Ο Βαγγέλης Κουτουλέας «αποκαλύπτεται» έχοντας πλέον για βάση την Αγγλία


«ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΓΥΡΙΣΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΑΛΛΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΤΟ ΛΟΓΟ»
Στην Αθήνα βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες ο 48χρονος πλέον Μεσσήνιος «δάσκαλος» του Μπιτς Βόλεϊ και εκ των κορυφαίων φυσιογνωμιών που έχει αναδείξει τις τελευταίες δεκαετίες ο μεσσηνιακός αθλητισμός, Βαγγέλης Κουτουλέας, που μίλησε για όλους και για όλα στο «volleynews.gr”.
Ο κ. Κουτουλέας μένει πλέον τα τελευταία χρόνια μόνιμα στην Αγγλία, έχοντας θέσει ως προτεραιότητα την προπονητική του εμπλοκή στο χώρο του Μπιτς Βόλεϊ. Βεβαίως ο Μεσσήνιος τεχνικός μίλησε για όλους και για όλα, σε μια συνέντευξη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, μεταφέροντας την επιθυμία του για επιστροφή στην Ελλάδα, χωρίς όμως να βλέπει το λόγο για τον οποίο θα πρέπει να κάνει τη διαδρομή αυτή….

Το επίπεδο της Α1 πώς είναι σήμερα;
«Το παρακολουθώ και στενοχωριέμαι. Συγκριτικά με αυτό που παίζαμε στην εποχή μου, είναι άλλο άθλημα. Φαντάζει λίγο βαρύ. Αν δεις τους παίκτες τότε και τώρα είναι άλλο πράγμα. Παράδειγμα τότε ο Παναθηναϊκός είχε μπάτζετ 2,5 εκ. και τώρα 200.000. Η κρίση είναι μία πολύ καλή δικαιολογία. Το βασικό είναι ότι δεν υπάρχουν νέοι Έλληνες παίκτες. Όταν πέρασαν πολλά χρήματα από το βόλεϊ καμία ομάδα δεν επένδυσε στα νέα παιδιά. Η μόνη καλή φουρνιά είναι του Εθνικού, που έβγαλε 2-3 παιδιά υψηλών προδιαγραφών».

Γιατί ένα παιδί να ασχοληθεί με το βόλεϊ εφόσον βλέπει την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα;
«Πάντα υπήρχε το πρόβλημα ότι τα πιο πολλά παιδιά πήγαιναν στο μπάσκετ και ότι μόνο κάποιες πόλεις έβγαζαν παιδιά. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό ήταν και είναι ο Έβρος. Κάποτε ήταν η Καλαμάτα που έβγαλε κι εκείνη μια καλή φουρνιά, όπως ο Δημητρακόπουλος, ο Κουλιέρης, ο Ντονάς και ο Πετρέας τώρα. Δυστυχώς πάντα αυτό γινόταν στα ίδια σημεία».

Τι ξεχωρίσατε στον Πετρέα;

« Όταν τον πρωτοείδα ήταν ένα παιδί 15 χρονών που έπαιζε μπάσκετ, αλλά του άρεσε πολύ το βόλεϊ. Αυτό που ξεχώρισα στον Γιώργο ήταν το πάθος και η θέληση, κάτι που τώρα ανταμείβεται. Η καριέρα του έκανε μία φοβερή τροχιά. Από τότε που ήμασταν μαζί πήγε στον ΠΑΟΚ, στον Ηρακλή, στον Άρη, στον Παναθηναϊκό, στον Ολυμπιακό και έφυγε έξω. Το μελανό σημείο είναι ότι έχει μηδέν συμμετοχές σε Εθνικές Εφήβων. Αυτό είναι αστείο. Τότε δεν υπήρχε η δικαιολογία ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Δεν μπορεί ένα παιδί που έχει παίξει στις κορυφαίες ομάδες στην Ελλάδα, και να παίζει τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, να μην έχει συμμετοχές στις μικρές ηλικίες. Δεν δίνεται βάρος από κανέναν. Φταίνε και οι σύλλογοι. Αν εκεί που χάλαγαν 5 εκατομμύρια επένδυαν το 5% σε μικρές ηλικίες τώρα δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Τώρα υπάρχει η καραμέλα της κρίσης και αυτοί που ξέρουν γελάνε. Πάντα του έδειχνα ότι ήθελα το καλύτερο για αυτόν. Έχουμε καλές σχέσεις και ακούει τις συμβουλές μου».

