«Σε αναζήτηση χαραμάδας φωτός και αισιοδοξίας μέσα στο σχεδόν συμπαγές σώμα της αρρώστιας και του θανάτου»…
Σχεδόν όλες οι ποιητικές συλλογές της Φωτεινής Βασιλοπούλου -μαζί με τη δομική, αισθητική, γλωσσική αρτιότητα, που μαρτυρούν το βασανιστικό της αγώνα με τις λέξεις- ψηλαφίζουν σε βάθος, ακουμπώντας κατευθείαν πάνω στο ανοιχτό τραύμα της ανθρώπινης κατάστασης, βγάζοντάς το στο φως για την ίδια και για εμάς τους υπόλοιπους, με μόνη άμυνα έναν μαεστρικά πλεγμένο λογοτεχνικό ιστό. Κι αυτή η «ασπίδα» είναι συχνά η τραγική ειρωνεία ή, άλλοτε, το ίδιο το παιχνίδι των λέξεων, που όμως αρκούν για να ανθίσει ένα, έστω και πικρό, αλλά ζωογόνο μειδίαμα. Η «Περιποιήτρια Νύχτας», η 6η συλλογή της Μεσσήνιας συγγραφέως (7η μαζί με τα διηγήματά της), εισέβαλε στη ζωή μας με τον προκλητικό και πολύσημο τίτλο της πριν από 2-3 μήνες ως ένα «οδοιπορικό στην αποδρομή του ανθρώπινου σώματος και τη θέλησή του για επιβίωση ή, τουλάχιστον, για ένα αξιοπρεπές τέλος». Περιλαμβάνει ένα ομότιτλο εισαγωγικό κείμενο και είκοσι ποιήματα κατανεμημένα σε τρεις ενότητες: «Γηροκομείον η Τροία», «Στάζει νύχτα» και «Ύπαιθρος λήθη».
Χωρίς να έχει προγραμματιστεί ακόμη κάποια βιβλιοπαρουσίαση, «κυκλοφορεί ελεύθερα και οι αναγνώστες/ριες μπορούν να το αναζητήσουν ή να το παραγγείλουν στα βιβλιοπωλεία της πόλης μας, κατά προτίμηση, ή ηλεκτρονικά. Η ποίηση, εξάλλου, μάλλον απαιτεί ανάγνωση πρώτα κατά μόνας, σιωπηρά και κατανυκτικά, για να γίνει σύνδεση με το κείμενο, κι έπειτα έρχεται η “συνομιλία” και η διάδραση δημοσίως. Με τη λαχτάρα του μοιράσματος, της επι-κοινωνίας, θα χαρώ οι αναγνώστες και αναγνώστριες που έχουν ανάγκη ενός ποιητικού νεύματος να διαβάσουν τη συλλογή και η ποίησή μου, με τη σειρά της, να κατορθώσει να μιλήσει στην ψυχή τους και να τους προσφέρει ανάταση», σχολιάζει σχετικά η ίδια η ποιήτρια, ενώ μέσα από την παρακάτω συνέντευξη δίνει μια πολύ εναργή εικόνα τόσο της νέας της λογοτεχνικής δουλειάς όσο και για την εν γένει περιπλάνησή της στον κόσμο της γραφής…
-Ποιοι είναι οι θεματικοί άξονες και η έμπνευση για την «Περιποιήτρια Νύχτας»;
Οι τίτλοι των ενοτήτων της συλλογής είναι ενδεικτικοί της θεματικής, η οποία δεν ξεφεύγει από πράγματα και καταστάσεις που με αγγίζουν, με απασχολούν ή με ταλανίζουν διαχρονικά, είτε στη γραφή είτε στην καθημερινότητά μου. Ζητήματα όπως η ζωή, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο πόνος και η αρρώστια, ο θάνατος, η μνήμη και η διατήρησή της, η μνήμη και η απώλειά της. Η συλλογή αποτελεί ένα οδοιπορικό στην αποδρομή του ανθρώπινου σώματος και τη θέλησή του για επιβίωση ή, τουλάχιστον, για ένα αξιοπρεπές τέλος.
Έμπνευση ή, καλύτερα θα έλεγα, κέντρισμα, αποτελούν βαθιά ανθρώπινες καταστάσεις και βιωματικές εμπειρίες της τελευταίας δεκαετίας. Κάποιες προσωπικές, με την ιδιότητα της επισκέπτριας, συνοδού ή συγγενούς ασθενών, ή εμπειρίες οικείων μου, σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας και αποκατάστασης
-Τι διαφορετικό φέρνει η «Περιποιήτρια Νύχτας»;
Η συλλογή καταγράφει την πορεία των τελευταίων ετών ενός ανθρώπου και είναι αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας μου Χριστίνας Τσώνη-Βασιλοπούλου (1938-2023), η απώλεια της οποίας έκλεισε έναν κύκλο στη ζωή μου, αλλά κι έναν κύκλο στη δημιουργική μου έκφραση, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την έκδοση αυτού του βιβλίου.
Η «Περιποιήτρια Νύχτας» αποτελεί μια απόπειρα ψηλάφησης και εξερεύνησης δύσκολων, καθημερινών καταστάσεων, της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, τις οποίες καλείται να διαχειριστεί ο σύγχρονος άνθρωπος. Επιχειρεί, κατά την επίσκεψη σε τόπους σωματικούς και ψυχικούς, να ανασύρει στην επιφάνεια τα ναυάγια της ύπαρξης και της φθοράς, να φωτίσει τις αθέατες πτυχές τους, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να αναζητήσει χαραμάδες φωτός και αισιοδοξίας μέσα στο πυκνό, σχεδόν συμπαγές σώμα της αρρώστιας και του θανάτου. Προτείνει τρόπους θέασης, πρόσληψης, και δημιουργικής αποκωδικοποίησής τους. Με ελαφρά ειρωνεία και σαρκασμό, ευελπιστεί σ’ ένα παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη, που θα προσφέρει διανοητική απόλαυση και αισθητική συγκίνηση, γαλήνη και ηρεμία. Γιατί τι άλλο είναι η ποίηση, κατά τον Νίκο Εγγονόπουλο; «Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη» («Το Μέτρον: Ο Άνθρωπος», Εκδόσεις Ύψιλον, 2005).
-Ομοιότητες-διαφορές με τις προηγούμενες συλλογές;
Νομίζω ότι διαχρονικά η ποίησή μου κινείται σε τρεις άξονες. Το περιεχόμενο, το ύφος-γλώσσα και την αισθητική. Ως προς το περιεχόμενο, αυτή η συλλογή είναι πιο «ολιγοθεματική», όπως επίσης πιο «σάρκινη», πιο σωματική, αλλά όχι λιγότερο σαρκαστική από τις προηγούμενες.
Ως προς τη γλώσσα, παραμένει το ίδιο επίμονη, σχεδόν εμμονική στην καλλιέργειά της, αφού οι προσπάθειές μου τείνουν στη δημιουργία ενός ενιαίου ύφους, καθώς πιστεύω ότι η γλώσσα, το ύφος, αποτελεί δελτίο ταυτότητας του δημιουργού και χαρακτηρίζει το ήθος του.
Όσο για την αισθητική, αγωνίζομαι για την καλαισθησία και τη λεπτότητα, η οποία, αν προκύπτει, οφείλεται σε σκληρή δουλειά, προσοχή και επιμονή και στην καλή συνεργασία, στα τρία τελευταία μου βιβλία, με τον παραγωγικότατο εκδοτικό οίκο Κουκκίδα του καλού εκδότη Δημήτρη Δημόπουλου, όπως και με τη γραφίστρια Εύη Κώτσου και την επιμελήτρια Αναστασία Μπούζιου-Δημοπούλου. Όλα μου τα βιβλία συνοδεύονται από έργα εικαστικών, αλλά η διαφορά είναι ότι σε αυτή τη συλλογή υπάρχουν πέντε δικές μου φωτογραφίες (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο και τρεις που λειτουργούν ως διαχωριστικά ενοτήτων).
-Είναι παλιά ή νέα ποιήματα;
Κάποια από τα ποιήματα είναι πρόσφατα, γραμμένα προ διετίας ή κατά την περίοδο του εγκλεισμού, κάποια είναι πιο παλιά, άλλα γραμμένα στο υποσυνείδητο εδώ και δεκαετίες, ακόμα και αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, «τότε που για μοναδική φορά κοιτάμε τον κόσμο» κατά τη Louise Gluck –«τα υπόλοιπα είναι μνήμη». Πριν από την έκδοση, όμως, όλα τα ποιήματα υφίστανται κάποια επεξεργασία ή ζύμωση. Εξάλλου, δεν υπάρχει παλιό ή καινούργιο, κατ’ ουσίαν, όπως θρυλείται, ένα ποίημα γράφουμε σ’ όλη μας τη ζωή. Και κάθε ποίημα είναι ένα χάρτινο καραβάκι, που πρέπει να φτιαχτεί με υπομονή και λεπτομέρεια, και αξιόπλοο να φτάσει στην όχθη, όπου ο αναγνώστης στην εξορία του το περιμένει να ανακαλύψει την αλήθεια του. Κατευθύνεται από αγωνιούντες και εναγώνιους δημιουργούς, απευθύνεται σε αγωνιώδεις αναγνώστες.
-Και ο τίτλος;
Δε θα ήθελα να προδώσω εντελώς τον τίτλο μου, που αποκρύπτει, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει, υπονοεί και εννοεί. Ο αναγνώστης, ήδη από το πρώτο, και ομώνυμο ποίημα, διακρίνει κάτι σκοτεινό, ελαφρώς ζοφώδες, κάτι από νύχτα…
Μπορεί να είναι μια περί[που] ποιήτρια, που παλεύει με στίχους, στοιχεία και στοιχειά, ή μια περιποιήτρια-φροντίστρια νύχτας, μια νυχτερινή αποκλειστική ή ολοήμερη, αφού πλανάται ανάμεσα σε στίχους, όπου παρελαύνουν περιποιητές-γιατροί, νοσηλευτές/νοσηλεύτριες ασθενών, ανοϊκών, ηλικιωμένων, ανάπηρων. Κινείται σε ερημωμένους δρόμους, λογγωμένες σχέσεις, σε νοσοκομεία και γηροκομεία, σε μια ατμόσφαιρα με αντισηπτικά και οινόπνευμα, εκκρίσεις και εκκρίματα.
Η Περιποιήτρια νύχτας που…
[…]
Κλαδεύει τις άκρες της νύχτας.
Ξαίνει το μάλλινο σκοτάδι
…
Τον φόβο στρογγυλεύει της σιωπής.
…
τις πόες ποτίζει της καχεκτικής ελπίδας.
Σκαλίζει θάμνους μνήμης.
[…]
Σύντομο βιογραφικό
Η Φωτεινή Βασιλοπούλου γεννήθηκε το 1970 στη Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία. Ζει στην Καλαμάτα και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.
Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, κριτικά σημειώματα, μεταφράσεις ποιημάτων (από τα αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά), καθώς και φωτογραφίες σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Έχει επιμεληθεί βιβλία κι έχει συμμετάσχει σε ελληνικές ανθολογίες και συλλογικούς τόμους, ενώ ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε δίγλωσσες ποιητικές ανθολογίες (ελληνοαγγλική, ελληνογερμανική, ελληνοϊταλική, ελληνοαλβανική) κι έχουν, επίσης, μεταφραστεί στα γαλλικά, σουηδικά και νορβηγικά.
Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων: Για μια χούφτα ζωή: Δεκαεφτά Διηγήσεις, Γαβριηλίδης 2015, και έξι ποιητικές συλλογές: Πρωσικό μπλε, Οι Εκδόσεις των Φίλων 2016, Λάμψη Λεπιδοπτέρων: 68 Χαϊκού -από κοινού με τον Γιώργο Γάββαρη- Οι Εκδόσεις των Φίλων 2018, Αμείλικτο νερό, Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019, Φυτρώνει άγρια ζάχαρη, Κουκκίδα 2021, Χειμερινό Πτηνολόγιο, Κουκκίδα 2024 και Περιποιήτρια νύχτας, Κουκκίδα 2026.
Ο Αινείας στον ΕΦΚΑ
Με διπλή μάσκα, χωρίς ραντεβού
με τον παράλυτο πατέρα στον ώμο
χωρίς αντίγραφο φορολογικής ενημερότητας
χωρίς διαταγή δικαστικού συμπαραστάτη
‒τα έξοδα δικαστηρίου ξεπερνούν το χιλιάρικο
κι αυτός άνεργος οικοδόμος από τριετία
εξόν από κανένα μεροκάματο στη ζούλα‒
ζητά επίδομα αναπηρίας.
Ραντεβού;
Δεν ξέρει πώς να κλείσει ραντεβού
δεν έχει κομπιούτερ, δεν έχει μέιλ, δεν έχει μέλλον.
Στο κινητό;
Δεν έχει παιδιά να τον βοηθήσουν
ούτε στον ήλιο μοίρα
με το στανιό έβγαλε το δημοτικό
το μόνο που έχει είναι ο γέρος του στην πλάτη
και δίκιο, πολύ δίκιο, λίμνη
ποτάμι, το δίκιο του τον πνίγει και τα έξοδα
θέλει εδώ και τώρα ραντεβού
τον προϊστάμενο, νιώθει ένα ζεστό υγρό στην πλάτη
τον διευθυντή
και γρήγορα, η πλάτη του αρχίζει να παγώνει
πεινά ο γέρος του
πρέπει να τον ταΐσει, να τον αλλάξει
να του δώσει φάρμακα, εξυπηρέτηση εδώ και τώρα
τον υπουργό αν χρειαστεί
αμέσως, βιάζεται, μεθαύριο έχει να χτίσει Ρώμη.
Της Χριστίνας Ελευθεράκη











