Εγκύκλιος σε υπουργεία και ΟΤΑ για «τη μάστιγα» των απευθείας αναθέσεων

Εγκύκλιος σε υπουργεία και ΟΤΑ για «τη μάστιγα» των απευθείας αναθέσεων

Το υπουργείο Ανάπτυξης εξέδωσε πριν από λίγες ημέρες εγκύκλιο με σαφείς και αναλυτικές οδηγίες προς τις αναθέτουσες Αρχές για τη διαδικασία των απευθείας αναθέσεων προμηθειών και υπηρεσιών.

Η κίνηση αυτή έρχεται λίγες μέρες μετά την έκθεση-κόλαφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία αποκάλυψε ότι σχεδόν 8 στις 10 δημόσιες συμβάσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια πραγματοποιήθηκαν μέσω απευθείας ανάθεσης, χωρίς ανταγωνισμό και με περιορισμένη διαφάνεια. Η εγκύκλιος αποτελεί, ουσιαστικά, μια έμμεση παραδοχή ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο, επιβεβαιώνοντας τις φωνές που μιλούν για ένα τεράστιο δημόσιο «φαγοπότι» μεταξύ φίλων και γνωστών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι 15.777 συμβάσεις του Δημοσίου είχαν συνολική αξία 4,6 δισ. ευρώ. Από αυτές, οι 12.856 ήταν απευθείας αναθέσεις, ενώ σε μόλις 78 περιπτώσεις ακολουθήθηκε η διαδικασία του «συνοπτικού διαγωνισμού», με συνολικό ποσό 1,98 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τέσσερα υπουργεία –Εθνικής Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής– συνέχιζαν να χρησιμοποιούν τη διαδικασία του συνοπτικού διαγωνισμού, η οποία, όπως αναφέρεται και στην έκθεση, είχε καταργηθεί ήδη από την 1η Σεπτεμβρίου 2021.

Η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης είναι νόμιμη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αλλά είχε μετατραπεί σε κανονικότητα. Οι περισσότερες συμβάσεις υλοποιούνταν χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό και με περιορισμένα στοιχεία ελέγχου, γεγονός που δημιούργησε σοβαρές παρατυπίες και ασυμφωνίες μεταξύ των στοιχείων που τηρούνταν στα εσωτερικά μητρώα των φορέων και των κεντρικών πληροφοριακών συστημάτων (ΚΗΜΔΗΣ).

Το υπουργείο Ανάπτυξης, στην εγκύκλιο που εξέδωσε, υπενθυμίζει ότι η απευθείας ανάθεση πρέπει να αποτελεί εξαιρετική διαδικασία, επιτρεπόμενη μόνο για μικρής αξίας συμβάσεις. Το ανώτατο όριο για προμήθειες και υπηρεσίες ανέρχεται σε 30.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, ενώ για ορισμένες συμβάσεις υπηρεσιών και έργων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών το όριο φτάνει τα 60.000 ευρώ.

Έμφαση δίνεται στην υποχρεωτική τεκμηρίωση της σκοπιμότητας και της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, η οποία πρέπει να βασίζεται σε προηγούμενη έρευνα αγοράς. Το υπουργείο διευκρινίζει ότι απαγορεύεται η τεχνητή κατάτμηση συμβάσεων με σκοπό την αποφυγή διαγωνιστικών διαδικασιών και τονίζει ότι κάθε απευθείας ανάθεση πρέπει να εντάσσεται σε ορθολογικό προγραμματισμό των αναγκών του φορέα.

Η διαδικασία εκκινεί με τη δημοσίευση εγκεκριμένου αιτήματος στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων και ακολουθεί η αποστολή πρόσκλησης υποβολής προσφοράς σε έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς. Όπως διευκρινίζεται, πρόσκληση ανοιχτή προς κάθε ενδιαφερόμενο δε συνιστά απευθείας ανάθεση, αλλά ανοιχτή διαγωνιστική διαδικασία, με όλες τις υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται. Επιπλέον, καθορίζεται η υποχρεωτική πενθήμερη προθεσμία από τη δημοσίευση της πρώτης πρόσκλησης έως την απόφαση ανάθεσης, ώστε να διασφαλίζεται ο στοιχειώδης χρόνος για αξιολόγηση και έλεγχο. Η παραβίαση αυτής της προθεσμίας καθιστά την ανάθεση παράνομη και οδηγεί σε ακυρότητα της σύμβασης.

Η εγκύκλιος καθορίζει, επίσης, τα απαραίτητα δικαιολογητικά που πρέπει να ζητούνται από τον ανάδοχο, όπως ποινικό μητρώο και φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, καθώς και έγγραφα νόμιμης εκπροσώπησης. Για συμβάσεις έως 30.000 ευρώ περιορίζονται οι «δυνητικοί λόγοι αποκλεισμού», μειώνοντας τη γραφειοκρατία, ενώ επιβεβαιώνεται ότι η επιλογή αναδόχου παραμένει στη διακριτική ευχέρεια της αναθέτουσας Αρχής.

Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου είχε δείξει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι φορείς του Δημοσίου ακολουθούσαν στρατηγική «διαίρει και βασίλευε». Από τις 12.856 απευθείας αναθέσεις, οι 6.481 ήταν έως 10.000 ευρώ, για τις οποίες δόθηκαν συνολικά σχεδόν 37,7 δισ. ευρώ. Οι συμβάσεις αξίας μεταξύ 10.000 και 20.000 ευρώ πραγματοποιήθηκαν 2.946 φορές με συνολικό κόστος 42,3 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι κατηγορίες 20.000-30.000 ευρώ περιλάμβαναν 2.045 συμβάσεις αξίας 52,9 εκατομμυρίων ευρώ και οι συμβάσεις 30.000-37.200 ευρώ 1.205 συμβάσεις συνολικής αξίας 41,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Το μοτίβο είναι σαφές: όσο αυξάνει το ύψος της σύμβασης, μειώνεται ο αριθμός αναθέσεων, αλλά αυξάνεται το μέσο κόστος ανά σύμβαση, αποκαλύπτοντας την τακτική διαίρεσης για αποφυγή διαγωνιστικού ελέγχου.

Επιπλέον, εντοπίστηκε ευρεία χρήση εξαιρετικών διαδικασιών, όπως η διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης και η απευθείας ανάθεση, με σημαντικό ποσοστό συμβάσεων να υλοποιείται με υποβολή μόνο μίας προσφοράς. Το 43% των συμβάσεων πραγματοποιήθηκε κανονικά μέσω διαγωνισμού, ενώ το 61% μέσω εξαιρετικών διαδικασιών, επιβεβαιώνοντας ότι η πλειονότητα των δημοσίων δαπανών διέπεται από μειωμένη διαφάνεια.

Η εγκύκλιος του υπουργείου Ανάπτυξης επιχειρεί να βάλει τάξη σε αυτή τη χρόνια ασυνέπεια, υπενθυμίζοντας τις νόμιμες προϋποθέσεις για τις απευθείας αναθέσεις και τις διαδικασίες δημοσιοποίησης. Ωστόσο, η καθυστέρηση στην αντίδραση και η έκταση των παρατυπιών δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς νομικό, αλλά βαθιά θεσμικό. Το δημόσιο «πάρτι» συνεχίζεται, τώρα με πιο αυστηρές οδηγίες, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν η νέα πολιτική θα επαρκέσει για να αποκαταστήσει την αξιοπιστία των δημόσιων συμβάσεων.