοράς, πλησιαζούσας προς το κτηνώδες.

Τα δε Βακχικά των Ρωμαίων ήσαν εορταί ομοίας φύσεως με τα Διονύσια των Ελλήνων, αλλά περισσότερον οργιαστικά παρά ταύτα.

Αι εορταί αύται εισήχθησαν εις την Ρώμην από την εν η Μ. Ιταλία Τυρρηνίαν, ένθα ετελούντο μυστικώς και εν ώρα νυκτός. Οι μεμυημένοι δεν ηρκούντο μόνον δυστυχώς, εις συμπόσια οσάκις συνήρχοντο, αλλά μεθυσκόμενοι παρεξετρέποντο εις αποτρόπαια εγκλήματα κατά της ηθικής. Δηλητηριάσεις, δολοφονίαι, νοσφίσεις περιουσιών διεπράττοντο κατόπιν υπό των οπαδών των Διονυσίων αυτών, οίτινες κατέπνιγον τας φωνάς των θυμάτων με τους ήχους των κυμβάλων, τα άσματα των αοιδών και τας φωνάς των μαινομένων ορχηστρίδων.

Αλλά κατά το έτος 186 π.Χ. η ρωμαϊκή γερουσία μαθούσα τα των εορτών αυτών, διέταξε να ανεύρωσι τους ενόχους. Τότε λοιπόν παρουσιάσθη το φοβερόν θέαμα ν’ αυτοκτονούν καθ’ εκατοντάδας καθ’ εκάστην οι ενεχόμενοι, οι δε περισωζόμενοι να καταδικάζωνται εις θανατικήν ποινήν ή εις ισόβιαν ειρκτήν κατά χιλιάδας.

Μετά την εισαγωγήν όμως του χριστιανισμού  η Εκκλησία απεφάσισε να παρέμβη με τον σκοπόν, αν όχι ν’ απαγορεύση τελείως τον εορτασμόν των ευθύμων αυτών πανηγύρεων, αι οποίαι είχον μεταπέσει εις τέλειον εκπορνισμόν και εξαχρείωσιν, αλλά τουλάχιστον να μετριάση το κακόν. Και προς τούτο βλέπομεν τον Τερτυλλιανόν, τον Άγιον Κυπριανόν, τον Άγιον Κλήμεντα Αλεξανδρείας, τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον να καταδικάζουν τους χορούς και την κραιπάλην, χωρίς όμως να απαγορεύουν και την συμμετοχήν του κόσμου εις τας χαροποιούς αυτάς εορτάς.

Το περίεργον δε είναι, ότι η Εκκλησία κατιδούσα την ανάγκην του εορτασμού των εορτών αυτών, αι οποίαι ήταν αναγκαίαι εις αυτήν την φύσιν του ανθρώπου, όχι μόνον δεν υστέρησε από του να τας λάβη υπό την προστασίαν της δια της αποδοχής εορτών, λειτουργικών εις τους ιδίους αυτής ναούς, αλλά έπραξε και κάτι κάλλιον, διότι έλαβε αυτή αύτη την διεύθυνσιν τοιούτων κοσμικών εορτών, όπως κατά τον μεσαίωνα ήτο η εορτή των Τρελλών, του Γαϊδάρου κ.λπ.

Κατά τους παλαιούς χρόνους το καρναβάλι ήρχιζε την 25ην Δεκεμβρίου, περιελάμβανε τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιάν και τα Επιφάνεια.

Αυτά περί των απόκρεω δια μέσου των αιώνων.
ΑΚΡΙΤΑΣ