Αυξάνονται οι ανισότητες με το νέο νόμο για την παιδεία

Αυξάνονται οι ανισότητες  με το νέο νόμο για την παιδεία

Από την πρώτη ημέρα ανάληψης της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, άρχισε η αντιμεταρρύθμιση και στην παιδεία. Με μια σειρά νομοσχεδίων πάρθηκαν μέτρα που υποσκάπτουν το δημόσιο σχολείο και επιτίθενται ενάντια στα μορφωτικά δικαιώματα, εκείνου του κομματιού μάλιστα που είναι το ασθενέστερο: στους μαθητές των ΕΠΑΛ και στους μαθητές με τις χαμηλότερες επιδόσεις. Έτσι είχαμε την προσπάθεια για επιβολή ηλικιακών ορίων (αποσύρθηκε μετά τη γενική αντίδραση). Θεσμοθετήθηκε η τράπεζα θεμάτων, για όλους τους τύπους Λυκείων, όταν είναι σε όλους γνωστά τα δραματικά αποτελέσματα που υπήρξαν κατά την πρώτη εφαρμογή της το 2013-2014. Η εφαρμογή τράπεζας θεμάτων προϋποθέτει, για να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες για όλους τους μαθητές, ενισχυτική διδασκαλία και στοχευμένη στήριξη στους πιο αδύναμους μαθητές.

Τη χρονιά της πρώτης εφαρμογής της έμεινε ανεξεταστέο το 25% κατά μέσον όρο των μαθητών. Μαζί με τον υπερβολικό ακαδημαϊσμό των προγραμμάτων σπουδών των Ελληνικών Λυκείων, η προσθήκη της τράπεζας θεμάτων δίνει άλλο ένα κτύπημα στους αδύναμους μαθητές και τους οδηγεί στην παραίτηση και στη σχολική εγκατάλειψη.

Αντί, λοιπόν, για αναμόρφωση προγραμμάτων σπουδών σε κατεύθυνση τέτοια ώστε τα μαθήματα να είναι πιο κοντά στα ενδιαφέροντα και τις εμπειρίες των μαθητών/μαθητριών και να γίνονται κατανοητά από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πλήθος τους, αντί να δημιουργηθούν μηχανισμοί στήριξης, αυξάνουν τα φίλτρα και οι μηχανισμοί απόρριψης.

Η επιλογή εφαρμογής πολλών φίλτρων απόρριψης είναι γνωστό ότι θίγει το κομμάτι εκείνο του μαθητικού πληθυσμού, που χρειάζεται το ακριβώς αντίθετο: ευελιξία στο εκπαιδευτικό σύστημα και εφαρμογή εξατομικευμένης, έγκαιρης υποστήριξης, ώστε να προληφθούν τα φαινόμενα της σχολικής διαρροής. Χρειάζονται μαθησιακές στρατηγικές και μέθοδοι, που θα αντιμετωπίζουν την αποθάρρυνση και την απογοήτευση και θα προάγουν τη δημιουργική μάθηση, τη συνεργασία, την αποδοχή, την ενσωμάτωση, πράγμα που θα λειτουργήσει θετικά όχι μόνο για την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα για όλη την κοινωνία. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι τα άτομα με παραβατική συμπεριφορά συνήθως έχουν εγκαταλείψει το σχολείο.

Ένα ακόμα φίλτρο που τίθεται με τον τελευταίο νόμο για την εκπαίδευση, είναι και η θεσμοθέτηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής για τα πανεπιστήμια. Σύμφωνα με αυτό, θα υπάρχει ελάχιστη βάση, που με αυθαίρετα κριτήρια θα είναι στο 80% έως 120% του μέσου όρου της βαθμολογίας των υποψηφίων.

Η θεσμοθέτηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής ως προϋπόθεση για την εισαγωγή στα τμήματα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης υποστηρίζεται ότι αποτελεί αναγκαίο μέτρο που αποσκοπεί στη διασφάλιση των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων της επιτυχούς φοίτησης και της έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών.

Υποστηρίζεται, επίσης, ότι τα προηγούμενα χρόνια εισήλθαν στα πανεπιστημιακά τμήματα υποψήφιοι με πολύ χαμηλές βαθμολογικές επιδόσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο και τις απαιτήσεις των σχολών και ότι οι φοιτητές αυτοί εγκλωβίζονται στην προσπάθεια κτήσης του πτυχίου, χωρίς όμως να διαθέτουν τα αντικειμενικά γνωστικά εφόδια.

Πρώτα απ’ όλα να πούμε πως η επιθυμία ενός πολίτη να σπουδάσει, όχι μόνο πρέπει να γίνεται σεβαστή, αλλά αν θέλουμε ως κοινωνία να πάμε μπροστά, χρειάζεται αυτούς τους πολίτες να τους βοηθήσουμε, να αποκτήσουν το απαραίτητο γνωστικό επίπεδο, που θα τους κάνει ικανούς/νές για την απόκτηση του τίτλου σπουδών.

Σύμφωνα και με μελέτες που έχουν εκπονηθεί, για την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, οι επιπτώσεις θα είναι πολλές και πολυεπίπεδες.

Οι συνέπειες που θα εμφανιστούν, θα επιδράσουν τόσο στη λυκειακή σχολική ζωή όσο και στη λειτουργία και την ύπαρξη των πανεπιστημίων και δε θα αφήσουν ανεπηρέαστη καμία Περιφέρεια της χώρας. Ενδεικτικά να αναφέρουμε:

•Θα περιοριστεί ο αριθμός των φοιτητών στα πανεπιστήμια, που σε περιφερειακά ιδρύματα και πόλεις θα έχει δραματικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου μείωση θα υπάρξει σε 10 από τα 22 τμήματα.

