«ΘΑΡΡΟΣ» 25 Φεβρουαρίου 1930: Μάσκες

«ΘΑΡΡΟΣ» 25 Φεβρουαρίου 1930: Μάσκες

Μια φορά κι έναν καιρό ο κόσμος μασκαρευότανε. Άδολος όπως ήτανε, άνευ κακίας, ένοιωθε την ανάγκη μια φορά το χρόνο να μασκαρευθή. Έβλεπε λίγους, μα πολύ λίγους που φορούσαν πάντα τη μάσκα της παληανθρωπιάς, κι έτσι για να τους σατιρίση φορούσε όλος ο κόσμος πια τις απόκριες μάσκα. Τώρα όμως; Τώρα τα πράγματα μετεβλήθησαν, άλλαξαν όψι. Όλος ο κόσμος τώρα ολοχρονίς φορεί τη μάσκα της… δυστυχίας. Το κέφι ξέφυγε και πήγε δεν ξέρω πού. Μασκαράδες όπως τους ξέραμε, δεν βλέπουμε πια.

Να παρήλθε η πρώτη Κυριακή των Απόκρεω και δεν είδαμε κανέναν να φορή μάσκα. Ίσως γιατί δεν χωρούσε επάνω στην άλλη την ολοχρονιάτικη μάσκα της δυστυχίας. Και εκείνοι ακόμα, που δεν τους παραδέρνει η δυστυχία δεν ετόλμησαν να φορέσουν τη μάσκα του σατύρου για να θίξουν τους άλλους συνανθρώπους τους. Αλλά αν ο κόσμος δεν μασκαρεύτηκε, δεν μπορούμεν να ειπούμε ότι και δεν γλέντησε. Όλος βέβαια όχι. Πάντως όμως αρκετός. Μεταξύ αυτού του κόσμου, ήταν κι ένα τρίο, δηλαδή ο φιλανθής, ο υποκόμης των δενδρακίων, ο τριανταπεντάρης και ο διοπτροφόρος φαρμακοποιός, με τον νεώτερον συνάδελφόν του. Εγλέντησαν κι εγλέντησαν πολύ και με κάποιαν πρωτοτυπίαν. Έφεραν βόλτα τα σπίτια των καθένα με τη σειρά κι εκεί στη σκάλα αυτοί μακριά από τους άλλους οικείους των επεδίδοντο στην ικανοποίησιν του στομάχου των προσφέροντες αφθόνους σπονδάς εις τον βάκχον.

Οι τρεις των όπως ήσαν, έτρωγον, έπιναν, εχόρευον, τραγουδούσαν, γλεντούσαν. Το κέφι που φώληαζε μέσα τους ξεχύθηκε όλο σε τρέλλες παιδιακίσιες που κράτησαν μέχρι της πρωίας.

Στο τέλος πια, άτονα και παραλυμένα παρεδόθησαν στις αγκάλες του Μορφέως. Εγλέντησε λοιπόν ο κόσμος, αλλά λίγος.
ΣΥΜΠΟΛΙΤΗΣ

ΜΑΣΚΑΡΑΣ
«ΘΑΡΡΟΣ» 1 Μαρτίου 1930
Γλέντι, τραγούδι, χορός, παραφάγωμα, μεθύσι, παραστρατήματα, μασκαρέματα των ημερών αυτών που διερχόμεθα. Όλα μαζί συνηθίσαμε να τα λέμε με μια λέξη «Καρναβάλι» ή «Απόκρηες». Δεν ξέρω από πού πήραμε αυτές τις λέξεις στις οποίες χώσαμε όλες τις άλλες. Το πράγμα είναι ότι ενώ είχαμε συνηθίσει αυτή την εποχή να την διερχόμεθα καρναβαλίστικα, εφέτος την περνάμε, μπορεί να ειπή κανείς, καλογερίστικα και μάλιστα όχι όπως οι σημερινοί καλόγηροι, αλλά του παληού καλού καιρού.

Θα μου ειπήτε ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ναι! Αλλά τι σημασίαν έχουν μέσ’ τη γενική κακομοιριά και πενιχρότητα; Είναι πέντε – δέκα συνάνθρωποι που γλεντάνε το Καρναβάλι. Χιλιάδες όμως άλλου κόσμου πενθούνε. Ποια ζωή και ποια ευθυμία αυτοί οι λίγοι μπορούν να προκαλέσουν, όταν ο άλλος κόσμος είναι παγωμένος; Κι αυτή την παγωνιά μετ’ άγριο ξεροβόρι, την έχει φέρει η αναπαραδιά. Ό,τι κι αν γίνεται τώρα, μόνον παρωδία γλεντιού μπορεί να λεχθή. Γλεντάνε ενώ πραγματικά δεν γλεντάνε. Έχουν την επιφανειακήν όψιν μόνον χαρούμενη, ενώ στο βάθος κλαίνε. Μάσκες δεν φορούνε διατί όλος ο κόσμος σήμερα είναι μασκαρεμένος από τη δυστυχία του. Κι έτσι μια χάρτινη μάσκα, θ’ αποτελούσε ανορθογραφία στο γενικό ξεχαρβάλωμα.

Τι τα θέλετε όμως: Αλλοιώτικα το καταλαβαίνει ο «μασκαράς». Χωρίς ντροπή, χωρίς διάκριση, χωρίς να συλλογίζεται τίποτα, ούτε δυστυχία, ούτε φτώχεια θα κάνει απόψε στους χορούς τη μεγαλοπρεπή του εμφάνιση, σατιρίζοντας κόσμο και κοσμάκη. Ίσως να είναι ο μόνος…  «Μασκαράς».
ΣΥΜΠΟΛΙΤΗΣ

Φώτο: Γενικά Αρχεία του Κράτους