Στον σύγχρονο κόσμο, ο θάνατος ενός δημόσιου προσώπου έχει πάψει προ πολλού να είναι ένα ιδιωτικό ή, έστω, ένα απλό ειδησεογραφικό γεγονός. Έχει μετατραπεί σε ένα παγκόσμιο ψηφιακό θέαμα, μια βιομηχανία παραγωγής clicks και μια μαζική ψυχολογική εκτόνωση.

Το μοτίβο είναι πλέον νομοτελειακό: μια προσωπικότητα φεύγει από τη ζωή. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι streaming πλατφόρμες κατακλύζονται από αναζητήσεις, τα charts ανατρέπονται και τα social media γεμίζουν με σπαρακτικά μηνύματα από ανθρώπους που, μέχρι χθες, αγνοούσαν επιδεικτικά την ύπαρξη ή το έργο της.

Πρόκειται για μια κατάσταση που υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει. Όμως στην εποχή της «ανοιχτής οθόνης», το φαινόμενο αυτό έχει λάβει διαστάσεις μιας βαθιάς κοινωνικής και πνευματικής κρίσης. Η εικόνα πουλάει, και η γνώση έχει μείνει οριστικά πίσω.

Το Παγκόσμιο Ιστορικό Παράδοξο: Από τη συγκίνηση στη μαζική υστερία

Η ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί με τον θάνατο ενός «συμβόλου» δεν είναι καινούργια, αλλά οι εκφράσεις της σοκάρουν διαχρονικά με την ακρότητά τους.

1926 – Ροδόλφος Βαλεντίνο: Ο πρόωρος θάνατος του απόλυτου ζεν πρεμιέ του βωβού κινηματογράφου προκάλεσε την πρώτη καταγεγραμμένη μαζική υστερία της pop κουλτούρας. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι –πολλοί εκ των οποίων δεν είχε τύχει να δουν ποτέ ταινία του, απλώς είχαν ακούσει για τον «μύθο» του– κατέστρεψαν τους δρόμους της Νέας Υόρκης κατά την κηδεία του, ενώ αναφέρθηκαν ακόμη και αυτοκτονίες από ανθρώπους που δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ.

1977 – Έλβις Πρίσλεϊ: Όταν ο «Βασιλιάς» έφυγε από τη ζωή, οι πωλήσεις των δίσκων του εκτινάχθηκαν σε δυσθεώρητα ύψη, με εκατομμύρια ανθρώπους να αγοράζουν τη μουσική του για πρώτη φορά. Μέχρι και σήμερα, ο «νεκροτουρισμός» στη Graceland συντηρεί μια βιομηχανία εκατομμυρίων, τροφοδοτούμενος από νεότερες γενιές που γνωρίζουν μόνο την εικόνα του και όχι την καλλιτεχνική του πορεία.

1997 – Πριγκίπισσα Νταϊάνα: Το ίσως πιο τρανταχτό παράδειγμα μαζικού «παρακοινωνικού πένθους». Άνθρωποι από την άκρη του πλανήτη, που δεν είχαν καμία σχέση με τη βρετανική μοναρχία, βυθίστηκαν σε κλινική κατάθλιψη. Οι στατιστικές έδειξαν μια σοκαριστική αύξηση των αυτοκτονιών κατά 17% τις εβδομάδες που ακολούθησαν, κυρίως από άτομα που παρασύρθηκαν από το δραματοποιημένο μπαράζ των τηλεοπτικών δικτύων.

2009 – Μάικλ Τζάκσον: Ο θάνατός του κυριολεκτικά «έριξε» το διαδίκτυο. Πλατφόρμες όπως το Twitter και η Wikipedia κατέρρευσαν από την ξαφνική κίνηση χρηστών που έσπευσαν να μάθουν λεπτομέρειες. Άνθρωποι που τον είχαν καταδικάσει ή ξεχάσει, ξαφνικά αγόραζαν μανιωδώς τα άλμπουμ του.

Η Εικόνα ως εμπόρευμα: Διάσημοι χωρίς ουσία

Το μεγαλύτερο σύμπτωμα αυτής της κατάντιας είναι η μετατροπή των ιδιοφυϊών σε pop σύμβολα (merchandise), απογυμνωμένα από το πραγματικό τους έργο. Εκατομμύρια άνθρωποι καταναλώνουν την εικόνα τους, χωρίς να έχουν ιδέα για την προσφορά τους:

Άλμπερτ Αϊνστάιν (Επιστήμη): Η περίφημη φωτογραφία του με τη γλώσσα έξω βρίσκεται τυπωμένη σε εκατομμύρια μπλουζάκια, κούπες και αφίσες. Έχει μετατραπεί στο απόλυτο meme του «τρελού επιστήμονα». Πόσοι, όμως, από αυτούς που αγοράζουν αυτά τα προϊόντα κατανοούν τη Θεωρία της Σχετικότητας ή πώς άλλαξε τη Φυσική; Για τη μάζα, ο Αϊνστάιν δεν είναι η επιστημονική επανάσταση, είναι απλώς ένα διασκεδαστικό λογότυπο.

