-Θα πάμε, αγάπη μου;
-Ναι, χρυσή μου!
-Τι ώρα είναι άραγε;
-Μα θα πλησιάζη εννέα, είπεν ο Νίκος στη χαριτωμένη γυναικούλα του, τη Λούλα, ενώ προσπαθούσε να βγάλη το ρολόι από την τσέπη του.
-Εννέα και δέκα, πρόσθεσε ύστερα από το κύτταγμα του ρολογιού.
-Μήπως αργήσαμε; ρώτησε πάλι η Λούλα.
-Έχομε καιρό μέχρι τις δέκα, είπεν ο Νίκος. Κύτταξε μονάχα να γίνης ώμορφη όσο μπορείς απόψε. Θέλω να την θαυμάσουν την χαριτωμένη γυναικούλα μου.
Και λέγοντας αυτά τη φίλησε στα μάτια.
-Τι τρελλόπαιδο που είσαι, τέλος πάντων.
-Μπα; Είναι τρέλλα το φίλημα; Σ’ ευχαριστώ πολύ γιατί μ’ έμαθες και κάτι καινούργιο.
-Εγώ καινούριο; Σαν τι δηλαδή;
-Να, πως με το να φιλήση κανείς τη γυναίκα του γιατί τη βρίσκει ώμορφη κάνει τρέλλα.
-Δεν σε καταλαβαίνω!
-Θέλεις να με καταλάβης καλλίτερα; είπεν ο Νίκος. Κι έδωσε ένα σκαστό φιλί πάλι στη γυναίκα του.
-Τώρα με κατάλαβες; της είπε.
-Αυτό ήταν όλο;
-Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, γιατί θα μ’ εξαναγκάσης ν’ αρχίσω τις τρέλλες μου. Και να φαντασθής ότι έχω τόση διάθεση για τρέλλες, που κι εγώ απορώ γι’ αυτό.
Το κλάξον του ταξί που είχεν έρθη πια τους έκοψε τις τρέλλες. Ο Νίκος κύτταξε το ρολόι του.
-Αυτές οι τρέλλες, τέλος πάντων, είπε, λίγο έλειψε να μας κάνουν να ξεχάσουμε το χορό.
Και λέγοντας αυτά προσέφερε το μπράτσο του στη γυναίκα του.
-Ας πηγαίνωμε, είπε. Ο σωφέρ ανυπομονεί γιατί έχει δουλειά. Θέλει να πάρη κι άλλους τρελλούς.
-Από ευτυχία, συμπλήρωσεν η Λούλα και σφίχτηκε περισσότερο κοντά του.
-Ύστερ’ από λίγο το αυτοκίνητο σταματούσε στην πόρτα μιας πολυτελούς αίθουσας χορού. Μέσα η ορχήστρα έπαιζε κάποιο βαλς λικνιστικό και κάμποσα ζευγάρια με τη χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους γύριζαν σαν σβούρες.
-Τι ώμορφα που είναι! ψιθύρισε σε μια στιγμή η Λούλα στον άντρα της ενώ άδειαζε για δεύτερη φορά το ποτήρι της μπύρας.
Μια σερπαντίνα που ξεπετάχτηκε από κάποια γνώριμη παρέα τους τύλιξε και τους δύο. Η μουσική ενός παθητικού ταγκό γέμισε πάλι την αίθουσα.
-Χορεύετε, κυρία μου; είπεν ο Νίκος υποκλινόμενος μπροστά στη γυναίκα του.
Η Λούλα ευτυχισμένη, αφέθηκε στην αγκαλιά του Νίκου και άρχισαν ανακατεμένοι μέσα στ’ άλλα ζευγάρια να χορεύουν.
-Πώς τη βρίσκετε την αποψινή βραδυά, μικρούλα μου; ψιθύρισεν ο Νίκος στ’ αυτί της γυναίκας του.
-Πολύ ώμορφη, ψιθύρισεν εκείνη.
-Και τον καβαλλιέρο σας;
-Πιο ώμορφον ακόμα.
-Θα μου υποσχεθήτε τον άλλο χορό;
-Θα σας τον έδινα αλλά φοβάμαι την παρεξήγηση.
-Δηλαδή;
-Όλο με τον ίδιο χορεύει θα πουν οι σοβαροί. Κάτι θα συμβαίνη! Έρωτα μυρίζει αυτό. Και το σούσουρο θ’ αρχίση.
Γέλασαν και οι δύο με την καρδιά τους.
-Κι αν επιμείνω;
-Δεν θα κάνεις απολύτως τίποτα.
-Κι αν τρελλαθώ;
-Το ίδιο μου κάνει.
-Σ’ αρέσουν λοιπόν οι τρέλλες μου;
-Σαν είμαστε μόνοι τις προκαλώ.
-Κι αν αδιαφορήσω για τους άλλους;
-Θα με κάνης να σου υποσχεθώ. Έννοια σου και σε ξέρω τι τρελλόπαιδο είσαι.
Χόρεψαν πολλές φορές ακόμη μέχρι πια που κουράστηκαν. Η γυναίκα του είχε την ευχαρίστηση να του παραχωρήση όλους τους χορούς της. Γλέντησαν τις Απόκρηες κι έννοιωσαν μέσα σε μια νύχτα όση ευτυχία είναι δυνατόν να νοιώση ο άνθρωπος σ’ όλη τη ζωή του.
Ύστερα κάποιος τρίτος μπήκε στη ζωή τους κι οι δρόμοι τους χωρίστηκαν. Ο Νίκος βρέθηκε κάποια μέρα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο κόσμος παραξενεύτηκε γι’ αυτή την αυτοκτονία.
Η Λούλα…
-Γρήγορα, Λούλα, γιατί πλησιάζει το νούμερό σου. Η φωνή του μπάρμαν την εξύπνησε από κάποιον λήθαργο που είχε πέση. Τον κύτταξε κάπως βαρυεστημένα και σηκώθηκε.
-Τι κυττάζεις έτσι; ακούστηκε πάλι η φωνή του μπάρμαν.
Βιάσου λιγάκι γιατί σε λίγοι θα αρχίση ο χορός και ξέρεις πως σε περιμένουν τόσοι.
-Ναι, ψιθύρισεν η Λούλα σαν χαμένη. Θα σου παραχωρήσω όλους τους χορούς.
Κι ο μπάρμπαν δεν μπόρεσε να καταλάβη τα λόγια της και να εξηγήση την αφηρημάδα της σ’ αυτή τη νύκτα του καρναβαλιού.
ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΡΙΔΗΣ











