Πώς να την
πούμε; Πώς να την ονομάσουμε; Δηλαδή, θέλω να πω ότι πρέπει να της δώσουμε ένα όνομα: πλατύ, μεγάλο, περιεκτικό.
Που να περικλείει μέσα του όλες τις χάρες της, τις καλοσύνες της, όλα τα
καμώματά της, τις ομορφιές της, τις τρέλες της, αλλά… και τα σπρωξίματά της. Τα
σπρωξίματά της πούνε παιχνίδια απατηλά και τα κάνει με τέτοιον τρόπο που
ξεγελάει και μεταμορφώνει όλα τα έμψυχα κι άψυχα.
Με τα σπρωξίματά της, κάνει και αυτούς τους γέρους να πιστέψουνε πως είναι παιδιά. Και τους εξωθεί μέχρι του σημείου να ανασκουμπώνονται και να επιχειρούν να τρέξουν, συναγωνιζόμενοι τους νέους, τον μαραθώνιον.
Πρέπει να της δώσουμε ή το καλλίτερο όνομα για τις παραπάνω χάρες της ή το χειρότερο για τα εγκλήματά της. Με την ευμορφιάν της, μας ξετρελλαίνει, με τα νάζια της μας ξελιγώνει και μας κάνει να ξεχνούμε ότι ζούμε σε κοινωνία έναντι της οποίας έχουμε την σοβαρότητά μας που απαιτεί η κοινωνική μας θέσις, αλλά και προ παντός η ηλικία μας.
Αυτά έλεγε χθες στο καφφενείο ένας κύριος και το άκουγαν μερικά γεροντοπαλλίκαρα, κι άλλοι σοβαροί ως εκ της ηλικίας των κύριοι, που ενώ προ πολλού έχουν εγγραφή ως μέλη της γερουσίας του καφφενείου του Μούστου, εν τούτοις δεν εννοούν να το βάλουν κάτω, να παραδώσουν τα όπλα.
Είχαν τεντώσει τ’ αυτιά τους κι άκουγαν και συγχρόνως ψάχνανε να βρούνε μέσα στις κινηματογραφικές ταινίες που περνάν κάθε βράδυ μπρος από τα καθίσματα των κέντρων της πλατείας Γεωργίου Β΄ και με λαίμαργα μάτια τις παρακολουθούν, την σιλουέττα εκείνης για την οποίαν έλεγε και δεν έσωνε ο ομιλητής.
-Αυτή είναι – συνέχισε ο κύριος. Είναι ξελογιάστρα. Μ’ όλους παίζει κι όλους τους κοροϊδεύει, σ’ όλους δίνει υποσχέσεις, που μένουνε πάντα υποσχέσεις.
-Μα ποια είναι αυτή, τέλος πάντων, μας έσκασες, είπαν μ’ ένα στόμα μερικά μέλη της γερουσίας κι από κοντά ο νεαρός Γιάννης με την κωνοειδή κόμμωσίν του, ο οποίος ξεύρει χάρις στην ακρίβεια της ζυγαριάς του, που συμβολίζει το επάγγελμά του, πόσο αξίζει κάθε μία ευμορφιά της πόλεώς μας.
Κι ο κύριος που έκανε πως δεν κατάλαβε τι τον ρώτησαν, εξηκολούθησε:
-Δεν είδατε, δεν διαβάσατε εφημερίδες; Δεν είδατε, φίλοι μου, ότι ένας εβδομηκοντάρης απήγαγε… εκουσίως μίαν εξηντάραν κι έκαμαν τους γάμους των; Έκαμαν μάλιστα και δηλώσεις κι εδήλωσαν ότι το αίσθημά τους εχρονολογείτο από του χειμώνος, αλλά μπαίνοντας ο Απρίλης τους άναψε, κι εκόρωσαν κι έγιναν οι άνθρωποι καμίνι κι επήραν τα βουνά.
Με λίγα λόγια αυτή είναι σωστή φωτιά. Άμα αυτή φανή, τότε ανάβουν όλοι οι καϋμοί, και καθένας σπεύδει να τακτοποιήση τας εκκρεμούσας ερωτικάς υποθέσεις του, κι ακολουθεί… με το συμπάθειο τα τετράποδα.
Σωστή ξελογιάστρα.
Η ΑΝΟΙΞΙΣ, η ξελογιάστρα ΑΝΟΙΞΙΣ…
ΟΝΘΥΛΕΥΤΗΣ



























