Μια τυχαία συνάντηση από το παρελθόν, εξελίχθηκε σε μια όμορφη κουβέντα για το μέλλον, με αφορμή το νέο βιβλίο της Καλαματιανής δημοσιογράφου Ρούλας Γεωργακόπουλου, που ήρθε στη ζωή μας με τον περίεργο τίτλο «Εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων».
Πέραν του ίδιου του βιβλίου, όμως, και μέσα από την κουβέντα μας, βγήκαν πολλές αλήθειες για τη σημερινή κατάσταση στη ζωή μας, πολιτική, δημοσιογραφική, πολιτιστική, καλαματιανή.
Διαβάστε και θα καταλάβετε τι εννοώ. Άντε και καλή σας ανάγνωση:
-Τι έχει αλλάξει περισσότερο στον ελληνικό Τύπο από τότε που ξεκίνησες; Υπηρετεί την ενημέρωση ή τις δημόσιες σχέσεις;
Έχουν αλλάξει πολλά, Κώστα, και δεν είναι μόνον μερικοί δημοσιογράφοι που εκλαμβάνουν τη δουλειά τους σαν image makers ανδρών και γυναικών επιφανών. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι το κάνουν χωρίς να το καταλαβαίνουν, απλούστατα γιατί δε βρέθηκε ποτέ κανείς αρχισυντάκτης να τους επιστρέψει το χειρόγραφο ως απαράδεκτο και να μπει στον κόπο να τους διδάξει πώς γίνεται αυτή η δουλειά.
Σήμερα νομίζω ότι κανείς μεγαλύτερος δεν έχει την όρεξη να δείξει πράγματα στους νεότερους. Οι πιο παλιοί λειτουργούν σαν βαμπίρ, που όταν μυριστούν (χαμηλόμισθο) ταλεντάκι, του πασάρουν αμέσως τα πιο δύσκολα, χωρίς να είναι καθόλου έτοιμο και εκπαιδευμένο για κάτι τέτοιο.
-Ποιος έχει σήμερα μεγαλύτερη δύναμη στην Ελλάδα: οι πολιτικοί ή οι ιδιοκτήτες των Μέσων; Τι είναι πιο επικίνδυνο: η άγνοια ή η προπαγάνδα;
Ή κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Πες μου κι εσύ. Νομίζω ότι η προπαγάνδα δε ριζώνει και δεν ανθεί αν δεν πέσει επί εδάφους αγνοίας. Αν είναι έτσι, τότε είμαι με την κότα.
Τώρα, για τη δύναμη που με ρωτάς, έχω την εντύπωση ότι η μεταξύ τους σχέση είναι ανταποδοτική και ότι ορισμένες φορές καταντάει ανταγωνιστική. Σε αυτή την περίπτωση είμαι αναφανδόν με το αυγό. Το κλούβιο.
-Γιατί η σάτιρα στην Ελλάδα συχνά πονάει περισσότερο από όσο διασκεδάζει;
Τότε τι να πουν και οι Εγγλέζοι που το χιούμορ τους σκοτώνει! Αυτή ήταν πάντοτε η ψυχική λειτουργία του χιούμορ. Να σου επιστρέφει το κακό, αλλά με απενεργοποιημένο το καταστροφικό του κομμάτι, έτσι ώστε να επεμβαίνει λυτρωτικά. Είναι πολύ ανακουφιστικό αυτό και μακάρι η κοινωνία να εκτιμήσει ξανά την αξία του. Δε φοβάμαι πολλά. Το μόνο που φοβάμαι είναι την ποινικοποίηση του χιούμορ, αυτό το νέο «μη μου άπτου», καθώς και την εμμονική αναζήτηση του «περνάμε καλά», γιατί εγώ όταν «περνάω καλά», περνάω χάλια.

-Η Καλαμάτα εμφανίζεται με κάποιον τρόπο στη γραφή ή στη μνήμη σου;
Μια μοντέρνα παροιμία λέει ότι «μπορείς να πάρεις το κορίτσι από την Καλαμάτα, αλλά ποτέ την Καλαμάτα από το κορίτσι». Η Καλαμάτα, όπως και τα χωριά του μεσσηνιακού κάμπου, είναι για μένα η πατρίδα του ψυχισμού και της γλώσσας μου.
Και να μη θέλω, αντιδρώ «καλαματιανά», με έναν εσωτερικευμένο συντηρητισμό, που όσες φορές τον εντοπίζω, μένω κατάπληκτη και σκάω στα γέλια. Μιλάω μεσσηνιακά, όχι σαν λεξικό ιδιωματισμών, αλλά σαν μια ψυχική διάλεκτο, μια προσωδία που έχει ισχυρούς αισθητικούς κανόνες. Εν ολίγοις, δεν μακρηγορώ, εκτός από τώρα που χάρηκα που σε βρήκα. Στα πιο τρελά μου όνειρα ελπίζω να την κατακτήσω ή να την ανασύρω αυτή τη γλώσσα που ένα λέει και χιλιάδες υπονοεί. Που είναι στυφή και ύπουλη, γιατί πρώτα σου σερβίρει το κουκούτσι για να σπάσεις κανά δόντι, και μετά σου δίνει το φρούτο για να γλυκαθείς. Μέχρι στιγμής, αυτή τη γλώσσα, την εντελώς μωραΐτικη, την έχει βρει, την έχει αναδείξει και την έχει χρησιμοποιήσει άριστα ένας Αρκάς, ο Θανάσης Βαλτινός, στην «Ορθοκωστά». Θα ήθελα να ήμουν η γόμα και η ξύστρα του την ώρα που έγραφε.
-Τι σε θυμώνει περισσότερο στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία;
Η καθημερινή βία που μας έχει κάνει όλους καχύποπτους. Φοβόμαστε πια ακόμη και τον ίσκιο μας. Θα σου πω κάτι που μου συνέβη πρόσφατα. Στον απογευματινό μου περίπατο αντιλήφθηκα μια κυρία στο παγκάκι, εντελώς χαμένη και τρομοκρατημένη, να προσπαθεί με ημιτελείς φράσεις να εξηγήσει από το τηλέφωνο πού ακριβώς βρίσκεται, χωρίς να το πετυχαίνει. Ξέχασα το σπασμένο μου πόδι και την εύθραυστη ισορροπία μου πάνω στα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια, και τη ρώτησα πού θέλει να την πάω. Περπατήσαμε μαζί και τραμπαλιζόμενες για καμιά δεκαπενταριά μέτρα, ώσπου ένα μεγάλο αυτοκίνητο με έναν εκνευρισμένο άντρα μέσα, ήρθε και σταμάτησε κάθετα στο δρόμο. Ήταν ο γιος της που είχε έρθει να τη βρει. Την οδήγησα στην ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου, χαιρέτισα δια νεύματος και έφυγα. Ο υιός, τίποτα. Ούτε ευχαριστώ ούτε γεια. «Θα νόμιζε ότι ήθελα να την ξεγελάσω για να μου παραδώσει τα χρυσαφικά της» σκέφτηκα, και ντράπηκα σαν να το είχα κάνει.
-Έχεις μετανιώσει ποτέ για δημόσιο κείμενο ή άποψή σου;
Η δημοσιογραφία έχει κοντή μνήμη. Δε γίνεται αλλιώς. Προσωπικά καίγομαι από τις τύψεις κάθε φορά που γράφω κάτι, ώσπου να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα και να δω το κείμενό μου δημοσιευμένο. Τότε τα ξεχνάω όλα και πάω για τα επόμενα. Εννοείται πως είμαι προσεκτική και δεν κριτικάρω ποτέ πολίτες. Οι πολιτικοί είναι άλλο. Τη θέλουν και την επιδιώκουν την κριτική, γιατί βρίσκονται διαρκώς σε εμπόλεμη διάθεση. Κατά βάθος χρειάζονται περισσότερο τους «εχθρούς» παρά τους
λιβανιστές τους. Μάλλον είναι ο τρόπος τους να οριοθετούνται, να αποκτούν περίγραμμα, να γίνονται ορατοί από τον ίδιο τους τον εαυτό, γιατί εδώ είναι πάντα το πρόβλημα. Να «υπάρχεις», έστω κι αν, για να πετύχει το σκαρίφημα, τις τελίτσες ή τις ατέλειές σου τις έχει ενώσει αλλουνού το χέρι. Έτσι πάει αυτή η ιστορία: υπάρχω κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω.
-Γιατί πολλοί διανοούμενοι μοιάζουν αποκομμένοι από την κοινωνία;
Βλέπω το εντελώς αντίθετο. Οι διανοούμενοι, όπως και να τους εννοεί κανείς, είναι παντού, ακόμη και ως βουλευτές Επικρατείας ή υπουργοί. Βιβλία βγαίνουν, δημόσιες συζητήσεις διοργανώνονται, συνέδρια, έρευνες, εκπομπές, ντοκιμαντέρ, νέα στοιχεία από νέους διανοητές, πότε για τον Καβάφη, πότε για τον Καρυωτάκη, πότε για τον Γονατά και πάει λέγοντας. Όλα αυτά είναι στη διάθεση του κοινού, κι αν δε βρίσκουν πολλούς ακροατές ή αναγνώστες, δημιουργούν τουλάχιστον μια
ατμόσφαιρα που μόνον για καλό είναι. Οι «δάσκαλοι του γένους» είναι βασική ιδέα και παλιά ανάγκη του νέου ελληνικού κράτους. Έρχεται από πολύ μακριά και λειτουργεί ακόμα. Αν τώρα εννοείς τη φυσική εμπλοκή διανοουμένων σε επείγοντα θέματα, κι από αυτό έχουμε. Θυμίζω προχείρως την ταραχή που προκάλεσε στην κοινωνία ο θάνατος του Σαββόπουλου, την παρέμβαση του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο πρώτο διάστημα της οικονομικής κρίσης, τη μεγαλειώδη κίνηση του Μίκη Θεοδωράκη στην υπόθεση Οτσαλάν και την ευεργετική εμπλοκή του καθηγητή Τσιόδρα στην περίοδο της κόβιντ.

Η Ρούλα και οι μελαγχολικοί της πίθηκοι…
-Γιατί οι πίθηκοί σου, Ρούλα, είναι μελαγχολικοί;
Είναι τόσο δύσκολη αυτή η ερώτηση, αλλά καλά μου κάνεις. Εύχομαι να φτάσει γρήγορα στα χέρια σας η νέα νουβέλα μου «Εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων», που μόλις κυκλοφόρησε από την Εστία, και να μου πείτε κι εμένα. Ό,τι και να πει εκ των υστέρων ο συγγραφέας για το έργο του, έχει μικρή σημασία. Για να μη λες, όμως, ότι υπεκφεύγω, μπορώ να πω με σχετική ασφάλεια και χωρίς να εκνευρίσω τους ήρωές μου τους γορίλες, ότι όταν το ανθρώπινο συναντήσει το ζωώδες, υπάρχει
πάντα κέρδος. Οι γορίλες της χαράς και του αέναου παιχνιδιού παίρνουν κάτι από τη σκέψη και το χιούμορ του ανθρώπου, προσθέτοντας βάθος (θλίψη) στη ζωή τους, οι δε άνθρωποι ξαναβρίσκουν τη χαρά της σωματικότητας, τη ζωογόνο δύναμη των ορμών, την αθωότητα και το ντελίριο του έρωτα χωρίς τα ταμπού του πολιτισμού.
Όπως καταλαβαίνεις, μιλάμε για μια ερωτική ιστορία όπου ο γαμπρός και η νύφη ανήκουν μεν σε διαφορετικά είδη, έχουν όμως 98,8% ίδιο γενετικό κώδικα. Αυτό πού το πας; Δε θέλω να κάνω σπόιλερ, αλλά η ιστορία έχει μεγάλη συνέχεια.
-Πού υπάρχει αυτό το «Εντευκτήριο» – «λέσχη» – «στέκι», Ρούλα; Mας χωρά όλους ή είμαστε ήδη μέσα;
Εγώ λέω ότι είμαστε ήδη μέσα, ειδάλλως θα είχαμε πάρει τα βουνά. Το εντευκτήριο είναι τόπος χαράς και συνάθροισης ομοειδών όντων ή, έστω, όντων που μοιράζονται παρόμοια αδιέξοδα κι αξόδευτη, αστείρευτη ανάγκη για παιχνίδι. Και για να κλείσουμε με κάτι που έχουμε κιόλας πει παραπάνω, για μένα η λέξη “Εντευκτήριο” είναι μια καλαματιανή λέξη. Μικρή την έβλεπα παντού στην πλατεία και στις γειτονιές, στις ταμπέλες των φλιπεράδικων, των μπιλιαρδάδικων και άλλων τέτοιων παιγνίων, που ήταν αποκλειστικό προνόμιο των αγοριών. Σαν κοριτσάκι ζήλεψα πάρα πολύ και αισθάνθηκα αποκλεισμένη από τη συνάφεια και το «παιχνίδι». Γι’ αυτό έγραψα τους μελαγχολικούς πιθήκους. Για να σπρώξω την πόρτα του Εντευκτηρίου, να μπω μέσα και να παίξω.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Ρούλα Γεωργακοπούλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε για δέκα χρόνια σε σχολεία της περιφέρειας. Στη συνέχεια ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, στα περιοδικά «Ένα», «Ταχυδρόμος», «Marie Claire» και στις εφημερίδες «Το Ποντίκι», «Το Βήμα» και «Τα ΝΕΑ». Σήμερα αρθρογραφεί στα «ΝΕΑ».
Έξι θεατρικά της έργα έχουν ανέβει σε αθηναϊκές σκηνές από το 1986 ως σήμερα. Κυκλοφορούν, επίσης, η συλλογή χρονογραφημάτων της «Γυναίκα μετρίου αναστήματος», εκδόσεις Πατάκη, δύο θεατρικά της έργα σε ενιαία έκδοση με τον τίτλο «Καρφίτσες στα γόνατα», εκδόσεις «Το Ροδακιό» και οι νουβέλες «Δέντρα, πολλά δέντρα» και «Η μέθοδος της μπουρμπουλήθρας», εκδόσεις Πόλις, καθώς και το «Ανάπτυγμα βατράχου», εκδόσεις Στερέωμα, ενώ μόλις πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία το «Εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων».
Έχει κάνει αρκετές λογοτεχνικές μεταφράσεις από τα γαλλικά.
Του Κώστα Δεληγιάννη











