Ξεκίνησε το 1ο Διεθνές Συνέδριο Ανάπτυξης και Οικονομίας (φωτογραφίες)


Ο Μινώταυρος… των μνημονίων «πνίγει» και την τοπική οικονομία 
Το σύγχρονο Θησέα που θα σκοτώσει το Μινώταυρο των μνημονίων, και όχι μόνο, αναζητούν επιστήμονες και φορείς στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Ανάπτυξης και Οικονομίας, που άνοιξε τις πύλες του χθες και ολοκληρώνεται σήμερα, σε παραλιακό ξενοδοχείο της Καλαμάτας.
Η σημαντική αυτή διημερίδα διοργανώνεται από το ΤΕΙ Πελοποννήσου, σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας, το Πανεπιστήμιο του Ιασίου Ρουμανίας και το ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας.
Μετά το σύντομο χαιρετισμό του προέδρου της Οργανωτικής και Επιστημονικής Επιτροπής, αναπληρωτή καθηγητή στο ΤΕΙ Πελοποννήσου, Δημήτρη Πετρόπουλου, είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις τόσο του Νικόλαου Τσίτα, προέδρου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, όσο και του Δημήτρη Μανιάτη, προέδρου του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας.
Αυτό που επισήμαναν είναι ότι μπορεί η πρόσφατη συμφωνία με τους εταίρους μας στην Ευρωζώνη να μας κρατά στο χείλος του γκρεμού για να μην πέσουμε, αλλά για να ξεφύγουμε από αυτή την κατάσταση χρειάζεται αλλαγή στον τρόπο της σκέψης, της δράσης και του επιχειρείν.
Κι εκείνο που πρέπει να γίνει άμεσα είναι να δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη, μια διαδικασία που θα πρέπει να πετάξει τα βαρίδια που την κρατούν στάσιμη (διαφθορά, γραφειοκρατία).
Όμως, όπως σημείωσαν, ανάπτυξη με ένα αδηφάγο – δυσκίνητο και αναποτελεσματικό κράτος, αποκλείεται να υπάρξει. Ποιος επενδυτής, Έλληνας ή ξένος, θα πετάξει την περιουσία του στη μαύρη τρύπα της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας; Οι επενδύσεις δεν έρχονται με παρακαλετά. Έρχονται μόνες τους, αρκεί να διαπιστώσουν ότι υπάρχει ευνοϊκό κλίμα, φυσικό περιβάλλον, σταθερότητα, αλλά και προοπτική κερδοφορίας.
Οι επενδύσεις θα αρχίσουν να αυξάνονται μόνο όταν υπάρχει βεβαιότητα ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί στο μέλλον. Όμως, όσο υπάρχει μνημόνιο, αυτό είναι αδύνατον.
Για να πετύχουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, βραχυπρόθεσμα πρέπει να χαλαρώσει το πρόγραμμα λιτότητας και ταυτόχρονα η ελληνική κυβέρνηση να επιδείξει την ετοιμότητά της να αντιμετωπίσει τη διαφθορά.
Από την πλευρά του, στο χαιρετισμό του, ο περιφερειακός διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πελοποννήσου, Παναγιώτης (Πάνος) Πετρόπουλος, τόνισε ότι η οικονομική και η κοινωνική ανάπτυξη είναι αλληλένδετες με το εκπαιδευτικό σύστημα. Η αύξηση του αριθμού των εκπαιδευομένων αποτελεί μέσο για την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και τη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής. Η βελτίωση της παραγωγικότητας στην εργασία επιτυγχάνεται, κυρίως, μέσα από την καλύτερη εκπαίδευση, επιμόρφωση, κατάρτιση και εξειδίκευση.
Στη συνέχεια το λόγο έλαβε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, Παναγιώτης Λιαγκόβας. Θέμα του τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (μνημόνια) στην Ελλάδα και η αποτυχία τους.
Στην αρχή της ομιλίας του τόνισε ότι είναι παράδοξο μία χώρα από το 2010 μέχρι το 2018, που θα διαρκέσει ο 3ο μνημόνιο, να έχει ή πρόκειται να εισπράξει 308 δισεκατομμύρια ευρώ και να μην μπορεί να βγει από λαβύρινθο των μνημονίων, ενώ άλλες χώρες (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος) να τα έχουν καταφέρει με ένα μνημόνιο.
Ο κ. Λιαργκόβας, σύμφωνα και με τα στοιχεία που παρουσίασε και είναι γνωστά τοις πάσι, έδειξε ότι κατά τη διάρκεια των μνημονίων του ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 30%, κάτι που δε συμβαίνει ούτε σε περιόδους πολέμου. Για τον καθηγητή, οι αιτίες της αποτυχίας είναι πολλές. Το αρχικό αμάρτημα ήταν ότι αυτοί που σχεδίασαν τα προγράμματα δε γνώριζαν το μέγεθος των προβλημάτων της χώρας, με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργήσει ένα αρνητικό σπιράλ εξελίξεων. Έπειτα, το ευρώ δεν έδινε στη χώρα και πολλά περιθώρια ελιγμών (σ.σ. υποτίμηση), ενώ τα βίαια μέτρα της οριζόντιας λιτότητας οδήγησαν την κοινωνία σ’ ένα τοξικό περιβάλλον.
Από την άλλη πλευρά, ο κ. Λιαργκόβας υποστήριξε ότι το μείγμα της πολιτικής με κεντρικό πρόσημο τη μεγάλη φορολόγηση δημιούργησε ένα έντονο υφεσιακό περιβάλλον. Μάλιστα, στο σημείο αυτό, άσκησε και μια έμμεση κριτική στο 3ο Μνημόνιο της κυβέρνησης, το οποίο βασίζεται κατά κόρον στη φορολογία, αν και υπόσχεται δίκαιη κατανομή των βαρών.
Οι εργασίες του συνεδρίου συνεχίστηκαν και με παρεμβάσεις άλλων καθηγητών.
 
Ανάγκη εθνικού σχεδίου ανάπτυξης
Σήμερα, σε κάθε περίπτωση, οι θεσμοί είναι εξουθενωμένοι, η διαπλοκή, το πολιτικό χρήμα, τα συμφέροντα της φοροδιαφυγής και της ανομίας είναι ισχυρά, και ακόμη έμειναν άθικτα ή ενισχύθηκαν μέσα στην κρίση.
Η οικονομία είναι εξασθενημένη, η παραγωγική δυναμικότητα συρρικνωμένη, η αποεπένδυση είναι σε ιστορικά υψηλό σημείο, τα διαρθρωτικά προβλήματα (π.χ. ασφαλιστικό) έφτασαν στα όρια παροξυσμού, η δημοσιονομική ισορροπία πόρρω απέχει από το να είναι διατηρήσιμη, τα πρωτογενή πλεονάσματα που είχαν τεθεί ως στόχοι δεν είναι επιτεύξιμα και ήδη τράπηκαν σε ελλείμματα, η εξωτερική ισορροπία της οικονομίας είναι εύθραυστη στο πρώτο φύσημα μιας έστω ασθενικής ανάκαμψης, η μεγάλη ανεργία είναι σταθερή βάση της εξαθλίωσης αλλά και της παραβίασης κάθε έννοιας δικαιωμάτων για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Κι όμως, ο υπόλοιπος κόσμος προχωρά. Ούτε ευθύγραμμα ούτε όλος μαζί – γενιές και γενιές ματώνουν και χάνονται εξαιτίας της μιας ή της άλλης… «σταυροφορίας για τη δημοκρατία».
Αλλά στο μεγάλο μέρος του πλανήτη οι άνθρωποι σταθερά βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδό τους, εκατοντάδες εκατομμύρια βγαίνουν από τη φτώχεια, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται αξιοποιώντας τις ανατρεπτικές ψηφιακές τεχνολογίες, τη μεγάλη επανάσταση της ρομποτικής και δη της τεχνητής νοημοσύνης και τις εφαρμογές τους.
Εμείς, πνιγμένοι σε ένα κυνήγι αριθμών, εύκολα μπορούμε να χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Μπερδεμένοι ανάμεσα στα δέντρα, να χάνουμε τις διαστάσεις του δάσους. Και να κοπιάζουμε χωρίς αποτέλεσμα, τρέχοντας επί τόπου, και να εξαντλούμαστε (κοινώς, να βολοδέρνουμε…) χωρίς σταθερό προσανατολισμό, καθώς δεν έχουμε καταφέρει να συζητήσουμε και αποφασίσουμε πού πάμε, ποια μετά-την-κρίση-Ελλάδα θέλουμε. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Αλλά αν δεν καταρτιστεί ένα ρεαλιστικό και πραγματικά φιλόδοξο εθνικό σχέδιο, δε θα αλλάζει το μείζον. Θα χάνουμε χρόνο – όπως χάσαμε και το 2015. Και θα συνεχίζουμε να αποκλίνουμε από το νέο γενναίο κόσμο που αναδύεται και προχωρά δίχως να κοιτά τη δική μας μελαγχολία…

Του Αντώνη Πετρόγιαννη