«ΘΑΡΡΟΣ» 19 Αυγούστου 1906: Ο νυκτερινός φόνος

«ΘΑΡΡΟΣ» 19 Αυγούστου 1906: Ο νυκτερινός φόνος

Άγριος φόνος έλαβε χώραν χθες εν Παραλία εν μέση πλατεία προκαλέσας την βαθείαν συγκίνησιν και αγανάκτησιν του τόσου, την ώραν εκείνην, εκεί ευρισκομένου κόσμου.

Προ του φόνου
Η ώρα ήτο 10 και πολύς κόσμος και αρκεταί οικογένειαι εκάθηντο εις τα καφενεία, όπως συνήθως, ή επεριπάτει εις την πλατείαν.

Έξωθι του καφενείου Κίσκηλα εκάθηντο ολίγοι τινές.

Μεταξύ τούτων ολίγον αριστερά της προς τα κάτω θύρας του ανωτέρω καφενείου εκάθητο και ο αστυφύλαξ Ιωάννης Μπακέας αναγινώσκων εφημερίδα τινά και εις ολίγων βημάτων απόστασιν άλλος αστυφύλαξ ο Γεώργιος Κοντάκος.

Ο φόνος
Την 10 1/2 ακριβώς ακούεται πυροβολισμός έξωθι του ανωτέρω καφενείου. Τρέχει ο εις τα διάφορα καθίσματα καθήμενος κόσμος εις τον τόπον του πυροβολισμού. Ο ατυχής αστυφύλαξ ο πριν αναγινώσκων, κατά γης εξηπλωμένος έπνεε τα λοίσθια.

Φωνάζει, θορυβείται ο κόσμος. Εντός ολίγου έρχονται επί τόπου ο Αντιεισαγγελεύς, ο Ανακριτής Χρυσαΐτης, ο Λοχαγός Φωτιάδης και δύο δεκανείς εκ των Αρχών και πολύς κόσμος από τον καθήμενον εκεί πλησίον.

Αμέσως ζητούν το μέρος του τραύματος δια να του παράσχουν του πληγωθέντος τας δυνατάς βοηθείας. Ευρίσκεται μία οπή ακριβώς εις το μέσον των στέρνων.

Ο αστυφύλαξ φαίνεται νεκρός. Ο Εισαγγελεύς ζητεί πληροφορίας περί του φονευθέντος. Του λέγουν, ότι ονομάζεται Ιωάν. Μπακέας. Φωνάζει ποίος τον κτύπησε, κανείς δεν λέγει, όλοι λέγουν ότι δεν είδον. Ο Χρυσαΐτης εντός του καφενείου λαμβάνει προχείρους ανακρίσεις του καφετζή και τινών άλλων.

Εν τω μεταξύ ο χώρος είχε πλημμυρίση απείρου κόσμου ανδρών, γυναικών και παιδίων. Από όλα τα σημεία έβλεπε κανείς να τρέχη κόσμος. Μία κίνησις ασυνήθης και μία κατήφεια πρωτοφανής όταν ήρχοντο προ του νεκρού.

Ο λοχαγός Φωτειάδης ανηρεύνα εν τω μεταξύ τα θυλάκια του νεκρού. Εύρε δε ολίγας δραχμάς εις μονόδραχμα, μία σφυρίχτρα και άλλα τινά, άτινα παρέλαβεν ο Αντιεισαγγελεύς, το ξίφος δε και το περίστροφόν του ο λοχαγός το παρέδωσεν εις έναν δεκανέα.

Αι Αρχαί και ο κόσμος ηγανάκτει ποίος είναι ο φονεύς.

Διάδοσις φόνου και άλλου αστυφύλακος – Η συγκίνησις
Μετ’ ολίγον παρά διαφόρων εκεί ευρεθέντων διεδόθη, ότι ο άλλος αστυφύλαξ Κοντάκος τρέχει, ίνα συλλάβη τον φεύγοντα φονέα. Τούτο εβεβαιώθη και από τους ακουσθέντας πυροβολισμούς.

Δεν περνάει λίγο και άλλη διάδοσις κυκλοφορεί και γεννά τρομεράν συγκίνησιν, ότι ο φονεύς εφόνευσε και τον άλλον αστυφύλακα.

Η συγκίνησις η καταλαβούσα τον κόσμον δεν περιγράφεται.

Μετ’ ολίγα πάλιν λεπτά της ώρας άλλη διάδοσις ότι τον φονέα ο αστυφύλαξ και χωροφύλακες περίπολοι τον έχουν πολιορκήσει, φοβούνται όμως να τον πλησιάσουν, διότι ούτος απειλεί πάντα, όστις θα ετόλμα να τον πλησιάση.

Ο Αντιεισαγγελεύς τότε διατάσσει τους 2-3 στρατιώτας ευρισκομένους εκεί να τρέξουν εις βοήθειαν.

Μαζί μ’ αυτούς τρέχει και πολύς κόσμος προς το Τελωνείον, διότι εκεί πλησίον είπεν πως τον πολιορκούν και ότι είναι πληγωμένος.

Τότε φωναί σπαρακτικαί ακούονται από το μέρος του φονευμένου. Μία εξαδέλφη του είχε καταφθάσει και έκλαιε και εφώναζεν η δυστυχής προ του νεκρού.

