Το νομοσχέδιο για τον περιορισμό των social media σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών φέρνει στο προσκήνιο έναν βαθύ κοινωνικό και τεχνικό προβληματισμό ο οποίος δεν μπορεί να κριθεί εκ του αποτελέσματος, καθώς βρισκόμαστε ακόμη στην αφετηρία της εφαρμογής του. Το κεντρικό εργαλείο ταυτοποίησης, το Kids Wallet, το οποίο συνδέεται με κωδικούς Taxisnet και τα επίσημα μητρώα του κράτους, υπόσχεται να επαληθεύει την ηλικία κρυπτογραφημένα χωρίς να αποκαλύπτει προσωπικά δεδομένα στις πολυεθνικές πλατφόρμες.
Ωστόσο, οι θέσεις των επιστημονικών επιτροπών και των διεθνών εμπειρογνωμόνων γεννούν σοβαρά ερωτήματα που πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα. Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής και Τεχνοηθικής υπό τον Χαράλαμπο Τσέκερη και την αντιπρόεδρο Λίλιαν Μήτρου, μαζί με νομικούς συμβούλους, όπως ο δρ Τάκης Βιδάλης, κατέθεσαν προβληματισμούς σχετικά με τον κίνδυνο ψηφιακού αποκλεισμού των εφήβων και την ανάγκη προστασίας της ελευθερίας έκφρασης και της ιδιωτικότητας απέναντι στο ενδεχόμενο ενός μοντέλου κρατικής επιτήρησης.
Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές εμφανίζονται διχασμένοι ανάμεσα σε εκείνους που βλέπουν την απαγόρευση ως αναγκαίο κακό για την προστασία της ψυχικής υγείας από τους εθιστικούς αλγορίθμους και σε εκείνους που προειδοποιούν ότι το σύνδρομο του απαγορευμένου καρπού θα οδηγήσει τα παιδιά σε παράνομες ατραπούς,όπως τα VPN, κρυφά από τους γονείς τους, στερώντας τους την ψηφιακή παιδεία.
Στον αντίποδα, η επίτροπος Ψηφιακής Ασφάλειας της Αυστραλίας, Julie Inman Grant, εφαρμόζοντας το όριο των 16 ετών δείχνει έναν άλλο δρόμο που βασίζεται στον Ασφαλή Σχεδιασμό Safety by Design, μεταφέροντας την ευθύνη εξ ολοκλήρου στις εταιρείες και όχι στους γονείς ή στα παιδιά, ενώ απορρίπτει ρητά τη χρήση κρατικών εγγράφων προκρίνοντας ανώνυμες βιομετρικές μεθόδους εκτίμησης ηλικίας στη συσκευή. Οι τεχνικές δυσκολίες που προκύπτουν από τη χρήση των VPN περιπλέκουν ακόμη περισσότερο το τοπίο, καθώς η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται επίσημα ότι κανένα ψηφιακό σύστημα δεν είναι εντελώς απρόσβλητο στην παράκαμψη.
Το γεγονός ότι ένας έφηβος μπορεί να αλλάξει την ψηφιακή του τοποθεσία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα καθιστά το φιλτράρισμα μια διάτρητη ασπίδα,αναγκάζοντας τους νομοθέτες σε διεθνές επίπεδο να συζητούν ακόμη και τον περιορισμό της πρόσβασης των ίδιων των καταναλωτών στα VPN ή να μεταθέτουν τη νομική ευθύνη στις πλατφόρμες για να ανιχνεύουν αυτές τα εργαλεία παράκαμψης. Μέσα σε αυτή την τεχνική σύγχυση οι ίδιοι οι γονείς εμφανίζονται βαθύτατα προβληματισμένοι και μοιρασμένοι, καθώς από τη μία πλευρά νιώθουν ανακούφιση που η Πολιτεία παρεμβαίνει για να τους βοηθήσει απέναντι στους επιθετικούς και εθιστικούς αλγορίθμους, αλλά από την άλλη πλευρά εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό για το αν ο νόμος θα τους μετατρέψει τελικά σε ψηφιακούς αστυνόμους των παιδιών τους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Η ανησυχία των γονέων εστιάζει στο ότι, αν το κράτος επιβάλλει ένα οριζόντιο μπλόκο το οποίο τα παιδιά θα σπάνε κρυφά μέσω VPN, η γονεϊκή εμπιστοσύνη θα κλονιστεί και οι έφηβοι θα βρεθούν εκτεθειμένοι σε ακόμη μεγαλύτερους ψηφιακούς κινδύνους χωρίς καμία επίβλεψη.
Οι διεθνείς πιέσεις προς τις εταιρείες παροχής VPN εντείνονται παγκοσμίως, με πολλές κυβερνήσεις να εξετάζουν ακόμη και την επιβολή αυστηρών φίλτρων ή την απαγόρευση της εμπορικής διάθεσης συγκεκριμένων εφαρμογών ανώνυμης περιήγησης, μια κίνηση όμως που ανοίγει έναν επικίνδυνο ασκό του Αιόλου για την παγκόσμια ελευθερία του διαδικτύου και την ασφάλεια των δεδομένων των ίδιων των επιχειρήσεων.
