Το… καλοκαίρι της Καλαμάτας και για τους εμπόρους


ΜΟΝΟ ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΔΙΑΣΩΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ ΘΕΡΙΝΕΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ
 

 
Επιμέλεια: Αντώνης Πετρόγιαννης
 
Φέτος φαίνεται ότι ήταν το καλοκαίρι της Καλαμάτας. Μια σειρά εκδηλώσεων την κρατούσαν συνεχώς στην επικαιρότητα, σε πανελλαδική κλίμακα, ενώ η αύξηση του τουριστικού ρεύματος που παρατηρήθηκε είχε κι ένα επιπλέον θετικό αποτέλεσμα. Η μεσσηνιακή πρωτεύουσα καταγράφεται ως μία από τις ελάχιστες πόλεις της χώρας που στις θερινές εκπτώσεις σημείωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αυτό δε συνέβη στις άλλες περιοχές.
Μειωμένος για ακόμη μία χρονιά, αλλά σε μικρότερα ποσοστά σε σχέση με πέρυσι, ήταν κατά μέσο όρο ο τζίρος στο λιανεμπόριο στις φετινές θερινές εκπτώσεις, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το Σάββατο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ) και τοπικών εμπορικών συλλόγων σε 82 περιοχές της χώρας, οι φετινές εκπτώσεις παρουσίασαν οριακή βελτίωση, καθώς ο τζίρος μειώθηκε σε σχέση με τις θερινές εκπτώσεις του 2012 κατά 25%, ενώ το 2012 σε σχέση με το 2011 ο μέσος όρος μείωσης ήταν 29%.
 
Αγορά 4 ταχυτήτων
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αγορά κατά την περίοδο των θερινών εκπτώσεων ήταν στην πραγματικότητα αγορά «τεσσάρων ταχυτήτων».
Συγκεκριμένα, στην «πρώτη ταχύτητα» είναι τα μεγάλα αστικά κέντρα, στα οποία καταγράφεται μείωση του τζίρου σε σχέση με πέρυσι κατά 15% με 20%. Αυτή εκτιμάται ότι ήταν η μείωση του τζίρου στα εμπορικά καταστήματα του κέντρου της Αθήνας, ενώ στη Θεσσαλονίκη η μείωση ήταν της τάξης του 20% με 30%, στην Πάτρα και τη Λάρισα 20% με 25%, στα Ιωάννινα 15% με 20%.
Σε περιφερειακές, παραδοσιακές αγορές της Αττικής, η κίνηση επίσης διαφοροποιήθηκε. Έτσι, σε περιοχές όπως το Περιστέρι και τη Γλυφάδα η μείωση του τζίρου έφτασε ακόμη και το 40% σε σύγκριση με τον τζίρο στις θερινές εκπτώσεις του 2012, σε άλλες, όπως το Ίλιον, η κίνηση ήταν στα περσινά επίπεδα, ενώ στο Χαλάνδρι καταγράφηκε αύξηση από 10% έως 15%.
Στη «δεύτερη ταχύτητα» εντάσσεται η ηπειρωτική χώρα, όπου η μέση μείωση των πωλήσεων ήταν 25% έως 35%, στην τρίτη οι παραμεθόριες ακριτικές περιοχές, όπου ο τζίρος υποχώρησε έως και 60% (στη Φλώρινα για παράδειγμα), ενώ στην «τέταρτη ταχύτητα» εντάσσονται οι νησιωτικές περιοχές, όπου παρατηρήθηκε μείωση του τζίρου κατά 5% έως 10% σε σχέση με το 2012.
Στην πραγματικότητα υπάρχει και μια «πέμπτη ταχύτητα». Πρόκειται για τους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, τόσο στη νησιωτική όσο και στην ηπειρωτική χώρα, όπου ο τζίρος είτε παρέμεινε στα περσινά επίπεδα είτε αυξήθηκε.
Πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Καλαμάτα, όπου, σύμφωνα με τον τοπικό εμπορικό σύλλογο, ο τζίρος κατά τις φετινές θερινές εκπτώσεις ήταν ο υψηλότερος των τεσσάρων τελευταίων ετών λόγω αύξησης του τουρισμού. Σημειώνεται ότι η Μεσσηνία αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό για ξένους τουρίστες και, μάλιστα, με υψηλό διαθέσιμο εισόδημα.
 
Η ώρα των προσφορών
Από προχθές και για το επόμενο δεκαήμερο τα εμπορικά καταστήματα κάνουν προσφορές, όπου τα ποσοστά έκπτωσης φτάνουν ακόμη και το 80%. Η επόμενη εκπτωτική περίοδος, με βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο που θεσπίστηκε πρόσφατα, είναι το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου.
 
Χαμηλότερες τιμές,
υψηλότερες πωλήσεις
Όχι μόνο η αύξηση της τουριστικής κίνησης, αλλά και η μείωση των τιμών σε ένδυση και υπόδηση διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των απωλειών στο λιανεμπόριο κατά τις θερινές εκπτώσεις, αλλά και πριν από αυτές.
Σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, οι τιμές σε ένδυση και υπόδηση έχουν υποχωρήσει κατά 28%-37%, υποχώρηση, όμως, που, όπως επισημαίνει η ίδια η συνομοσπονδία, ήρθε με καθυστέρηση.
Με έντονη διάθεση αυτοκριτικής η ΕΣΕΕ στην προχθεσινή της ανακοίνωση τονίζει χαρακτηριστικά: «Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν παράγοντες που το ελληνικό εμπόριο δεν μπορεί να ελέγξει στη διαμόρφωση των τιμών, αλλά και ενέργειες που δεν έκανε με το σωστό τρόπο στο σωστό χρόνο. Όλοι αργήσαμε να αντιδράσουμε στην ακρίβεια. Από το 2010 και μετά έπρεπε να αντιμετωπίσουμε διαφορετικά τις εξελίξεις πριν φτάσουμε σε μείωση του εισοδήματος κατά 26%, μείωση της κατανάλωσης κατά 27% και του ΑΕΠ κατά 23%».