Η πρόσφατη, γενικευμένη πτώση των βάσεων εισαγωγής στα ανώτατα ιδρύματα της χώρας δεν αποτελεί ένα ακόμη συγκυριακό, στατιστικό παράδοξο των πανελλαδικών εξετάσεων.
Πίσω από τους αριθμούς και τις φαινομενικά τεχνικές ρυθμίσεις, όπως η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, κρύβεται μια βαθιά, δομική και τρομακτική μεταβολή του κοινωνικού και πολιτισμικού χάρτη της Ελλάδας. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας συνειδητής στρατηγικής επιλογής που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε έναν ιδιότυπο «Ψηφιακό Μεσαίωνα», οι συνέπειες του οποίου θα γίνουν πλήρως ορατές τις επόμενες δεκαετίες.
Η διαχρονική αλήθεια είναι μία και αδιαπραγμάτευτη: η γλώσσα αποτελεί το μοναδικό όχημα της σκέψης. Όταν το λεξιλόγιο συρρικνώνεται, όταν οι έννοιες απλοποιούνται βίαια και η σύνταξη ακρωτηριάζεται, ο ορίζοντας της ανθρώπινης νόησης στενεύει δραματικά. Χωρίς πλούσια και δομημένη γλώσσα, η κριτική σκέψη απλώς παύει να υφίσταται. Ένας άνθρωπος ανίκανος να συλλάβει τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων, είναι εξίσου ανίκανος να ξεχωρίσει τη δημαγωγία από το επιχείρημα, το ψεύδος από την αλήθεια, τη χειραγώγηση από την ελευθερία.
Με την οικονομική και θεσμική υποβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών —τη σταδιακή
ερημοποίηση των Φιλολογιών, των Ιστορικών τμημάτων και της Νομικής— το
εκπαιδευτικό σύστημα παύει να διαμορφώνει πολίτες και αρχίζει να παράγει
αποκλειστικά εξαρτήματα της αγοράς εργασίας. Επιστρέφουμε έτσι, με σύγχρονους
όρους, στις πιο σκοτεινές εποχές της ανθρώπινης ιστορίας. Οδηγούμαστε σε μια
νέα «Φεουδαρχία του Λόγου». Από τη μία πλευρά, μια ισχνή, παγκοσμιοποιημένη
ελίτ που θα κατέχει την υψηλή γνώση, τη σύνθετη ανάλυση και τη διαχείριση των
αλγορίθμων. Από την άλλη πλευρά, ένας λαός βυθισμένος στην πνευματική
αδιαφορία, καταδικασμένος να επικοινωνεί με τα ελλειπτικά ελληνικά των μέσων
κοινωνικής δικτύωσης, μια μάζα ικανή να εκτελεί τυποποιημένες εργασίες, αλλά
παντελώς ανίσχυρη να αμφισβητήσει τις αποφάσεις των ολίγων.
Αυτή η μεθοδευμένη κρίση ταυτότητας και η πνευματική σύγχυση του πληθυσμού δεν
εμφανίζονται για πρώτη φορά στην πατρίδα μας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται
νομοτελειακά όταν ο λαός στερείται τα πνευματικά του εφόδια και αφήνεται στο
έλεος της αμάθειας.
Επιστρέφουμε, κατ’ ουσίαν, στους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας, κατά
τον 15ο και 16ο αιώνα. Ύστερα από την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η
Ελλάδα έζησε την πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της. Τα σχολεία και τα
πνευματικά κέντρα εξαφανίστηκαν, οι λόγιοι κατέφυγαν τρομοκρατημένοι στη Δύση
και η συντριπτική πλειονότητα του λαού βυθίστηκε στον απόλυτο αναλφαβητισμό.
Χωρίς δασκάλους και χωρίς πρόσβαση σε γραπτά κείμενα, η ελληνική γλώσσα
διασώθηκε μόνο προφορικά, απογυμνωμένη από τη σύνθετη γραμματική και τον πλούτο
της, ενώ η ιστορική μνήμη μετατράπηκε σε θρύλους. Ήταν η εποχή που ο λαός,
ανίκανος να γράψει ή να διαβάσει, εξαρτιόταν απόλυτα από τις ερμηνείες μιας
πολύ μικρής ελίτ που κατείχε τα γράμματα.
Το ίδιο φαινόμενο πνευματικής αδράνειας επαναλήφθηκε στα πρώτα, εύθραυστα
χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, κατά τις δεκαετίες του 1830 και του
1850. Τότε, η απουσία ενός ενιαίου, στιβαρού σχολικού συστήματος άφησε τον λαό
απροετοίμαστο, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να υποστούν ένα βαθύ υπαρξιακό σοκ όταν
ξένες θεωρίες —όπως εκείνη του Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ— αμφισβήτησαν ευθέως
την ίδια τους την καταγωγή. Επειδή δεν υπήρχαν τα πνευματικά αντισώματα στα
σχολεία, η κοινωνία βυθίστηκε σε μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας.
