Οι διατάξεις για τις ώρες κοινής ησυχίας και η εφαρμογή τους


Αναρωτιέμαι αν έχει γίνει συνείδηση στα μέλη της κοινωνίας μας ότι η σύμπραξή τους για τη δημιουργία του κράτους μας τους δημιουργεί υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους που ψηφίζονται από τη Βουλή. Αυτό σημαίνει ότι η σύμπραξη για συνύπαρξη προϋποθέτει την εφαρμογή από όλους όσων επιτάσσουν οι νόμοι, ιδιαίτερα εκείνοι που καθορίζουν κοινούς κανόνες συμβίωσης σε κάθε τόπο.
Όσο θυμάμαι, αυτά θεωρούνταν αυτονόητα μέχρι τη δεκαετία του 1980. Από τότε, όμως, άρχισε να διαβρώνεται το κοινό πλαίσιο εφαρμογής των νόμων. Άρχισε να μπαίνει στη συνεκτίμηση και η προσωπική άποψη για το πεδίο εφαρμογής των νόμων ή και η αποφυγή εφαρμογής τους, όταν κάποια επιτάγματά τους δε συνέφεραν κάποιους. Ίσως οι πρακτικές αυτές άντλησαν επιρροές από το ειπωμένο από τον τότε πρωθυπουργό: «Δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο λαός».
Το να φανταστεί ο κάθε πολίτης, που ήθελε να έχει αμβλυμένη προσέγγιση των θεσμών και των νόμων, ότι αυτός είναι ο λαός, δεν απέχει πολύ… ως ερμηνευτική προσέγγιση της φράσης.
Ο προβληματισμός που προηγήθηκε προέκυψε από ένα συμβάν του Αυγούστου, όπως περιγράφηκε από τον τοπικό έντυπο και ψηφιακό Τύπο και την τηλεόραση. Κάποιο συγκρότημα μουσικής, παρά τις συστάσεις του Δήμου, ήθελε να παίζει, σε κεντρικό δημοτικό χώρο, με υψηλά ντεσιμπέλ, ακόμα και πέραν του μεσονυκτίου, κατά παράβαση των διατάξεων περί ωρών κοινής ησυχίας, διαταράσσοντας έτσι την ησυχία σε ευρεία περιοχή περιοίκων.
Όταν ο δήμαρχος, παρά τις συστάσεις του που είχαν προηγηθεί και δεν εισακούστηκαν, έδωσε εντολή να κόψουν το ρεύμα από τα μεγάφωνα για να προκύψει ησυχία, διαμορφώθηκε ένα κύμα αντιδράσεων!
Η περίπτωση αυτή αποτελεί σαφή προέκταση των νοοτροπιών που περιέγραψα πιο πάνω, νοοτροπιών που, δεκαετία δεκαετία, έφθασαν μέχρι τις ημέρες μας μεγεθυμένες.
Το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η κοινωνία μας, επηρεασμένη από τους πολυειδείς λαϊκισμούς, που φύτρωσαν και εκτράφηκαν αυτές τις δεκαετίες, έχει χάσει τον ορισμό της έννοιας της ατομικής ελευθερίας. Το ότι, δηλαδή, τα όρια της ατομικής ελευθερίας του καθενός μας, φθάνουν μόνο μέχρι εκεί που τελειώνουν τα όρια ελευθερίας του διπλανού του. Μόνο με την εφαρμογή αυτής της αρχής, όπως διαρρυθμίζεται με τη διάταξη για καθορισμό ωρών απογευματινής και νυχτερινής ησυχίας, είναι δυνατή η ειρηνική συμβίωση των πολιτών και η εφαρμογή της κοινής τους απόφασης να διαβιούν ως πολίτες του ίδιου κράτους.
Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα η αναγωγή τέτοιων φαινομένων, που αποτελούν ακραίες εκδηλώσεις προσωπικών εγωκεντρισμών, στον τρόπο λειτουργίας της εκπαίδευσης και της οικογένειας κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Υπό την επήρεια των διάχυτων λαϊκισμών που εκπορεύονταν από την κεντρική διακυβέρνηση, διαμορφώνονταν σιγά σιγά αυτού του είδους  συμπεριφορές. Αυτές με τη σειρά τους εισπηδούσαν σε νομοθετήσεις και κυρίως σε εφαρμοστικές εγκυκλίους, διαμορφώνοντας έτσι γενικευμένες νοοτροπίες ανοχής ή ακόμα και υποστήριξης φαινομένων καταστρατήγησης βασικών κανόνων που καθορίζουν την ειρηνική διαβίωση των πολιτών σε κάθε τόπο.
Η ένταξη, εξ άλλου, όλο και περισσότερων γυναικών στον εργασιακό χώρο μείωσε σε κάθε οικογένεια τους χρόνους που διατίθενται για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών.
Ιδιαίτερα στις πυκνοδομημένες αστικές περιοχές με τις πολλές κατοικίες στο ίδιο κτήριο, οι κανόνες κοινής ησυχίας αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την ίδια την ατομική ισορροπία των ενοίκων τους.
Λόγω, μάλιστα, και της, συνηθισμένης στη χώρα μας, ελλειπτικής εφαρμογής των οικιστικών διατάξεων στις κατασκευές, η εύκολη διάδοση των ήχων δια μέσου των τοίχων και των δαπέδων δημιουργεί πολλαπλασιαστικά προβλήματα στην κοινή διαβίωση των πολιτών του ίδιου ή γειτονικού οικήματος.
Νομίζω ότι ο σεβασμός του άλλου, και μάλιστα του γείτονα, καλό είναι να αποτελέσει αντικείμενο εσωτερικού προβληματισμού για τον κάθε πολίτη. Με τη σειρά αυτοί οι ατομικοί προβληματισμοί καλό είναι να συνδεθούν με την πολιτική κουλτούρα εκείνων που θα ζητήσουν την ψήφο μας για να εκπροσωπήσουν στις τοπικές και κεντρικές διακυβερνήσεις.
Ίσως, σε τελευταία ανάλυση, η οικονομική – κοινωνική κρίση που βιώνομε να είναι περισσότερο κρίση στενά συνδεμένη με  την άμβλυνση των αξιών και την καταστρατήγηση των νομοθετημένων κανόνων.

Του Νίκου Ευστρ. Μαραμπέα