Ποια παιδιά έχετε ξεχωρίσει από το πρωτάθλημα;
«Δεν παρακολουθώ πολύ. Τα παιδιά που έφυγαν, Κουμεντάκης, Τζούριτς, Φράγκος. Δυστυχώς ή ευτυχώς αυτοί είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Που είναι όλοι οι υπόλοιποι; Οι παίκτες ανακυκλώνονται. Η Α1 είναι αυτή που είναι κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την κρίση, αλλά και με την αφερεγγυότητα. Δεν έρχονται πια ούτε καλοί ξένοι. Υπάρχουν χρέη. Αυτά έχουν συρρικνώσει όλο το βόλεϊ. Η Α1 είναι πολύ μέτρια κι αυτό φαίνεται απ το ό,τι κάνουμε στην Ευρώπη σαν σύλλογοι και σαν εθνική ομάδα. Βλέπεις την Α2 και για μένα είναι κάτι σαν την Γ’ εθνική των καλών χρόνων».

Θα ήταν καλύτερο το πρωτάθλημα αν έμεναν εδώ αυτά τα παιδιά;
«Φυσικά θα ήταν καλύτερο, αλλά δεν θα ήταν καλό γι’ αυτά τα παιδιά. Σε αντίθεση με το μπάσκετ που εξάγει και παίκτες και προπονητές, τουλάχιστον έχουμε να εξάγουμε αυτά τα 10 παιδιά κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο. Προπονητικά αν εξαιρέσουμε τον Γιάννη Νικολάκη που έκανε μία καλή χρονιά στο εξωτερικό, και κάποιοι που πάνε στην Κύπρο, που είναι υποδεέστερο από το ελληνικό πρωτάθλημα. Εγώ είμαι σε μία χώρα που το βόλεϊ είναι χαμηλά, αλλά η δουλειά που γίνεται φαίνεται και αποδίδει».

Η πιο σημαντική στιγμή στην καριέρα σας ως παίκτης;
«Σίγουρα το ένα πρωτάθλημα γιατί ήταν μόνο αυτό. Απ’ εκεί και πέρα υπάρχουν πολλές στιγμές που το συνθέτουν αυτό. Οι δύο χρονιές στην Παιανία ήταν πολύ καλές. Μία χρονιάς τον Πανελλήνιο που τερματίσαμε τρίτοι, πίσω από Ηρακλή και Ολυμπιακό. Αρκετές ωραίες στιγμές και στο μπιτς βόλεϊ».

Η δυσκολότερη στιγμή στην καριέρα σας;
«Όταν σταμάτησα. Ξαφνικά έπρεπε να διαγράψω έναν τρόπο ζωής 15-20 χρόνων».

Ο συμπαίκτης που κάνατε το καλύτερο δίδυμο;
«Ήμουν τυχερός γιατί υπήρξα συμπαίκτης με εκπληκτικά ονόματα όπως ο Καζάζης και ο Τριανταφυλλίδης. Με πολλούς ξένους όπως ο Ρίστιτς, ο οποίος ήταν ηγέτης και ιδανικός συμπαίκτης, ο Τανάσκοβιτς. Είναι οι παίκτες που λείπουν τώρα. Δεν μπορούμε να εισάγουμε εμπειρίες. Οι ξένοι που έρχονται τώρα είναι πολύ μέτριοι».

Είχατε κάποιο είδωλο;
«Καλώς ή κακώς δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις κάποιον. Υπήρχαν μεγάλα ονόματα και προσωπικότητες, κάτι που λείπει σήμερα, χωρίς να θέλω να θίξω κάποιον».

Κορυφαίος προπονητής στην Ελλάδα;
«Δεν μπορώ να αναφέρω ονόματα. Κορυφαίο προπονητή στην Ελλάδα θεωρώ αυτόν που έχει βγάλει τα περισσότερα παιδιά. Το να διαχειριστώ 2 και 3 εκατομμύρια, και με έναν καλό βοηθό γίνεσαι καλός προπονητής»

Με την προπονητική πώς ασχοληθήκατε;
«Πάντα μου άρεσε αλλά η μετάβαση από παίκτη σε προπονητή ήταν δύσκολη. Τώρα πια αυτό που ζω στην Αγγλία μου αρέσει πολύ».

Αποχωρήσατε από τον ΠΑΟΚ γιατί διαφωνήσατε με τον Ανδρέου;
«Ναι. Κάποια πράγματα ήταν πολύ πρόχειρα. Ο Γιουγκοσλάβος πασαδόρος που είχαμε ήταν φιλοξενούμενος στον καναπέ ενός παίκτη του Άρη. Τέτοια πράγματα δεν μπορούσα να τα δεχτώ και αποχώρησα».

Την Εθνική ομάδα πώς την βλέπετε;
«Είναι τυχερή γιατί έχει μία πολύ καλή φουρνιά παικτών που παίζουν στο εξωτερικό και τώρα με το World League θα χρειαστεί ένα προπονητικό τιμ που να κάνει καλή διαχείριση. Στη δική μου εποχή υπήρχαν μεγαλύτερες προσωπικότητες και είμαι ευτυχισμένος που έζησα μαζί τους. Το World League είναι μία ευκαιρία να δείξουμε ότι είμαστε κοντά στους άλλους, πράγμα που δεν ισχύει. Μία καλή παρουσία θα τους κάνει καλό στο συμβόλαιο τους, ενώ μία κακή μπορεί να τους αφήσει χωρίς δουλειά».

Βόλεϊ ή μπιτς βόλεϊ;
«Είναι δύο εντελώς διαφορετικά σπορ. Έχουν τη βάση σε ίδια πράγματα αλλά σε όλα τα υπόλοιπα είναι εντελώς διαφορετικά. Εγώ προτιμώ το μπιτς γιατί εκτός από όλα τα τεχνικά στοιχεία, διαμορφώνει χαρακτήρες. Στο μπιτς δεν έχεις προπονητή και δεν μπορείς να έχεις τη δικαιολογία ότι δεν σου είπε κάτι. Επίσης στο μπιτς ο αντίπαλος βλέπει τα ελαττώματα σου, κάτι που στην σάλα το κρύβεις».

Ο πιο δύσκολος αντίπαλος;
«Ο Ολυμπιακός πάντα επί δικής μου γενιάς. Ήταν μία πολύ καλή ομάδα και τυχερή γιατί ο Κοσκωτάς μάζεψε ό,τι καλύτερο υπήρχε. Δυστυχώς το πέρασμα μου από τον Παναθηναϊκό συνοδεύτηκε με δύσκολα χρόνια αφού στον Ολυμπιακό υπήρχαν τρομεροί παίκτες».

Η σύγκριση με την Αγγλία;
«Δεν έχω ακόμη καλή εικόνα. Επειδή έχω κάποιους Έλληνες στο Κολέγιο, ρώτησα τους γονείς πώς τους φάνηκαν οι περσινοί τελικοί. Για αυτούς ήταν καλύτεροι αυτοί που είδαν εκεί. Δεν μπορεί μία χώρα με παράδοση στο βόλεϊ όπως η Ελλάδα, να έχει το ίδιο επίπεδο με μία χώρα που τώρα ξεκινά. Εκεί φαίνεται ότι κάτι γίνεται λάθος. Οι Άγγλοι επενδύουν σε όλα. Υπάρχει ό,τι θέλει μία επαγγελματική ομάδα από άποψη υλικού, συνεργατών και εγκαταστάσεων. Όλα είναι λυμένα. Για να μπει ένα παιδί πρέπει να περάσει από πολλές δοκιμές. Το Κολέγιο έχει δεχτεί να φέρνουμε παιδιά από το εξωτερικό, αλλά κρατάμε μόνο αυτά με το υψηλό επίπεδο. Υπάρχουν 7 Έλληνες και νομίζω ότι είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Θέλω παιδιά όσο γίνεται μικρότερα για να έχω την ευκαιρία να τα προπονήσω περισσότερο. Σε εμάς βελτιώνουν παράλληλα βαθμούς και αθλήματα. Για να δεχτούμε ένα παιδί δεν αρκεί να αρέσει σε εμένα. Πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι, όπως ο ψυχολόγος που θα δει τι όραμα έχει και πόσο ευφυές είναι το παιδί. Το να μπει κάποιος δεν σημαίνει ότι θα τελειώσει. Είναι πολύ δύσκολο. Γι’ αυτό ακριβώς είναι η ελίτ».

Στην Αγγλία πώς βρεθήκατε;

«Τυχαία. Είχα την δεύτερη ολυμπιακή ομάδα του μπιτς βόλεϊ. Μου έγινε μία πρόταση από το Κολέγιο, μου άρεσε πολύ η πόλη και αυτό που μου είχαν πει ότι θα κάνουμε. Αυτά που μου είχαν πει είναι πολύ μικρά σε σχέση με αυτά που κάνουμε τελικά. Είναι ο τρίτος μου χρόνος και ήδη φαίνονται τα αποτελέσματα. Θα ήθελα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς δεν βλέπω το λόγο».

Πώς είναι η καθημερινότητα σας;
«Πολύ αυστηρή. Παράδειγμα δεν προλαβαίνεις να πας για έναν καφέ. Κάθε μέρα κάνεις 2-3 προπονήσεις. Γιατί δεν είναι μόνο να εκτελέσεις μία προπόνηση. Την καταγράφεις και την στέλνεις στους ανωτέρους σου. Τα ταξίδια είναι πολλά. Εκτός από τη δουλειά μου στο Κολέγιο είμαι προπονητής στις μικρές ηλικίες στο μπιτς βόλεϊ της Εθνικής Αγγλίας. Δεν πήρα κάποια μεγάλη ομάδα γιατί δεν είχα χρόνο. Είμαι επίσης μέλος μίας εταιρίας που κάνει τα πάντα γύρω από το βόλεϊ, τουρνουά, καμπ, στέλνει παίκτες σε ομάδες».

Τι πρέπει να κάνει ένα παιδί από την Ελλάδα για να έρθει στο Κολέγιο;

«Πρώτα απ’ όλα θέληση. Εννοείται σωματικά στοιχεία και να μιλάει αγγλικά. Είναι κάτι πολύ οικονομικό και μη ξεχνάμε ότι έχει διαμονή, διατροφή και εκπαίδευση. Όσο βελτιώνονται οι Άγγλοι, στενεύουν τα περιθώρια να έρχονται πολλοί Έλληνες».

Αν σας έρθει μία καλή πρόταση να γυρίσετε Ελλάδα, θα το κάνετε;
«Αν η πρόταση είναι καλή οικονομικά, φοβάμαι ότι θα είναι αφερέγγυα όπως στο παρελθόν. Δυστυχώς. Στην Αγγλία έχεις μάθει να δίνεις το 100% και το οικονομικό είναι λυμένο. Μας πληρώνουν πριν την ώρα μας. Δεν είναι μόνο το οικονομικό θέμα όμως. Είναι και οι υποδομές στην Ελλάδα. Το να είσαι πληρωμένος εσύ και όλοι οι υπόλοιποι να είναι απλήρωτοι, δεν σου λέει κάτι. Φυσικά θα ήθελα να γυρίσω, αλλά με τις κατάλληλες συνθήκες, οι οποίες δεν υπάρχουν».