Ο φονεύς παραδίδεται
Ο Αντιεισαγγελεύς, ο Ανακριτής, ο Λοχαγός Φωτιάδης και ο Υπολοχαγός Β. Καπετανάκης και τινές άλλοι εισέρχονται εις μίαν άμαξαν και τρέχουν προς το μέρος όπου ευρίσκετο ο φονεύς. Έμπροσθεν και όπισθεν αυτών άπειρος κόσμος τρέχει. Από τα σπίτια έχουν βγη αι οικογένειαι.

Φθάνουν τέλος εις την οικίαν Καπετανάκη (Μάτσα), όπου σωρεία κόσμου ευρίσκετο. Ολίγον παραπέρα καθισμένος κάτω με το πιστόλι προτεταμένον ευρίσκετο ο φονεύς. Εις ολίγων βημάτων απόστασιν αστυφύλακες τινές και χωροφύλακες δεν ετόλμων να πλησιάσουν.

Είχον οχυρωθή προ της οικίας Ψάλτη.

Ο φονεύς εφρώναζε: «Μη πλησιάση κανείς θα τον σκοτώσω».

Και ο κόσμος περιδεής απεμακρύνετο. Μερικοί του εφώναζον: «ο Εισαγγελεύς, παραδώσου».

«Μόνον εις τον Εισαγγελέα θα παραδοθώ, μη πλησιάση κανείς, φοβούμαι».

Ο Αντιεισαγγελεύς εν τω μεταξύ επροχώρει μετά του Ανακριτού προ του φονέα – ο Εισαγγελεύς τού φωνάζει: «Παραδώσου. Είμαι Εισαγγελεύς».

Τέλος πλησιάζει ο Αντιεισαγγελεύς και οι λοιποί και συλλαμβάνουν τον φονέα και του παίρνουν το περίστροφον.

Αι Αρχαί, χωροφύλακες, αστυφύλακες, ακολουθούντος απείρου κόσμου τον έφερον προς την πλατείαν.

Ούτος εφοβείτο να μη τον παραδώσουν εις τους αστυφύλακας. Οι αστυφύλακες ελύσσων από το θυμό τους και εφώναζαν.

Εζήτει διαρκώς νερό αυτός.

Όταν έφθασαν προ του Τελωνείου ευρέθη μία άμαξα, εις την οποίαν εισελθούσαι αι Αρχαί μετά του φονέως έφυγον δια την πόλιν, τούτου φωνάζοντος: «Πάω μόνος μου, μη με πάτε στην Αστυνομίαν».

-Πώς έγινε ο φόνος

-Ο φονεύς

-Οι λόγοι

Ο φονεύς ονομάζεται Παναγ. Φραγκούλης.

Προ ολίγων λεπτών προ του φόνου εθεάθη ερχόμενος από τα Περιβόλια μόνος και πήγε και εκάθησεν εις το εγγύς του Κίσκηλα καφενείον Παπαδέα και επήρε καφέ.

Ολίγον μακράν του εις το καφενείον Κίσκηλα ήτο ο φονευθείς Μπακέας, κατά του οποίου έπνεε μένεα, διότι προ τριών ημερών εις τον Αντιβραχίονα τον είχεν ο φονευθείς μετά του αστυφύλακος Κοντάκου τραυματίση εις την κεφαλήν, κατά την γνωστήν συμπλοκήν, η οποία έγινεν εκεί δια γυναίκα, την οποίαν ηθέλησαν να συλλάβουν οι αστυφύλακες, επειδή είχε περάση η ώρα.

Ο φονεύς μόλις είδε τον αστυφύλακα να πλησιάζει, εξάγει το περίστροφόν του και τον πυροβολεί. Η σφαίρα τον διαπερνά και κτυπά όπισθεν το κάτωθι μέρος του παραθύρου επί του τοίχου του εξωτερικού και ανοίγει ευρείαν οπήν η οποία φαίνεται. Αμέσως τρέπεται εις φυγήν. Ο πλησίον ευρισκόμενος Κοντάκος τον παίρνει κατά πόδας και τον πυροβολεί, έως ου σώνει τα φυσίγγια και αναγκάζεται να οχυρωθή δια να προφυλαχθή από ενδεχομένην επίθεσιν του φονέως.

Η περίπολος εκ χωροφυλάκων τρέχει και αυτή και τον φθάνουν όπισθεν της Αναλήψεως. Ούτος προσποιείται τον πληγωμένον και πίπτει. Έως ότου παρεδόθη προς τον Εισαγγελέα.

Τον νεκρόν μετ’ ολίγον μέσω κοπετών και θρήνων σπαρακτικών οι συγγενείς του τον μετέφερον εις το σπίτι του προς τον Αντιβραχίονα.

Η σύζυγός του ιδούσα αυτόν νεκρόν σπαράσσεται κυριολεκτικώς, κλαίει οδύρεται και συγκινεί βαθύτατα. Μέχρι τα εξημερώματα εξηκολούθουν αι φωναί και τα μοιρολόγια στο σπίτι.

Ο κόσμος περιδεής κατηγανακτισμένος ήσυχα – ήσυχα έφευγε δια το σπίτι του ελεεινολογών και καταρώμενος την κατάστασίν μας.

Η κηδεία του φονευθέντος αστυφύλακος
«ΘΑΡΡΟΣ» 20 Αυγούστου 1906
Χθες περί την 4ην απογευματινήν ώραν εγένετο η κηδεία από της εν Παραλία οικίας του, του προχθές την νύκτα φονευθέντος αστυφύλακος Ιωάν. Μπακέα.

Κόσμος πολύς παρηκολούθησε την εκφοράν του νεκρού του ατυχούς αστυφύλακος και πολλοί εκ των συναδέλφων του.