•Θα αυξηθεί η μαθητική διαρροή στο Λύκειο και θα μειωθούν οι απόφοιτοί του (οδηγώντας αρκετούς στην πρόωρη μεταγυμνασιακή κατάρτιση) λόγω της δυσκολίας εισαγωγής στα ΑΕΙ, αλλά και της εφαρμογής της τράπεζας θεμάτων.

•Θα αυξηθούν οι ανάγκες σε φροντιστήρια, επομένως θα αυξηθούν και οι οικογενειακές δαπάνες. Αυτό σημαίνει και ακόμα μεγαλύτερο χάσμα στις ανισότητες, αφού κάποιοι δε διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους.

•Θα οδηγηθούμε σε πρόσθετη ακύρωση του μορφωτικού ρόλου του Λυκείου σε όλες τις τάξεις, δεδομένης της έμφασης σε ό,τι είναι εξεταστικά χρήσιμο.

•Θα μειωθεί η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων (δεδομένου ότι αυτή έχει συνδεθεί με τον αριθμό φοιτητών) και, άρα, σταδιακό κλείσιμο ή συγχώνευση ακόμα και τμημάτων με πολλές δεκαετίες λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος υποδομών θα μείνει χωρίς χρήση.

•Η προοπτική είναι το κλείσιμο και συγχώνευση τμημάτων και, άρα, περιορισμός του παραγόμενου ερευνητικού έργου των ελληνικών πανεπιστημίων και αύξηση της «διαρροής εγκεφάλων» (μετανάστευση νέων και εξειδικευμένων ερευνητών). Πολλά περιφερειακά πανεπιστήμια έχουν πολύ αξιόλογο προσωπικό, με σύγχρονες σπουδές και γνώσεις, που είναι πολύτιμες για τη συνέχιση της ακαδημαϊκής γνώσης της χώρας μας. Το επιστημονικό αυτό προσωπικό δεν είναι πάντα εύκολο να εργαστεί σε κεντρικά πανεπιστήμια, καθώς εκεί υπάρχουν παγιωμένες καταστάσεις, που δύσκολα ανατρέπονται.

•Πολλοί απόφοιτοι θα στραφούν στα ιδιωτικά κολέγια, που σημαίνει επιπλέον οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών λόγω των διδάκτρων.

•Θα περιοριστεί η αναπτυξιακή συνεισφορά των περιφερειακών πανεπιστημίων, ειδικά στην επαρχία όπου τα πανεπιστήμια συνεισφέρουν με μελέτες, έργα και επενδύσεις.

•Θα υπάρξει περιορισμός της πολιτιστικής συνεισφοράς των ακαδημαϊκών κοινοτήτων στην επαρχία.

•Και βέβαια, σημαντικές θα είναι και οι αρνητικές συνέπειες στις τοπικές οικονομίες της περιφέρειας.

Στην Καλαμάτα υπάρχουν 3 τμήματα που θα κινδυνεύσουν να κλείσουν. Αυτό σημαίνει πως υποδομές (σε κάποια τμήματα μεγάλης αξίας) θα απαξιωθούν, το προσωπικό θα αναγκαστεί να μεταναστεύσει, θα σταματήσει οποιοδήποτε ερευνητικό έργο, θα λείψουν οι φοιτητές από την πόλη, που δίνουν ζωή στην καθημερινότητά της, στον πολιτισμό της, στις κοινωνικές συσχετίσεις.

Ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε το Τμήμα Γεωπονίας, με τη μεγάλη του συνεισφορά, ακόμα και με τη διατήρηση σπόρων από παραδοσιακές ποικιλίες, τη διοργάνωση συνεδρίων και ημερίδων, για ενημέρωση και των αγροτών της περιοχής ή το Εργαστήριο Γευσιγνωσίας Ελαιολάδου Καλαμάτας, διαπιστευμένο με το σύστημα ποιότητας ISO/IEC 17025 από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης και αναγνωρισμένο από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας για την οργανοληπτική δοκιμή παρθένου ελαιολάδου. Το Εργαστήριο Γευσιγνωσίας Ελαιολάδου Καλαμάτας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου είναι ένα από τα τρία αναγνωρισμένα από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου εργαστήρια γευσιγνωσίας ελαιολάδου στην Ελλάδα, το μοναδικό που ανήκει σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, πραγματοποιεί δοκιμές γευσιγνωστικής ανάλυσης ελαιολάδου για εταιρείες και παραγωγούς από όλη την Ελλάδα και διεξάγει σεμινάρια εκπαίδευσης και προώθησης της γευσιγνωστικής και γαστρονομικής ποιότητας του ελαιολάδου.

Αντί, λοιπόν, να χρησιμοποιήσουμε και να αναπτύξουμε παραπέρα, τα μέσα που διαθέτουμε ως κοινωνία για την ανάπτυξη σε όλα τα επίπεδα, οδηγούμε σε μαρασμό και σε συρρίκνωση έναν από τους βασικούς μοχλούς της ανάπτυξης.

Χρειάζεται ως τοπικές κοινωνίες, σε όλα τα επίπεδα οργάνωσής μας να κινητοποιηθούμε για τα θέματα αυτά, πριν να είναι αργά.

Της Χαράς Κιουρή
Φυσικού, Msc, φοιτήτριας στο τμήμα Γεωπονίας Καλαμάτας, μέλους Τμήματος Παιδείας Μεσσηνίας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία