«ΘΑΡΡΟΣ» 9 Ιουνίου 1928: Οι δύο καλόγηροι και η χαρά της ζωής

«ΘΑΡΡΟΣ» 9 Ιουνίου 1928: Οι δύο καλόγηροι και η χαρά της ζωής

Οι αρχαίοι έλεγαν: «Ου παντός πλειν εις Κόρινθον». Και τούτο γιατί η πόλις αυτή στην αρχαιότητα ήταν πόλις του πλούτου, της ηδονής, της ακολασίας και της ασυλλογίστου σπατάλης. Σήμερα με την επέμβασιν των υπογείων δαιμόνων που εννοούν να τινάζουν φρενιασμένοι κάθε τόσο τα αμαρτωλά χώματα της παλαιάς αυτής ελληνικής Βαβυλώνος, οι όροι αντιστράφησαν και είναι ζήτημα αν θα εδέχετο κανείς ξένος, και με το ζόρι ακόμη, να πατήση τα άτακτα χώματα της Κορινθιακής γης. Ειμπορούμεν όμως εν πάση περιπτώσει κάλλιστα να μεταφέρωμεν την παροιμίαν εις άλλο πεδίον και να είπωμεν «Ου παντός παραμένειν εις Άγιον Όρος, ουδέ εις καφωδεία φοιτάν».

Και εξηγούμεθα. Οι αδελφοί Τζάνε- Άνθιμος και Ιερεμίας – ήσαν άνθρωποι φιλόθρησκοι. Είχον καρδίαν καθαράν από κάθε ερωτικήν επίδρασιν, διάθεσιν χριστιανικήν των πρώτων μάλιστα καλών χρόνων του δόγματος και εφλέγοντο από την επιθυμίαν να κατακτήσουν τον βιβλικόν παράδεισον. Εις αυτόν όμως εδώ τον άθλιον κόσμον το πράγμα αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο. Πειρασμοί, βλέπετε, πολλοί αναστατώνουν τη ζωή μας καθημερινώς, μας σπρώχνουν έξω από το δρόμο της σωτηρίας των ψυχών μας και μας αναγκάζουν να μαρτυρήσουμε…

Γι’ αυτό λοιπόν και οι φιλόθεοι, ευσεβείς, ενάρετοι και αμίαντοι αδελφοί Τζάννε επροτίμησαν αντί να μένουν εδώ πέρα, ταλαιπωρούμενοι εν τω μέσω του ματαίου τούτου κόσμου και δοκιμαζόμενοι, να μεταβούν εις καμμίαν μονήν ή σκήτην του Αγίου Όρους και εκεί να ζήσουν εν πλήρει οσιότητι και αποχή από των εγκοσμίων.

Και επειδή ήσαν άνθρωποι που αγαπούσαν να εκτελούν κιόλας όσα εσκέπτοντο, πολύ γρήγορα μίαν ωραίαν πρωίαν ευρέθησαν περιβεβλημένοι το καλογερικό σχήμα, πασαλειμμένοι με ολίγην αγιότητα και πολλήν εγκαρτέρησιν και μανίαν αγιοσύνης.

Αλλά τα πράγματα δεν ξετυλίγονταν όσο θα ήθελαν καλά. Ναι μεν ευρίσκοντο μακρυά από τους εγκόσμιους πειρασμούς και ανέπνεαν παντού όπου γύριζαν άρωμα αγιοσύνης και μακαριότητος ουρανίας και αθωότητος αγγελικής, άκουαν και τα συναξάρια που έψελναν οι «αδελφοί», έβλεπαν και εθαύμαζαν και τις εικόνες των Αγιονορίτικων αγιογράφων. Όμως… Όμως φαίνεται πως στον κόσμο τίποτε δεν μένει σταθερό και βέβαιο. Και φαίνεται πως οι υπό εκκόλαψιν άγιοι αδελφοί Τζάννε δεν άκουσαν εκεί πέραν μόνον τους ύμνους στον Θεό και στων αγίων τη μεσολάβησι.

Και εξ άλλου είχαν μεν τον καιρό γνωρίση καλύτερα τον εαυτό τους και η θεία έξαρσις και η μανία της άμωμης και άχραντης ζωής, είχαν αρχίσει να υποχωρούν κανονικά και με σταθερότητα εμπρός σε μερικές άλλες επιθυμίες, άλλες λαχτάρες, άλλους πόθους και καημούς.

Η προοπτική άλλαξε ολότελα και ο κόσμος της απωλείας και της διαφθοράς, ο προσκολλημένος στο γνήσιο όστρακο και κυλιόμενος εις τον βούρκον της ματαίας ηδονής και της σπατάλης, τώρα φάνταζε στα μάτια των αμαρτωλών πλέον κατά σκέψιν αδελφών Τζάννε σαν ένας απέραντος παράδεισος όπου μόνον η χαρά, το γέλιο, η απόλαυσις και η ηδονή η πολύτροπη και πολύμορφη υπάρχουν.

Και μίαν πρωίαν εξ ίσου ωραίαν και μαγευτικήν ως η πρώτη επραγματοποίησαν την ιδέαν που είχαν συλλάβει την νύκτα για να φύγουν δηλαδή από τον τόπο της μονώσεως και της δοκιμασίας μια για πάντα. Έφυγαν λοιπόν μακρυά, πολύ μακρυά ρίχνοντας λαίμαργα βλέμματα στη ζωή που επρόκειτο σε λίγο να ζήσουν, που είχαν αρχίσει κιόλας να γίνωνται οι κοινωνοί της. Έφτασαν επί τέλους εις την πατρίδα τους, τη Μεσσηνία, καλωσωρίστηκαν στα χωριά τους. Όμως δεν ειμπορούσαν βέβαια να μείνουν εκεί. Τι διάβολο, δεν έφυγαν από τα κελλιά των Αγιονορίτικων μοναστηριών για να καθήσουν στα εξ ίσου σχεδόν ερημικά και θλιμμένα χωριατόσπιστα. Όχι δα! Αυτό θα ήταν παραφροσύνη να το κάμουν. Και δεν το έκαμαν.

Προ ημερών κατέπλευσαν εις την πόλιν μας. Έφαγαν και ήπιαν και όταν το σκοτάδι άρχισε να υπόσχεται πολλά στους ανθρώπους πώχουν κι αυτοί σκοτάδι μέσα τους, μεγαλοπρεπείς και αρειμάνιοι ανέβηκαν τις σκάλες των γνωστών κέντρων, όπου… αηδονόλαλες τραγουδίστριες και βακχικές ανακραυγές υπόσχονταν πάρα πολλά… Είναι ανάγκη τώρα να πούμε πώς έδρασαν εκεί απάνω ηρωικώς, πώς ικανοποιήθηκαν για πολλούς μήνες αποχής και πώς απήλθον νικηταί και τροπαιούχοι, αφήνοντες πίσω τους ερείπια μόνον και καλμαρισμένα νεύρα;

Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς τα πράγματα δεν ήταν όσο εύκολα τα φαντάζονταν. Και κατόπιν, ποιος ξαίρει ποίων επεμβάσεων, η Μητρόπολις Μεσσηνίας διέταξε την σύλληψιν και απέλασίν των, η οποία και εξετελέσθη ήδη…

Τι κρίμα ν’ ανακόπτεται έτσι άχαρα ο ζήλος δύο ενθουσιωδών ζηλωτών της ζωής και της… πάλης… Πού άραγε θα καταλήξουν τώρα οι δύο παρ’ ολίγον άγιοι πατέρες… και τώρα ιερείς του απέραντου ναού της Αφροδίτης;

ΑΓΓ. ΦΟΙΒΟΣ