Σε ορισμένα στενά δρομάκια και σε πλατείες της Καλαμάτας, εκεί που ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά, ορισμένα από τα παλαιότερα καφενεία της πόλης εξακολουθούν να στέκουν όρθια, μεταφέροντάς μας σε εποχές που δεν έχουν ξεθωριάσει ακόμα.
Σε μια εποχή που ολοένα αλλάζει, οι ξύλινες καρέκλες με τα μαρμάρινα τραπέζια και τα κάδρα που αντιστέκονται στο χρόνο αφηγούνται ιστορίες δεκαετιών.
Για πολλούς –κυρίως για ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας- αυτά τα καφενεία δεν είναι σήμερα απλώς ένας χώρος που θα πιούν τον καθημερινό τους καφέ, αλλά κι ένας τόπος συνάντησης, ανταλλαγής απόψεων, πολιτικών συζητήσεων και αθλητικών αναμεταδόσεων. Ένα δεύτερο «σπίτι».
Παρά τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές των τελευταίων χρόνων, ορισμένα από τα καφενεία έχουν συμπληρώσει μέχρι κι έναν αιώνα διαδρομής.
Μέσα δε από μαρτυρίες θαμώνων και ιδιοκτητών ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη ιστορία πίσω από αυτά. Ιστορίες ανθρώπων, φιλίες που δημιουργήθηκαν και άντεξαν στα χρόνια, πολιτικά γεγονότα με τα οποία συνδέθηκαν οι χώροι…
Θίασος
«Η αγάπη του κόσμου μάς κρατάει ακόμα ζωντανούς»
Οι αδερφοί Πιέρρου αποτελούν τους ιδιοκτήτες τρίτης γενιάς του «Θιάσου» και κοιτώντας πίσω στην ιστορία του παραδοσιακού καφενείου, μνημονεύουν αμέτρητες ιστορίες με ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας μέχρι και… πρωθυπουργικές συναντήσεις.

Όπως εξηγεί ο Τάσος, το καφενείο-μεζεδοπωλείο ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια από τον παππού του, στη συνέχεια πέρασε στον πατέρα με τη μητέρα του, για να το αναλάβουν πριν από μερικά χρόνια ο ίδιος με τον αδελφό του. Αυτό που σημειώνει ο κ. Πιέρρος είναι ότι οικογενειακά ξεκίνησαν από τον «Πλάτανο» δίπλα στο Σχολείο Μπενάκη, ωστόσο το κλείσιμο του «Θιάσου» πριν από το 2015 αποτέλεσε αφορμή για να δώσουν και πάλι ζωή στο ιστορικό αυτό κατάστημα που λειτουργούσε αδιάκοπα από το 1914. Έτσι, το 2015 ο ιστορικός «Θίασος» απέκτησε νέα πνοή, όμως με το ίδιο μεράκι που λειτουργούσε όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Κάνοντας λόγο για τα εκλεκτά φαγητά που μπορεί να βρει κανείς, πέραν του καφέ, ο Τάσος Πιέρρος σημειώνει ότι τόσο οι ντόπιοι όσο και οι επισκέπτες επιλέγουν τον «Θίασο» για τις διαφόρων ειδών ποικιλίες κρέατος. «Το μεσημέρι προσφέρονται το παραδοσιακό γουρουνόπουλο με τις πατάτες φούρνου, διάφορα ψητά της ώρας, πατάτες, προϊόντα προερχόμενα από τη μεσσηνιακή γη, αλλά και εποχιακά – όσο το δυνατόν περισσότερο μπορούμε» προσθέτει.
Αυτό που επισημαίνει ακόμα είναι ότι οι πρώτες ύλες που επιλέγονται είναι από μικρούς παραγωγούς και μικρές φάρμες, όπως και τα κρέατα του καταστήματος. «Γενικότερα, προσπαθούμε όσο μπορούμε να προωθούμε τα τοπικά μας προϊόντα, όπως συμβαίνει με το κρασί και το λάδι. Βάζουμε πολύ προσωπική εργασία για να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα, και είναι κάτι που μας αρέσει πολύ», εξηγεί.
Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό των χρόνων που ηγούνται του παραδοσιακού καφενείου, σημειώνει: «Όπως και να το κάνουμε, τα χρόνια είναι δύσκολα, περνάμε δύσκολες εποχές, αλλά η αγάπη του κόσμου μάς κρατάει ζωντανούς και μας δίνει ώθηση να συνεχίσουμε. Έχουμε τους θαμώνες μας, έχουμε και μεγάλα πρόσωπα, όπως πρώην πρωθυπουργούς και διάφορους άλλους πολιτικούς αρχηγούς που μας επιλέγουν για κάποιο γεύμα τους ανά διαστήματα. Εμείς δουλεύουμε με όλο τον κόσμο και συνεχίζουμε!».

Δύο από τους θαμώνες του «Θιάσου», ο κ. Μάκης Πανταζόπουλος και ο κ. Γιάννης Κατσακιώρης, δέχθηκαν με χαρά να μοιραστούν μαζί μας στιγμές από την καθημερινή σταθερά τους, τον πρωινό τους καφέ στο συγκεκριμένο καφενείο εδώ και δεκαετίες.
Όπως μας αναφέρει ο κ. Πανταζόπουλος, ήρθε από τη Γερμανία στην Καλαμάτα το 1985. Για τον ίδιο, ο καφές στον «Θίασο» είναι μια καθημερινή συνήθεια, μιας και ο χώρος αποτελεί –εκτός των άλλων- σημείο συνάντησης πολλών μουσικών, αφού και ο ίδιος έχει αυτή την ιδιότητα.
«Έρχομαι σαράντα χρόνια εδώ, παρότι πολλοί από τους παλιότερους φίλους που συχνάζαμε καθημερινά εδώ έχουν αραιώσει. Τώρα είναι από τα λίγα καφενεία που έχουν μείνει στην πόλη, με τους ιδιοκτήτες να είναι εξυπηρετικοί. Βρίσκουμε φίλους, κάνουμε νέους, μιλάμε για τα μουσικά μας ενδιαφέροντα και έτσι ο χρόνος κυλά ευχάριστα. Η συνήθεια είναι συνήθεια, οπότε επιλέγουμε να ερχόμαστε εδώ πιο πολύ και όχι σε άλλα κεντρικά καφενεία, τα οποία τα θεωρώ απόξενα στη σημερινή εποχή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο κ. Κατσακιώρης, μοιράζεται μαζί μας ότι βρέθηκε στην Καλαμάτα πριν από πολλά χρόνια, μιας και αποτελεί τόπο καταγωγής της συζύγου του. «Όλα αυτά τα χρόνια επιλέγουμε πολύ συχνά να πίνουμε τον πρωινό μας καφέ στη γειτονιά της Υπαπαντής, εδώ, μιας και μας καλύπτει πολύ η εξυπηρέτηση. Υπάρχει ωραίο περιβάλλον, ο καφές και τα φαγητά είναι πολύ καλά, όπως επίσης το κρασί και το τσίπουρο. Ο “Θίασος” είναι η καθημερινή μας σχεδόν συνήθεια, την οποία δε σκοπεύουμε να αλλάξουμε!», υπογραμμίζει από την πλευρά του.
Καφενείο Μπακέα

Ιδιοκτήτης τρίτης γενιάς, του παραδοσιακού καφενείου στην πλατεία Μαυρομιχάλη, είναι και ο Βασίλης Μπακέας, έχοντας καταφέρει να το εντάξει στη σημερινή εποχή.
Αναφερθείς στη διαδρομή του καφενείου της οικογένειας, εξηγεί ότι ξεκίνησε από τον παππού του, πέρασε στον πατέρα του και σήμερα το συνεχίζει ο ίδιος, διαθέτοντας την ίδια σταθερή πελατεία και μετρώντας περισσότερο του ενός αιώνα ζωής.
Μιλώντας για τα σημερινά δεδομένα, ο κ. Μπακέας σημειώνει: «Τα καφενεία σαν το δικό μας είναι παραδοσιακά και είναι αρκετά δύσκολα τα πράγματα για την επιβίωσή τους, μιας και η αγορά των προϊόντων έχει ακριβύνει πολύ. Ο κόσμος σήμερα έχει πολλές επιλογές ανάμεσα στα παραδοσιακά καφενεία και τις σύγχρονες καφετέριες, όμως δεν έχει τα χρήματα για να μπορέσει να ξοδέψει για τη διασκέδασή του».
Όσον αφορά στις επιλογές των θαμώνων, αναφέρει: «Καθημερινά σε εμάς, πέραν του καφέ, μπορεί κανείς να βρει τοπικές γεύσεις, καθώς τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε εισαγάγει ψητά κρέατα, όπως και της ώρας».
Αναφορικά με την πελατεία, ο Βασίλης Μπακέας εξηγεί: «Οι άνθρωποι που έρχονται καθημερινά είναι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά και πιο νέοι, οι οποίοι επιλέγουν να παρακολουθήσουν κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα της ομάδας τους.
Το καφενείο έχει σταθερή πελατεία χωρίς αυξομειώσεις, εξ ου και στο μέλλον ευελπιστώ τα καλύτερα για το κατάστημά μας, προσπαθώντας να το εκσυγχρονίσουμε παράλληλα».
Για τον κ. Γιώργο το καφενείο του «Μπακέα» είναι καθημερινή συνήθεια, μιας και εκεί θα συναντηθεί με τους φίλους και την παρέα του, περνώντας έτσι ευχάριστα η μέρα. «Είναι μια διέξοδος, μια ψυχαγωγία για όλους εμάς, κατοίκους της περιοχής και μη», μας λέει ο ίδιος.

Καφενείο «Μουριά»
Στην πλατεία Όθωνος, η «Μουριά» συγκαταλέγεται στα παλιά καφενεία της Καλαμάτας που εξακολουθούν να αποτελούν σημεία αναφοράς για την τοπική κοινωνία.
Ιδιοκτήτες του ο Βασίλης Κουκούτσης μαζί με τη σύζυγό του, κα Βλαχοπουλιώτη.
Όπως μας εξηγεί ο κ. Κουκούτσης, το καφενείο ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Μάρτιο του 1994 κι έκτοτε παραμένει σε λειτουργία. Στο διάστημα αυτών των χρόνων οι ιδιοκτήτες του έχουν δει την κίνηση άλλοτε να πέφτει, όταν η χώρα βίωνε ακόμα τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, και άλλοτε να είναι πολύ ικανοποιητική. Οι πελάτες είναι σταθεροί, ενώ ο κ. Βασίλης σημειώνει ότι ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες τα τραπέζια που απλώνονται στην πλατεία Όθωνος γεμίζουν από ομιλίες, γέλια και κόσμο. «Πέραν του καφέ που μπορεί κανείς να απολαύσει κάνοντας μια στάση στη “Μουριά”, σε καθημερινή βάση ετοιμάζονται κάθε λογής γευστικές λιχουδιές, με αποκορύφωμα την εκλεκτή γουρνοπούλα που σιγοψήνεται στο φούρνο», μας αναφέρει ο κ. Βασίλης την ώρα που από την κουζίνα του καφενείου έφταναν οι πρώτες μυρωδιές από τα γεύματα που ετοιμάζονταν να σερβιριστούν.
Κλείνοντας, δηλώνει ικανοποιημένος από την καθημερινή προτίμηση του κόσμου, ενώ αναφερθείς στο μέλλον του καφενείου, σημειώνει ότι διανύει τα τελευταία του χρόνια, καθώς μαζί με τη σύζυγό του σχεδιάζουν να συνταξιοδοτηθούν.
Της Χριστίνας Μανδρώνη











