«ΘΑΡΡΟΣ» 27 Ιανουαρίου 1904: Πέτρος Μαυρομιχάλης

«ΘΑΡΡΟΣ» 27 Ιανουαρίου 1904: Πέτρος Μαυρομιχάλης

Υπήρξεν εποχή κατά την οπoίαν επιστεύθη ότι ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ήτο αθάνατος. Επετέλει τούτο τον χαρακτήρα του ανδρός, του οποίου την εξωτερικευομένην δύναμιν εσύγχυσαν προς τα όρια της ανθρωπίνης φύσεως. Ανήρ αναπτύξας την υπέροχον πολιτικήν δύναμίν του, ήτο φυσικόν, εις την απλοϊκότητα του κοινού, να εμπνεύση την ιδέαν ότι ήτο δυνατόν και αυτόν τον θάνατον να δαμάση.

Παροδική πλάνη. Ο θάνατος επέδειξε μίαν ακόμη φοράν ότι δεν φοβείται τας εγκοσμίους κοινωνικάς επιδράσεις.

Και ο αθάνατος απέθανε!

Η γηραιά δρυς η δεχθείσα τας προσβολάς τόσων ανέμων και τόσων βροχών εκάμφθη εις την καταιγίδα της χθεσινής νυκτός και μετά πατάγου και τριγμού έκοψε την υπερήφανον κεφαλήν της.

Ουδέποτε εν όνομα, εν πρόσωπον, συνεδέθη, εσφικταγκαλιάσθη τόσον πολύ με μίαν πόλιν, όσον το του Πέτρου Μαυρομιχάλη με τας Καλάμας.

Ευφυής, ευγενής, αισθηματίας, με πνεύμα σπινθηροβόλον, άκακος, μη έχων οργήν και πάθος, υπήρξε λατρευτής και αήττητος προσωπικότης εν τω πολιτικώ αγώνι. Συγκεντρών εν εαυτώ περιόριστον δύναμιν, διοικών ουχί τον Δήμον αλλά την πόλιν, ουδέποτε ελησμόνησε τι ώφειλε να σεβασθή και ποτέ δεν εζήτησε να εκδικηθή ή να τιμωρήση φορτικούς πολλάκις και αυθάδεις υβριστάς. Κληθείς να διοικήση τον Δήμον εις κρισίμους στιγμάς, μετά δραστηριότητος και ευσυνειδησίας εξεπλήρωσε το προς την πόλιν καθήκον του.

Ιδού ο αστήρ όστις μεσουρανήσας πεντήκοντα όλα χρόνια έδυσε χθες.

Ιδού η μεγαλοπρεπής φυσιογνωμία η εκλιπούσα χθες εκ του ορίζοντος της ζωής, η βραδυπορούσα μεγαλοπρεπώς προς τον θάνατον, όπως έζησε μεγαλοπρεπής και επιβάλλουσα.

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΤΩΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Πόλις ολόκληρος πενθηφορούσα
Πρωτοφανής εκδήλωσις πένθους
«ΘΑΡΡΟΣ» 28 Ιανουαρίου 1904

Ουδέποτε αι Καλάμαι εκ θλιβερού γεγονότος παρομοίου προς το χθεσινόν είδον συγκεντρωμένον τόσον κόσμον. Αμφότερα τα φύλα από πρωίας ευρίσκοντο επί ποδός. Όλη δε η προ της οικίας Μαυρομιχάλη οδός ευρίσκετο εις πυρετώδη κίνησιν.

Με τα πρωινά τραίνα κόσμος πολύς εκ των πέριξ Δήμων συνέρρευσεν, ιδία δε εκ των της επαρχίας, ενώ διεκρίνοντο πενθοφορούντες οι φίλοι του υιού του αποθανόντος, Ηλία Μαυρομιχάλη.

Από της πρωίας η οικία Μαυρομιχάλη κατεκλύζετο ασφυκτικώς υπό του πλήθους ανερχομένου και κατερχομένου.

Επί της αιθούσης της οικίας είναι  επιτεθειμένος ο σεβαστός νεκρός, ο οποίος αποτελεί αληθές προσκύνημα. Εντός καρίνου φερέτρου κεκαλυμμένου εξ ανθέων αναπαύεται γαλήνιος η μορφή του Πέτρου Μαυρομιχάλη, εξ ίσου σοβαρά ως και εν τη ζωή. Περί το φέρετρον μαυροφόροι κυρίαι κάθηνται σιγηλαί.

Η όψις της πόλεως

Ολόκληρος η πόλις πενθηφορεί. Φίλοι και εχθροί αδιακρίτως έχουσι κεκλεισμένα τα καταστήματά των, τας θύρας δε και τους εξώστας καλύπτουσι μαύρα παραπετάσματα επί των οποίων διακρίνονται χρυσά τα αρχικά στοιχεία του ονόματος του νεκρού Π.Α.Μ.

Εν τη πλατεία ιδίως διακρίνονται δια την πένθιμον διασκευήν το Δημαρχείον, το κατάστημα του Εμπορικού Συλλόγου, το κατάστημα του Δημ. Παυλίκου, άτινα εκτός των πενθίμων μαύρων παραπετασμάτων φέρουσι και μεγάλας σημαίας μεσιστίους αναδεδεμένας.

Οι φανοί των κεντρικών οδών της πλατείας και των παραλιακών οδών είναι όλοι κεκαλυμμένοι μέλαν κρέπιον.

Η πόλις ολόκληρος εν γένει πρωτοφανή παρουσιάζει πένθιμον όψιν.

Την μελαγχολίαν δε επιτείνουσιν οι από πρωίας ηχούντες κώδωνες.

Η κατάθεσις των στεφάνων εν τω οίκω

Από της ενδεκάτης πρωινής ώρας η κίνησις ήρξατο επιτεινομένη. Όλαι αι οδοί αι φέρουσαι εις την οικίαν Μαυρομιχάλη και ιδία αι από των κέντρων και της πλατείας ήταν κατάμεστοι κόσμου εκχυνομένου εις την πλατείαν Μαυρομιχάλη, η οποία κατά το προς βορράν τμήμα είχε πληρωθή ασφυκτικώς.

Οι διάφοροι στέφανοι ήρξαντο ήδη παρελαύνοντες ακολουθούμενοι υπό των προσώπων άτινα μετέβαινον όπως τους καταθέσωσι.

Οι εν Άρι πολιτικοί φίλοι εν σώματι ανήλθον εις τον οίκον του σεβαστού νεκρού και κατέθησαν τον στέφανον, προσφωνήσαντος του ιατρού Τζαμαλή ως εξής: «Ένδοξε γόνε αθανάτων προγόνων. Οι του Δήμου Άριος πολιτικοί φίλοι σου καταθέτουσι δι’ εμού επί της σεβασμίας σορού σου τον απλούν τούτον στέφανον, μέγα μαρτύριον του απείρου προς σε σεβασμού των και της αμερίστου αγάπης των. Η αγάπη ημών προς την μνήμην σου θα είναι αιωνία εν τη ψυχή μας».

Ακολούθως προσήλθον εν σώματι οι εν Γιαννίτση και μετά τούτους κατά σειράν οι λοιποί.

Εξαιρετικώς την δωδεκάτην και ημίσειαν προσήλθεν ο Σύλλογος των καθηγητών και οι λοιποί διδάσκαλοι. Τον στέφανον συνοδεύουσι μαθηταί εν στολή μετά λευκών ταινιών.

Προσέρχονται αι διδασκάλισσαι της σχολής των θηλέων καταθέτουσαι ωραίον σταυρόν εκ τεχνητών ανθέων.

Την πρώτην παρά είκοσι προσέρχεται ο Δήμαρχος Κουτσομητόπουλος μετά του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ο Δήμαρχος δια τη κάτωθι προσφωνήσεως καταθέτει τους στεφάνους, τον του Δήμου και τον ατομικόν του.

«Ότε κατά το απαίσιον έτος 1862 τον Δήμον μας ελυμαίνετο η αναρχία, προς Σε, Πέτρε Αντωνίου Μαυρομιχάλη, γόνε ενδόξου γενιάς, προς Σε επέβλεψε σύμπας ο Δήμος μας, παρά Σου εξήρτησε την σωτηρίαν του. Τας ελπίδας δε διέψευσας. Ήδη έρχομαι εγώ Δήμαρχος κατά την διάδοχον γενιάν ν’ αποτίσω φόρον ευγνωμοσύνης καταθέτων προσωπικόν στέφανον αποχαιρετισμού και να παρακαλέσω την Σεβασμίαν Σου ψυχήν συν ταις ψυχαίς των λοιπών του ενδόξου γένους Σου, να μη παύητε ικετεύοντες τον Ύψιστον παρ’ ω ήδη ίστασαι, όχι μόνον υπέρ της προόδου του Δήμου μας, αλλά και υπέρ της Σωτηρίας σύμπαντος του κινδυνεύοντος έθνους».

Οι κατατεθέντες στέφανοι

Οι ούτω κατατεθέντες στέφανοι ανερχόμενοι εις είκοσι και έναν ήσαν οι εξής κατ’ όνομα καταθέτη. Δήμος Καλαμών: Ο Δήμαρχος Καλαμών Γεώργιος Κουτσομητόπουλος, οι εν Άρει πολιτικοί φίλοι, οι εν Καλάμαις Γορτύνιοι, οι Διδάσκαλοι Καλαμών, η οικογένεια Παλαμάρα, οι εν Γιαννίτση και ενταύθα παρεπιδημούντες φίλοι του, ο Δήμος Αβίας, οι εν Καλάμαις φίλοι του Λάκωνες, ο Δήμος Θουρίας, ο Εμπορικός Σύλλογος Καλαμών, η οικογένεια Καλογεράκου, η οικογένεια Τσαρμποπούλου, οι αδελφοί Στασινόπουλοι, οι Πτωχούλης και Κοντέας, η οικογένεια Κελαράκου κ.λπ.

Παραλίας, η οικογένεια Στρουμπέων, ο του Περικλ. Περρωτού, ο του Δήμου Άριος και εις σταυρός εκ τεχνικών ανθέων των Διδασκαλισσών του ενταύθα Δημοτικού Σχολείου των θηλέων.

Σημειωτέον ότι οι στέφανοι αν δεν εξηντλούτο εν τη αγορά, θα ήσαν πολύ περισσότεροι.

Προ της κηδείας

Ήδη έχει πλησιάσει η ώρα της κηδείας.

Ο βαρυπενθής οίκος ο εσωτερικώς βεβυθισμένος εις μαύρα παραπετάσματα στένει κυριολεκτικώς υπό το βάρος του ασφυκτικώς πληρούντος αυτόν πλήθους.

Δύο ρεύματα ανερχομένων και κατερχομένων εισερχομένων και εξερχομένων αντιπαλαίουσιν ωθούντα και ωθούμενα και μη προχωρούντα.

Η εκατέρωθι αντίθετος πίεσις δεν επιτρέπει εις κανέναν να κινηθή. Και όμως όλοι θέλουν κάπου να πλησιάσουν και κάποιον να ίδουν.

Κάτω η πλατεία Μαυρομιχάλη μαυρίζει ολόκληρος από το συνωθούμενον πλήθος.

Ποικίλαι αμφιέσεις κλακ και φέσια αδελφωμένα συνωθούνται και συμπιέζονται.

Η δύναμις σχεδόν όλη η διαθέσιμος του Συντάγματος είναι παρατεταγμένη κατά μήκος της οδού. Το γενικόν πρόσταγμα έχει ο ταγματάρχης Καπετανάκης.

Όλοι οι ιερείς της περιφερείας εισί παρατεταγμένοι με λευκά άμφια.

Τα εξαπτέρυγα όλων των ναών λαμβάνουσι θέσιν όπισθεν της Φιλαρμονικής κατεχούσης την πρωτοπορείαν.

Εκατέρωθι της θύρας δύο παμμεγέθεις σταυροί κρατούνται από αλκίμους άνδρας. Επί των σταυρών είναι εζωγραφισμένος ο Εσταυρωμένος.

Η εκκίνησις της νεκροφόρου πομπής

Είναι μία και τέταρτον η ώρα. Ο ιερεύς ανέρχεται και δίδει το άλγεινόν σύνθημα του παντοτεινού χωρισμού.

Στιγμή αληθώς σπαρακτική, περικλείουσα όλων των ανθρωπίνων πραγμάτων την ματαιότητα είναι αύτη.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ο ζήσας τόσα έτη ευτυχής, ο θεμελιώσας τον οίκον τούτον, όστις εγνώρισεν επί ημίσειαν εκατονταετηρίδα όλην την δόξαν και την αίγλην του κόσμου, αποκομίζεται εξ αυτού άπνους.

Πάει πλέον! Οι τοίχοι του σαραγίου αυτού δεν θα αντικρίσωσι την βαρείαν εκείνην φυσιογνωμίαν, η οποία με εν νεύμα εκίνει ολόκληρον πόλιν.

Αποκομίζεται ήδη, σοβαρός όπως πάντοτε, αλλ’ αμίλητος πλέον και άπνους ο πανσθενέστερος Καλάμιος.

Υπό την συναυλίαν των οιμωγών και των θρήνων τόσων ευεργετηθεισών υπάρξεων καταβιβάζεται εκ του οίκου του Πετρ. Μαυρομιχάλη ο νεκρός.

Αι σάλπιγγες ηχούσιν. Οι στρατιώται παρουσιάζουσιν όπλα και κόσμος άπειρος δακρυρροών αποκαλύπτεται ευλαβώς προ του νεκρού.

Η κηδεία δια των οδών

Η νεκροφόρος πομπή δια της πλατείας Μαυρομιχάλη κάμπτει παρά τον Άγιον Νικόλαον κατερχομένη την κλίμακα προς την οδόν παραλίας.

Από της κλίμακος του Αγίου Νικολάου θεάται τις το μεγαλοπρεπές της πομπής. Τα εξαπτέρυγα και η μουσική έχει κάμψει προς την παραλιακήν οδόν, ενώ ακόμη το πλήθος κατέρχεται με βήμα βαρύ την μαρμαρίνην κλίμακα.

Το θέαμα εν τη πικρία του είναι μεγαλοπρεπές. Εις το πένθιμον δε του συνόλου συντελούσι και οι φανοί του ηλεκτρικού οίτινες περικεκαλυμμένοι με μαύρην σκέπην είναι ανημμένοι υπό του Δήμου.

Η πομπή υπό τους πενθίμους ήχους της Φιλαρμονικής δια της παραλιακής οδού βαίνει προς την πλατείαν, ενώ άλλο πλήθος δια των πλαγίων οδών βαίνει παραλλήλως, αποφεύγον τον συνωστισμόν.

Η πομπή ακολουθεί την κάτω πλατείαν, δια της άνω δε τοιαύτης και της οδού της Νομαρχίας καταλήγει εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, όστις είναι ήδη πεπληρωμένος, διότι πολλοί σπεύσαντες κατέλαβον θέσιν εν αυτώ ίνα παραστώσι κατά την νεκρώσιμον ακολουθίαν και ακούσωσι τους εκφωνηθησομένους λόγους.

Μίαν ώραν παρά είκοσι λεπτά εχρειάσθησαν οι ιερείς και οι ψάλται δια την νεκρώσιμον ακολουθίαν.

