Πώς βλέπουν οι Τούρκοι τον εαυτό τους και τους Έλληνες (Ι)


Κάθε Κυριακή με Θάρρος

Η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν ονειρεύεται την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, νιώθει τόσο ισχυρή, ως μια περιφερειακή δύναμη, ώστε επιθυμεί να το δείχνει στους γείτονές της και ιδίως στους Έλληνες. Και είναι γνωστό από την ελληνική αρχαιότητα ότι, συνήθως, οι ισχυρές χώρες επιβάλλουν τις θελήσεις τους.

Η Ελλάδα, από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο (1974), μέχρι σήμερα, διαρκώς αμύνεται στα επιθετικά σχέδια της Τουρκίας. Και κάποιες φορές υποχωρεί, όπως, για παράδειγμα, πρώτον, στην επέκταση των χωρικών υδάτων από 6 στα 12 μίλια. Αν και έχει αυτό το δικαίωμα από το διεθνές δίκαιο, δεν τα επεκτείνει, γιατί φοβάται την Τουρκία. Δεύτερον, η υποχώρηση στα Ίμια (γκρίζες ζώνες).

Μπροστά στον κίνδυνο για την εθνική μας ασφάλεια και ύπαρξη, μόνο μια λύση υπάρχει: να γίνουμε Ισραήλ. Να αρχίσουμε, έστω καθυστερημένα, να διαθέτουμε πολλαπλάσιους πόρους για την εθνική μας άμυνα. Λύσεις υπάρχουν πολλές. Παραδειγματικά: αν οι δημόσιοι υπάλληλοι από επτακόσιες χιλιάδες μειωθούν σε εξακόσιες, ο κρατικός προϋπολογισμός θα εξοικονομήσει 2,5 δισ. ευρώ περίπου το χρόνο. Αυτά και μόνο είναι σημαντικά, αν διατίθενται κάθε χρόνο στην εθνική μας άμυνα. 

Επιπλέον, χρειάζεται να κάνουμε νέες ατομικές και συλλογικές ιεραρχήσεις. Ιεραρχήσεις που σε ατομικό επίπεδο θα δίνουν νόημα στη ζωή μας και σε συλλογικό επίπεδο θα μας κάνουν υπερήφανους για τους εαυτούς μας και σεβαστούς στους άλλους- και στους Τούρκους.

Και μην ξεχνούμε ότι οι Τούρκοι δρουν με βάση μακροχρόνιο σχεδιασμό. Έστω κι αν υπάρξει τώρα κάποια συμφωνία με τους επιθετικούς γείτονες, αυτοί σύντομα θα επανέλθουν με νέες αξιώσεις. Αυτό διδάσκει η Ιστορία. Θα σταματήσουν, μόνο όταν η Ελλάδα αποκτήσει πανίσχυρη πολεμική βιομηχανία και πανίσχυρες ένοπλες δυνάμεις. Το θέμα δεν είναι αν μπορούμε, αλλά αν θέλουμε. Άπαξ και θέλουμε, μπορούμε.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία με βάση το σύνολο του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ανήκει στην ομάδα των είκοσι ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου. Έχει πληθυσμό 70 εκατομμύρια, εκ των οποίων το 40% είναι έως 24 ετών. Ενώ η Ελλάδα είναι χώρα γερόντων και το 2050 θα είμαστε 7-8 εκατομμύρια. Το έχουμε συνειδητοποιήσει; 

Επειδή οι καιροί ου μενετοί, είναι χρήσιμο να γνωρίσουμε καλύτερα τους Τούρκους, γιατί πολλοί έχουμε μαύρα μεσάνυχτα για τη νοοτροπία τους και τις επιδιώξεις τους. 

Σε αυτό στοχεύει το σημερινό και το επόμενο άρθρο που περιλαμβάνει αποσπάσματα από το βιβλίο του πρώην υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος αναφέρει:

Η ιστορία και ο πολιτισμός παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του διεθνούς οράματος της χώρας. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας δεν έχει υπάρξει μόνιμο σύνορο. 

Τα σύνορα συνιστούν ένα σταθερό δεδομένο για τις διεθνείς σχέσεις και το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, το εν λόγω δεδομένο ορισμένες φορές εμποδίζει την αναγνώριση των διαφαινόμενων μακροπρόθεσμων πεδίων επιρροής εξαιτίας των αλλαγών που συντελούνται στη διεθνή εξίσωση ισχύος. 

Η θέση των κοινωνιών στις διεθνείς σχέσεις εξαρτάται από την γεωγραφία και την ιστορία, τα δύο σταθερά δεδομένα του χώρου και του χρόνου. Κάθε κοινωνία που φιλοδοξεί να περάσει στην ιστορία όχι ως παθητική αλλά ως δυναμική, όχι να διαβάζει αλλά να γράφει ιστορία, θα πρέπει να ξαναερμηνεύσει το χώρο και το χρόνο, που αποτελούν σταθερά δεδομένα, εντός των οποίων βρίσκεται. 

Η κατάσταση αυτή αποδεικνύει ότι η βασικότερη στρατηγική ισχύς μιας χώρας είναι ο ανθρώπινος παράγοντας. Είναι αδύνατο να αλλάξει κανείς τη γεωγραφία και την ιστορία, που είναι σταθερά στρατηγικά στοιχεία, αλλά το στοιχείο του καλλιεργημένου ανθρώπου είναι σε θέση να δώσει νέες έννοιες, ικανές να ανοίξουν νέους ορίζοντες σε αυτή τη γεωγραφία και την ιστορία. Το στοιχείο του ακαλλιέργητου ανθρώπου, από την άλλη, μετατρέπει τα ίδια στοιχεία της ιστορίας και της γεωγραφίας σε μειονεκτήματα της χώρας. 

Είναι απαραίτητη η άμεση σύνδεση της εξωτερικής πολιτικής με την εθνική άμυνα και την εθνική οικονομία. Επίσης, η ανάπτυξη της τεχνολογίας αλλάζει τα δεδομένα και τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των χωρών. Αυτό οφείλεται στο ότι τα αποτελέσματα του τεχνολογικού πολέμου είναι πολύ πιο καθοριστικά από εκείνα του πραγματικού πολέμου. Εκείνοι που φαινομενικά έχουν βγει νικητές στον πραγματικό πόλεμο θα αναγκαστούν να υποκύψουν στους μακροπρόθεσμους νικητές του τεχνολογικού πολέμου (συνεχίζεται).

Γράφει ο Παύλος Μάραντος* 

*Ο Παύλος Μάραντος είναι Έλληνας και Ευρωπαίος πολίτης

marantosp@gmail.com