«ΘΑΡΡΟΣ» 22 Οκτωβρίου 1938: Μια φάρσα

«ΘΑΡΡΟΣ» 22 Οκτωβρίου 1938: Μια φάρσα

Κάποτε υπήρξε νέα και φαίνεται, ότι έμεινε τόσον ευχαριστημένη από την ηλικίαν της εκείνην, που απεφάσισε να εγκατασταθή μονίμως εις αυτήν κάμνουσα διαρκώς ανακοπάς εις τας εξώσεις που της κοινοποιούσε ο χρόνος. 

Καλύπτουσα τας ρυτίδας του μαραμένου της προσώπου με παχύ στρώμα πούδρας, και ζωηρεύουσα τα ατονίσαντα λόγω της πολυκαιρίας χαρακτηριστικά του προσώπου της με διάφορα έγχρωμα καλλυντικά, εφαντάζετο, ότι εξακολουθούσε να φαντάζη ως ωραία.

Δηλαδή η αιώνια ιστορία, η θλιβερώς κωμική, της κοπέλας που έμεινε στο ράφι, αλλά δεν εννοεί να το παραδεχθή. Γιατί άλλωστε να παραδεχθή ένας αθώος την καταδίκη του, μια καταδίκη μάλιστα τόσο σκληρή;

Έτσι και η ηρωίς της παρούσης ιστορίας δεν εννοούσε να καταθέση τα όπλα, παρ’ όλον που αυτά ήσαν φανταστικά, καθ’ ότι ο χρόνος χωρίς να το αντιληφθή της επέβαλλε πλήρη αφοπλισμόν.

Κάθε μέρα λοιπόν στολίζουσα τον εαυτό της μέχρι… απελπισίας, έκαμε ηρωικάς εξόδους προς τους κεντρικούς δρόμους της πόλεώς μας, με την ελπίδα, ότι κάποτε θα ευρεθή ένας άνθρωπος ο οποίος θα θελχθή από την ομορφιά της και θα ζητήση να την κάνη σύντροφον της ζωής του. Φιλοδοξία ευγενική και τιμία για την οποίαν κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήση.

Προ ημερών όμως κάποιος άνανδρος… άνδρας, απ’ εκείνους που τους αρέσει να κάνουν εξυπνάδες του χειροτέρου γούστου, εσκέφθη ότι θα ήταν πολύ διασκεδαστικό αν έδινε μερικές ερωτικές ελπίδες στην νεάζουσα αυτή γεροντοκόρη. Την εσταμάτησε, λοιπόν, ευκαιρίας δοθείσης σε έναν δρόμο και την ηρώτησε με ύφος ανθρώπου άκρως συγκεκινημένου, αν του επιτρέπη να της μιλήση για κάτι πολύ σοβαρό. Εκείνη φυσικά κατεπλάγη ευχαρίστως και του έδωσε την αιτηθείσαν άδειαν.

-Το μέρος αυτό δεν είναι κατάλληλο να μιλήσουμε, δεσποινίς, θα ήθελα να μου ορίσετε ένα ραντεβού κάπου αλλού.

-Αλλά, κύριε, πώς μπορώ να σας δώσω ραντεβού αφού δεν σας γνωρίζω;

-Δεν έχει σημασία, θα γνωριστούμε κατά το ραντεβού και είμαι βέβαιος ότι δεν θα μετανοιώσετε για τη γνωριμία μας. Δεν επιμένω όμως… αν σας είναι δύσκολο… Πάντως έχω να σας πω κάτι πολύ σοβαρό.

Η καϋμένη η γεροντοκόρη δεν ήθελε και πολλά για να πεισθή και χωρίς πολλά… ναζάκια ενέδωσε και το ραντεβού ωρίσθη δια την μεθεπομένην εις μίαν εξοχικήν τοποθεσίαν.

Πράγματι, η ηρωίς μας στολισθείσα ως πρωτοτάξιδη φρεγάδα κατέπλευσε εις το τόπον του ραντεβού γεμάτη από ελπίδες και ξεσκονισμένα και φρεσκαρισμένα τα νεανικά της όνειρα. Εις το αντίκρυσμα του ανδρός που επερίμενε αυτήν που τόσα χρόνια αδίκως επερίμενε τον άνδρα, η καρδιά της σκίρτησε χαρούμενα και για πρώτη φορά έπειτα από τόσα χρόνια το κοκκινάδι του προσώπου της έγινε περιττό.

Εκείνος την επερίμενε ατάραχος και σοβαρός και μόλις τον επλησίασε εσηκώθη και της προσέφερεν ένα κάθισμα να καθίση δίπλα του και αφού αντήλλαξε μερικές τυπικές φράσεις μαζί της, έμεινε σιωπηλός.

-Λοιπόν τι είχατε να μου πήτε; τον ηρώτησε κάποτε εκείνη, χάσασα την υπομονήν της.

-Ήθελα να σας ρωτήσω, της απάντησε, πόσων χρονών είσθε, γιατί έβαλα μ’ ένα φίλο μου στοίχημα, ότι είσθε συνομήλικες με τη μητέρα μου!

Η δυστυχισμένη γυναίκα, εις το άκουσμα των λόγων αυτών, κατάλαβε ότι έπεσε θύμα φάρσας και κατ’ αρχάς εσκέφθη να λιποθυμήσει, αντελήφθη όμως ότι θα έπεφτε στα χώματα και θα λέρωνε την τουαλέττα της και γι’ αυτό άλλαξε τακτικήν και σηκώσασα το χέρι της του έδωσε κατάμουτρα μίαν… μουντζαφλιάν και έσπευσε να απομακρυνθή σινάμενη – κουνάμενη, μη εννοούσα ούτε αυτήν την φοράν να καταθέση τα όπλα.
Π.