Μετά μακράν ευχήν του ιεροκήρυκος Ιωάσαφ Σιάκου εξεφώνησε λαμπρότατον επικήδειον λόγον ο δικηγόρος Παν. Μπακίδης ως εντεταλμένος του Δημοτικού Συμβουλίου.

Εις το Νεκροταφείον

Από του ναού της Υπαπαντής η κηδεία κατήλθε προς την Φραγκολίμνην και δια της οδού Αναπαύσεως εις το πολυάνδριον.

Παρά την θύραν του νεκροταφείου σταματά η Φιλαρμονική της πόλεώς μας ανακρούουσα το τελευταίον πένθιμον εμβατήριόν της.

Εις το νεκροταφείον πολλοί έχουν καταλάβει προκαταβολικώς θέσιν. Δι’ ο το πλήθος το μέγα το παρακολουθήσαν την εκφοράν αδυνατούν να διέλθη την θύραν, την οποίαν φράσσουσιν οι καταβάλλοντες έσχατον αγώνα να εισέλθωσι, παραμένει εις τον προ της εισόδου χώρον.

Η εκ της κηδείας εντύπωσις

Του πρώτου πολίτου της πόλεως ταύτης αποθνήσκοντος επόμενον ήτο να γίνη κηδεία μεγάλη και επιβάλλουσα.

Δέον όμως να ομολογηθή ότι το φαινόμενον της χθες ούτε να φαντασθή τις ούτε να προεικάση ηδύνατο. Η χθεσινή κηδεία ήτο τι πρωτοφανές και ασύλληπτον.

Ουδείς απολύτως άρρεν ή θήλυς Καλάμιος έμεινεν εις τον οίκον του. Εκ των εγγύς δε δήμων της επαρχίας Καλαμών και Μεσσήνης και εκ του γείτονος της Λακωνικής Δήμων πλείστοι προσήλθον.

Το εκπληκτικόν όμως δεν ήτο ο αριθμός των παρακολοουθησάντων την κηδείαν ή οπωσδήπτοε κινητοποιηθέντων δι’ αυτήν, ον αναβιβάζουσιν οι πολλοί ουχί αδίκως εις 15 χιλιάδες. Το σπουδαίον ήτο η αισθηματικότης και το πένθος το οποίον κατεδηλώθη. Το κεφάλαιον είναι ότι η πόλις των Καλαμών, ον ζώντα ετίμησε και νεκρόν εμεγάλυνε.

Η γαία του ελαφρά και η μνήμη αγήρως.

Από της κεκανονισμένης θέσεως εκφωνεί κάλλιστον επιτάφιον λόγον ο δικηγόρος και δημοτικός σύμβουλος Μάρκος Δαζέας, τούτον δε διαδέχεται ο Παν. Σπανίδης επί είκοσι λεπτά δια νευρώδους προσλαλιάς αποχαιρετήσας τον τετιμημένον νεκρόν.

Μετά τους εκφωνηθέντας επιταφίους φωτογραφείται ο νεκρός και τέλος αποδίδεται εις την γην, αποκομίζων μεθ’ εαυτού τας ζωηροτέρας σελίδας του βίου της πόλεως ταύτης.

Εκ του νεκροταφείου εις τον οίκον

Από του νεκροταφείου όλος εκείνος ο πολυπληθής κόσμος συνηκολούθησε τους υιούς του μεταστάντος εις τον οίκον αυτού.

Κάτωθι της οικίας και αριστερά της εισόδου έστησαν οι Ηλίας Μαυρομιχάλης και Βασίλ. Κουτσομητόπουλος επί ώραν πολλήν ευχαριστούντες δια χειραψίας το πλήθος το μη δυνάμενον να ανέλθη εις τον οίκον.

Ούτως είμαρτο να τελευτήση και ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ο δικαίως επιληθείς των Καλαμών ηγεμών.