Παράλληλα με το νομοσχέδιο η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει την κατάσταση ανακοινώνοντας ειδικά προγράμματα στήριξης και συμβουλευτικής για τους γονείς, τα οποία περιλαμβάνουν τη δημιουργία δωρεάν σχολών γονέων σε κάθε Δήμο, ψηφιακά σεμινάρια για την ορθή διαχείριση του χρόνου οθόνης και τη λειτουργία εθνικής γραμμής ψυχολογικής υποστήριξης για την αντιμετώπιση του εφηβικού ψηφιακού εθισμού.
Αυτό το εγχώριο σκηνικό έρχεται τώρα αντιμέτωπο με τις ραγδαίες εξελίξεις στις Βρυξέλλες, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί με γοργούς ρυθμούς το δικό της ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το EU KIDS Act, το οποίο στοχεύει στην εναρμόνιση των κανόνων σε όλα τα κράτη μέλη.
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση, ωστόσο, επικεντρώνεται στην αυστηρή εφαρμογή της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), επιδιώκοντας να επιβάλει κοινά πρότυπα ελέγχου ηλικίας που δε θα βασίζονται σε αποσπασματικές εθνικές εφαρμογές, αλλά σε οριζόντιες υποχρεώσεις των τεχνολογικών κολοσσών με κεντρικό έλεγχο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η επιλογή της Ελλάδας να προτρέξει νομοθετώντας αυτόνομα με το δικό της όριο των 15 ετών δημιουργεί τον κίνδυνο μιας σοβαρής θεσμικής ασυμβατότητας, αν το EU KIDS Act ορίσει τελικά διαφορετικά ηλικιακά όρια ή αν απορρίψει τη διασύνδεση με κρατικά μητρώα, όπως το Taxisnet, λόγω των αυστηρών ευρωπαϊκών κανονισμών GDPR για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον οι ίδιοι οι έφηβοι σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές χώρες όπου δοκιμάστηκαν παρόμοιοι περιορισμοί αντέδρασαν με έντονη δυσαρέσκεια και άμεση κινητοποίηση, οργανώνοντας ψηφιακά κινήματα διαμαρτυρίας και ανταλλάσσοντας στα σχολικά προαύλια οδηγούς για δωρεάν εργαλεία παράκαμψης γεωγραφικών αποκλεισμών, γεγονός που αποδεικνύει ότι η νέα γενιά αρνείται να δεχτεί παθητικά τον ψηφιακό της εγκλεισμό. Η συνύπαρξη αυτών των υποστηρικτικών δομών των εφηβικών αντιδράσεων και των ευρωπαϊκών πιέσεων με ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο αφήνει μετέωρη την ουσία του προβλήματος και αναγκάζει κάθε σκεπτόμενο πολίτη να κοιτάξει πέρα από τις εύκολες βιτρίνες των επίσημων διακηρύξεων. Αν η απαγόρευση ενός εργαλείου κοινωνικοποίησης θεσπίζεται για να προστατεύσει την ψυχική υγεία των παιδιών, πώς μπορεί μια κοινωνία να είναι σίγουρη ότι δεν αντικαθιστά τον εθισμό των αλγορίθμων με έναν εξίσου επικίνδυνο εθισμό στην κρατική επιτήρηση και στον έλεγχο της προσωπικής ζωής; Αν η τεχνολογία των VPN επιτρέπει στα παιδιά να ξεπερνούν με ευκολία τους νόμους του κράτους, μήπως η επιμονή σε ψηφιακά μπλόκα απλώς εκπαιδεύει μια ολόκληρη γενιά στο να θεωρεί την παρανομία και την απόκρυψη ως τη μόνη φυσιολογική διέξοδο για την ελευθερία της; Αν η ευθύνη για την ασφάλεια μεταφέρεται τελικά στις πολυεθνικές εταιρείες της Silicon Valley ή στα γρανάζια των Βρυξελλών, μήπως παραχωρούμε οικειοθελώς σε ιδιωτικούς κολοσσούς και υπερεθνικά όργανα το δικαίωμα να ορίζουν εκείνοι ποιος είναι πολίτης και ποιος όχι με κριτήριο τα δικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα; Αν, τέλος, χρειαζόμαστε ένα ψηφιακό πορτοφόλι και κρατικούς κωδικούς για να αποδείξουμε την ηλικία μας στο διαδίκτυο, ποιο θα είναι το επόμενο θεμελιώδες δικαίωμα που θα κληθούμε να ανταλλάξουμε στο όνομα μιας υπόσχεσης για απόλυτη ασφάλεια;
Του Γιώργου Φερετζάκη
Δικηγόρου, συγγραφέα



