Αυτή
η μεθοδευμένη πνευματική διολίσθηση δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, αλλά ένα
παγκοσμιοποιημένο φαινόμενο που σαρώνει ολόκληρη την Ευρώπη, από τα
πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας και της Γερμανίας μέχρι τα ιδρύματα της
Ολλανδίας, όπου τα τμήματα Ιστορίας, Φιλοσοφίας και Κλασικών Σπουδών κλείνουν
το ένα μετά το άλλο λόγω κρατικών περικοπών και καθίζησης των εγγραφών. Σε
ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, η νέα γενιά, πνιγμένη από το κόστος ζωής και την
ανασφάλεια, παραπλανάται μαζικά και στρέφεται τυφλά προς τις πολυτεχνικές, τις
οικονομικές και τις σχολές πληροφορικής, κυνηγώντας το δέλεαρ μιας δήθεν άμεσης
επαγγελματικής αποκατάστασης.
Όμως, αυτή η μονοδιάστατη στροφή κρύβει μια εφιαλτική παγίδα: καθώς εκατομμύρια
νέοι σε όλη την Ευρώπη στοιβάζονται στα ίδια ακριβώς τεχνοκρατικά αντικείμενα,
η αυριανή αγορά εργασίας θα μετατραπεί σε μια αρένα άγριου, ανθρωποφάγου
ανταγωνισμού, σε έναν «πόλεμο με ύαινες». Εκεί, στερημένοι από τη γλωσσική
ευελιξία και την κριτική σκέψη που προσφέρουν οι ανθρωπιστικές σπουδές,
χιλιάδες πτυχιούχοι θα κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον για μια θέση εργασίας,
την ίδια ώρα που οι αλγόριθμοι της Τεχνητής Νοημοσύνης θα αυτοματοποιούν και θα
εκμηδενίζουν τις τεχνικές δεξιότητες για τις οποίες πάλεψαν, αφήνοντάς τους
πνευματικά γυμνούς και επαγγελματικά μετέωρους. Ποιος γνωρίζει το μέλλον;
Κανείς. Όταν οι σημερινές τεχνικές γνώσεις καταστούν ξεπερασμένες, το μόνο
εφόδιο που θα επέτρεπε στους νέους να προσαρμοστούν και να επιβιώσουν θα ήταν η
ευγενής κριτική ικανότητα και η συνδυαστική σκέψη που προσφέρει η κλασική
παιδεία. Το σύστημα, λοιπόν, στερεί από τα παιδιά μας το μοναδικό πραγματικό
όπλο για το αύριο.
Την
ίδια στιγμή, η ιστορική συνείδηση του λαού μας δέχεται ένα καίριο πλήγμα. Όταν
η ιστορική γνώση παύει να διδάσκεται ως επιστήμη και ως αλληλουχία αιτιών και
αποτελεσμάτων, το κενό καλύπτεται από τον θόρυβο του διαδικτύου. Εκεί, οι
αλγόριθμοι των τεχνολογικών κολοσσών, σχεδιασμένοι να επιβραβεύουν το ακραίο
και το συγκρουσιακό για χάρη του κέρδους, εγκλωβίζουν τη νέα γενιά ανάμεσα σε
δύο ολέθριους δρόμους: είτε στην απόλυτη λήθη και την παγκοσμιοποιημένη
αδιαφορία για το παρελθόν, είτε σε απλοϊκές, συνωμοσιολογικές και επικίνδυνες
ψευδοϊστορικές ερμηνείες.
Αυτό το «μεγάλο κόλπο» δεν είναι τυχαίο. Εξυπηρετεί διεθνείς οικονομικούς
οργανισμούς που επιθυμούν ανεγκέφαλους καταναλωτές και μια πολιτική ηγεσία που
προτιμά να μετακυλύει τις ευθύνες της, κλείνοντας περιφερειακά πανεπιστήμια με
το πρόσχημα ότι «δεν τα επιλέγουν οι φοιτητές».
Η κατάσταση είναι τραγική και δεν επιδέχεται κανέναν εφησυχασμό. Αν δεν αντισταθούμε, αν η πνευματική ηγεσία του τόπου συνεχίσει να σιωπά φοβούμενη τον ψηφιακό όχλο, και αν η ελληνική οικογένεια δεν αποτελέσει το τελευταίο ανάχωμα επιστροφής στο βιβλίο και την ουσιαστική παιδεία, το 2040 θα βρει την Ελλάδα πνευματικά αποψιλωμένη. Θα είμαστε ένας λαός χωρίς γλώσσα, χωρίς ιστορική μνήμη, χωρίς ταυτότητα — ένας λαός που θα παράγει πλούτο για τους άλλους, έχοντας χάσει οριστικά την ψυχή του.
Του Γιώργου Φερετζάκη










