Πώς 10 χρόνια στο ίδιο σχολείο θεωρούνται ακόμα «Έκτακτη Ανάγκη»

Πώς 10 χρόνια στο ίδιο σχολείο θεωρούνται ακόμα «Έκτακτη Ανάγκη»

Η μείωση των αιτήσεων εκπαιδευτικών στους πίνακες του ΑΣΕΠ είναι πραγματικό γεγονός, όπως επιβεβαιώνουν τα επίσημα στοιχεία, και αντανακλά μια σοβαρή κρίση ελκυστικότητας του επαγγέλματος λόγω των σύγχρονων οικονομικών συνθηκών. Παρά την αρχική έκπληξη που μπορεί να προκαλεί η πτώση του ενδιαφέροντος για μια θέση στο Δημόσιο, η εκπαιδευτική κοινότητα και οι αναλυτές επισημαίνουν συγκεκριμένους παράγοντες που εξηγούν αυτή τη στροφή: 

1. Οικονομικό αδιέξοδο & κόστος διαβίωσης. Χαμηλοί εισαγωγικοί μισθοί: Ο πρώτος μισθός ενός νεοδιορισμένου ή αναπληρωτή εκπαιδευτικού κυμαίνεται στα 750-800 ευρώ, ποσό που θεωρείται εξαιρετικά χαμηλό για πτυχιούχους ανώτατης εκπαίδευσης

2. Στεγαστική κρίση: Οι εκπαιδευτικοί που τοποθετούνται σε νησιά ή τουριστικές περιοχές καλούνται να πληρώσουν ενοίκια που συχνά ξεπερνούν το 50%-60% του μισθού τους, αν καταφέρουν να βρουν διαθέσιμο σπίτι

3. Κόστος μετακίνησης: Οι συνεχείς μεταθέσεις και η καθημερινή μετακίνηση μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας εξανεμίζουν το εισόδημά τους

4. Εργασιακή Ανασφάλεια & Εναλλακτικές. Το καθεστώς του αναπληρωτή: Η πολυετής περιπλάνηση ανά την Ελλάδα χωρίς σταθερότητα αποθαρρύνει τους νέους επιστήμονες.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πολλοί απόφοιτοι καθηγητικών σχολών επιλέγουν πλέον να εργαστούν στον ιδιωτικό τομέα (π.χ. τουρισμός, ψηφιακές υπηρεσίες, φροντιστήρια), όπου οι απολαβές μπορεί να είναι άμεσες ή υψηλότερες.

Επιπροσθέτως, η διαδικασία συγκέντρωσης μορίων (μεταπτυχιακά, πιστοποιήσεις, ξένες γλώσσες) απαιτεί μεγάλη οικονομική επένδυση, η οποία δεν αποσβένεται από τους τρέχοντες μισθούς.

Η πτώση των περίπου 20.000 αιτήσεων θεωρείται ένα ηχηρό μήνυμα απαξίωσης του λειτουργήματος. Το κράτος ναι μεν δεν παραμένει νομικά αδρανές, αλλά δεσμεύεται από αυστηρούς συνταγματικούς, δημοσιονομικούς και ενωσιακούς κανόνες που περιορίζουν το περιθώριο αυτόνομων και ραγδαίων μισθολογικών αυξήσεων στο δημόσιο τομέα.

Η απάντηση στο γιατί οι παρεμβάσεις γίνονται με συγκεκριμένο ρυθμό και τρόπο κρίνεται αποκλειστικά βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου: Αφενός, το συνταγματικό πλαίσιο & η νομολογία του ΣτΕ, όπου σύμφωνα με τη δημοσιονομική ισορροπία (Άρθρο 79 του Συντάγματος), το Σύνταγμα επιβάλλει τη σύνταξη ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού Κρατικού Προϋπολογισμού. Οποιαδήποτε οριζόντια αύξηση μισθών πέραν των προβλέψεων θα καθιστούσε τον προϋπολογισμό αντισυνταγματικό. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο (ΣτΕ) έχει κρίνει επανειλημμένα (π.χ. μετά την κρίση των μνημονίων) ότι η περικοπή ή η συγκράτηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων είναι συνταγματικά ανεκτή, εφόσον εξυπηρετεί λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, όπως η διάσωση της εθνικής οικονομίας. Το κράτος δεν υποχρεούται νομικά να αναπροσαρμόζει τους μισθούς βάσει του πληθωρισμού, παρά μόνο να διασφαλίζει ένα “αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης”, το οποίο όμως νομικά ορίζεται με βάση τον γενικό κατώτατο μισθό. Αφετέρου, σύμφωνα με το Ενωσιακό Δίκαιο & το Σύμφωνο Σταθερότητας, η Ελλάδα δεσμεύεται από τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το έλλειμμα (κάτω από 3%) και το δημόσιο χρέος και μια ανεξέλεγκτη αύξηση του μισθολογικού κόστους θα οδηγούσε σε άμεση ενεργοποίηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος από την Κομισιόν, καθώς και η σύνδεση με τον κατώτατο μισθό (Ν. 5163/2024). Το ελληνικό δίκαιο έχει εναρμονιστεί με την ευρωπαϊκή τάξη και οι όποιες αυξήσεις στο Δημόσιο γίνονται πλέον αυστηρά θεσμικά και αναλογικά με την αναπροσαρμόζουσα τροχιά του γενικού κατώτατου μισθού, όπως συνέβη με την πρόσφατη ΚΥΑ 8943/2026 που ορίζει οριζόντια αύξηση 40 ευρώ μικτά βάσει της ανόδου του κατώτατου στα 920 ευρώ.

Επιπλέον, σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο (Ν. 4354/2015) και βάσει της αρχής της ισότητας & αντικειμενικότητας, το κράτος δεν μπορεί νομικά να αυξήσει μόνο τους μισθούς των εκπαιδευτικών. Το Ενιαίο Μισθολόγιο διέπει το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων (διοικητικοί, υγειονομικοί, υπάλληλοι υπουργείων). Έτσι, για παράδειγμα, αν το υπουργείο Παιδείας αποφάσιζε να δώσει ειδικό επίδομα 300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς λόγω στεγαστικής κρίσης, οι υπόλοιποι κλάδοι του Δημοσίου θα μπορούσαν να προσφύγουν στα δικαστήρια ζητώντας το ίδιο επίδομα με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας(Άρθρο 4 του Συντάγματος), με αποτέλεσμα αυτό να τίναζε στον αέρα τους κρατικούς πόρους.

Η πρόσληψη αναπληρωτών βασίζεται στο δίκαιο της “κάλυψης έκτακτων αναγκών”. Αν και η Ελλάδα έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για κατάχρηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το Σύνταγμα (Άρθρο 103) απαγορεύει ρητά τη μετατροπή των συμβάσεων των αναπληρωτών σε αορίστου χρόνου χωρίς ΑΣΕΠ. 

Οι Δήμοι έχουν νομικά τη δυνατότητα (βάσει νόμου του 2017) να παρέχουν σίτιση και στέγαση σε δημόσιους υπαλλήλους σε νησιωτικές περιοχές, όμως η διάταξη είναι δυνητική (“δύναται”) και όχι υποχρεωτική, αφήνοντας το ζήτημα στην οικονομική ευχέρεια της εκάστοτε τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν υπάρχει πραγματική βούληση, το ισχύον δίκαιο προσφέρει συγκεκριμένα εργαλεία για άμεσες, νομοθετικές και διοικητικές παρεμβάσεις που μπορούν να υλοποιηθούν αύριο, χωρίς να προσκρούουν στο Σύνταγμα ή στο Ενιαίο Μισθολόγιο (Ν. 4354/2015). Σύμφωνα με την υφιστάμενη ρύθμιση, το άρθρο 32 του ν. 4483/2017 ορίζει ότι οι ορεινοί και νησιωτικοί Δήμοι «δύνανται» να παρέχουν δωρεάν σίτιση και κατάλυμα σε εκπαιδευτικούς και άλλους υπαλλήλους. Η λέξη «δύνανται» αφήνει το δικαίωμα στη διακριτική ευχέρεια και την οικονομική κατάσταση του Δήμου.

Η άμεση νομική αλλαγή (;): Τροποποίηση της διάταξης με αντικατάσταση της λέξης «δύνανται» από τη λέξη «υποχρεούνται» για όλους τους Δήμους που χαρακτηρίζονται ως τουριστικοί, νησιωτικοί ή ορεινοί.

Η χρηματοδότηση: Νομοθετική πρόβλεψη για αυτόματη, απευθείας κάλυψη της δαπάνης αυτής από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ) του κράτους προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε να μην επιβαρύνονται οι δημοτικοί προϋπολογισμοί.

Θέσπιση «Επιδόματος Στεγαστικής Κρίσης» εκτός Ενιαίου Μισθολογίου: Το Ενιαίο Μισθολόγιο απαγορεύει τις αυξήσεις βασικού μισθού ανά κλάδο, αλλά επιτρέπει τη θέσπιση ειδικών, αποζημιωτικών επιδομάτων για την κάλυψη πραγματικών δαπανών, όπως συμβαίνει με το επίδομα παραμεθορίου. Η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας για τη θέσπιση «Μηνιαίας Αποζημίωσης Στέγασης Εκπαιδευτικών» (ύψους π.χ. 300 ευρώ), με αυστηρά γεωγραφικά και εισοδηματικά κριτήρια (π.χ. για όσους υπηρετούν εκτός της Περιφέρειας μόνιμης κατοικίας τους) και για να μην καταπέσει στο ΣτΕ λόγω της αρχής της ισότητας, το επίδομα δε θα συνδέεται με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, αλλά με την αντικειμενική δαπάνη μετακίνησης και στέγασης σε προβληματικές περιοχές, κάτι που νομικά συνιστά «ετερογένεια καταστάσεων» και δικαιολογεί τη διαφοροποίηση. Παράλληλα, οι φορολογικές απαλλαγές και τα κίνητρα. Η άμεση νομική αλλαγή: προσθήκη ειδικής διάταξης στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), 100% φοροαπαλλαγή (αφορολόγητο) του ποσού που λαμβάνουν οι αναπληρωτές ως αποζημίωση ενοικίου, θεσμοθέτηση «εκπαιδευτικού πάσου» για πλήρη απαλλαγή από τα διόδια και 50% έκπτωση σε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς (πλοία, ΚΤΕΛ, τρένα) καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους, με τροποποίηση των συμβάσεων παραχώρησης των αυτοκινητόδρομων. Αναγκαστική μίσθωση δημοτικών/ κρατικών ακινήτων για στέγαση: το κράτος διαθέτει χιλιάδες κλειστά ακίνητα (μέσω κληροδοτημάτων κ.λπ.) που παραμένουν αναξιοποίητα λόγω γραφειοκρατίας. Η νομοθέτηση ειδικής, κατεπείγουσας διαδικασίας παραχώρησης χρήσης με μια απλή απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου ή Περιφέρειας, κλειστά δημόσια κτήρια, πρώην μαθητικές εστίες ή ξενοδοχεία που έχουν περιέλθει στο Δημόσιο, θα μετατρέπονται εντός 3 μηνών σε «Εστίες Δημοσίων Λειτουργών» με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ.

Του Γιώργου Φερετζάκη
Δικηγόρου