Τσε Γκεβάρα (Πολιτική): Η φωτογραφία του (“Guerrillero Heroico”) έγινε ένα από τα πιο εμπορικά σήματα στον πλανήτη. Άνθρωποι που δεν έχουν διαβάσει ούτε μια σελίδα ιστορίας, φορούν το πρόσωπό του ως αξεσουάρ μόδας. Ο καπιταλισμός εμπορευματοποίησε τον ορισμό του αντικαπιταλιστή.

Κλασικοί συνθέτες: Η μουσική ως «μουσική υπόκρουση»

Αυτή η αδικία έχει πλήξει ανεπανόρθωτα τους κλασικούς συνθέτες, των οποίων το έργο αναγνωρίστηκε ή διαστρεβλώθηκε πλήρως μετά θάνατον:

Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ: Όσο ζούσε, θεωρούνταν ένας απλός, εργατικός οργανίστας της εκκλησίας. Πέθανε άσημος και το έργο του ξεχάστηκε για σχεδόν έναν αιώνα. Χρειάστηκε η αναβίωση του 1829 από τον Μέντελσον για να καταλάβει ο κόσμος ότι ο Μπαχ ήταν ο θεμέλιος λίθος της δυτικής μουσικής.

Φραντς Σούμπερτ: Έζησε μέσα στην απόλυτη φτώχεια, βασιζόμενος στην οικονομική στήριξη των φίλων του για να επιβιώσει. Συνέθεσε εκατοντάδες αριστουργήματα που παρέμεναν ανέκδοτα. Η παγκόσμια αποθέωση ήρθε δεκαετίες μετά τον θάνατό του.

Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ: Αν και γνώρισε επιτυχίες, πέθανε χρεωμένος και θάφτηκε σε κοινό, ανώνυμο τάφο. Σήμερα, το όνομά του έχει γίνει «εμπορικό σήμα» για σοκολάτες (Mozartkugeln) και καφέ, ενώ η μουσική του χρησιμοποιείται σε playlists του Spotify για «χαλάρωση». Η ιδιοφυΐα υποβιβάστηκε σε χρηστικό εργαλείο.

Η Μεταθανάτια Δόξα: Η μεγάλη αδικία της Ιστορίας

Υπάρχει, όμως, και μια ακόμα πιο σκοτεινή πτυχή: οι άνθρωποι που έζησαν στην αφάνεια, τη φτώχεια ή την πλήρη απόρριψη και έγιναν παγκόσμια είδωλα μόνο αφότου πέθαναν.

Βίνσεντ βαν Γκογκ (Ζωγραφική): Σε ολόκληρη τη ζωή του πουλήθηκε μόνο ένας πίνακάς του («Το κόκκινο αμπέλι»). Έζησε μέσα στη φτώχεια και την ψυχική εξαθλίωση, για να αυτοκτονήσει τελικά. Σήμερα, τα έργα του κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια και οι εκθέσεις του κατακλύζονται από ανθρώπους που απλώς θέλουν μια selfie με τα «Ηλιοτρόπια» για το Instagram.

Φραντς Κάφκα (Λογοτεχνία): Πέθανε άσημος από φυματίωση, ζητώντας μάλιστα από τον φίλο του να κάψει όλα του τα χειρόγραφα επειδή θεωρούσε το έργο του ανάξιο. Αν ο φίλος του τον είχε ακούσει, η ανθρωπότητα δε θα είχε γνωρίσει ποτέ τη «Μεταμόρφωσή» του.

Έμιλι Ντίκινσον (Ποίηση): Λιγότερα από δώδεκα ποιήματά της δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε. Μετά τον θάνατό της, η αδελφή της ανακάλυψε χιλιάδες κρυμμένα ποιήματα, μετατρέποντάς την μεταθανάτια σε μία από τις σημαντικότερες φιγούρες της αμερικανικής λογοτεχνίας.

Νικ Ντρέικ (Μουσική): Ο Βρετανός τραγουδοποιός υπέφερε από βαριά κατάθλιψη, εν μέρει επειδή οι δίσκοι του στα τέλη των ’60s δεν πουλούσαν σχεδόν καθόλου. Πέθανε από υπερβολική δόση το 1974. Δεκαετίες αργότερα, η μουσική του χρησιμοποιήθηκε σε διαφημίσεις και ταινίες, με αποτέλεσμα εκατομμύρια νέοι ακροατές να τον λατρέψουν – μια αναγνώριση που θα μπορούσε να του έχει σώσει τη ζωή αν είχε έρθει στην ώρα της.

Πώς η έγκαιρη γνώση θα μπορούσε να αλλάξει την Ιστορία;

Αν η κοινωνία είχε αναγνωρίσει το έργο αυτών των ανθρώπων τότε που έπρεπε, η πορεία της ανθρωπότητας θα ήταν εντελώς διαφορετική:

Ιγκνάζ Σέμελβαϊς (Ιατρική): Ο γιατρός που στα μέσα του 19ου αιώνα ανακάλυψε ότι αν οι γιατροί έπλεναν τα χέρια τους, οι θάνατοι των μητέρων μειώνονταν δραματικά. Η ιατρική κοινότητα τον χλεύασε και τον έκλεισε σε ψυχιατρείο, όπου πέθανε. Η θεωρία του αναγνωρίστηκε δεκαετίες μετά. Αν τον είχαν ακούσει τότε, εκατομμύρια γυναίκες και παιδιά θα είχαν σωθεί από μολύνσεις.

Άλαν Τιούρινγκ (Πληροφορική): Ο άνθρωπος που έσπασε τον κώδικα Enigma των Ναζί και έθεσε τις βάσεις για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Αντί για τιμές, διώχθηκε απάνθρωπα για την προσωπική του ζωή και οδηγήθηκε στην αυτοκτονία το 1954. Η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε στον 21ο αιώνα. Η καταστροφή ενός τέτοιου μυαλού καθυστέρησε την τεχνολογική εξέλιξη της ανθρωπότητας για δεκαετίες.

Η εργαλειοποίηση του θανάτου στην αρχαιότητα

Η ανάγκη να πατήσει κανείς πάνω σε ένα φέρετρο για να πουλήσει μια ιδέα ή να κερδίσει κοινωνικό στάτους, είναι τόσο παλιά όσο και ο πολιτισμός:

Ο Επιτάφιος του Περικλή (431 π.Χ.): Όταν ο Περικλής κλήθηκε να εκφωνήσει τον λόγο για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού Πόλεμου, χρησιμοποίησε ελάχιστα τον χρόνο του για τους ίδιους τους νεκρούς. Αντίθετα, εκμεταλλεύτηκε τη συγκίνηση του πλήθους για να κάνει έναν πολιτικό ύμνο στην Αθηναϊκή Δημοκρατία και να πείσει τους πολίτες ότι ο πόλεμος πρέπει να συνεχιστεί.

Οι Αγώνες Μονομάχων στη Ρώμη (Munera): Ξεκίνησαν ως τελετουργικές μάχες πάνω από τάφους πλούσιων αριστοκρατών, υποτίθεται ως φόρος τιμής. Πολύ γρήγορα, οι Ρωμαίοι πολιτικοί κατάλαβαν ότι το πλήθος λάτρευε αυτό το θέαμα. Έτσι, εκμεταλλεύονταν τον θάνατο ενός συγγενή τους για να διοργανώσουν τεράστιους αγώνες, με μοναδικό σκοπό να εξαγοράσουν ψήφους και δημοτικότητα.

Η σορός του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Μετά τον θάνατό του, ο Πτολεμαίος ο Α’ έκλεψε τη σορό του και τη μετέφερε στην Αίγυπτο. Ήξερε ότι όποιος κατείχε το σώμα του «ημίθεου» Αλεξάνδρου, είχε την αυτόματη πολιτική και θρησκευτική νομιμοποίηση να κυβερνήσει το δικό του κομμάτι της αυτοκρατορίας.

Οι «Επαγγελματίες» Θρηνωδοί (Praeficae): Στην αρχαιότητα, οι πλούσιες οικογένειες προσλάμβαναν πληρωμένες μοιρολογίστρες. Αυτές οι γυναίκες δε γνώριζαν τον νεκρό, αλλά πληρώνονταν για να ουρλιάζουν στην κηδεία. Ο σκοπός ήταν να πλασάρουν στο κοινό την εικόνα ότι ο νεκρός ήταν σπουδαίος, ανεβάζοντας το κοινωνικό status της ζωντανής οικογένειας.

Όταν οι κηδείες γίνονται πολιτικό «εργαλείο» στους νεότερους χρόνους

Το Κίνημα ACT UP (Δεκαετία ’90 – ΗΠΑ): Κατά τη διάρκεια της κρίσης του AIDS, οι ακτιβιστές διοργάνωναν “Political Funerals” (Πολιτικές Κηδείες). Μετέφεραν τα φέρετρα των νεκρών συντρόφων τους στους δρόμους και, μάλιστα, πέταξαν τις στάχτες τους στο γρασίδι του Λευκού Οίκου. Σκόπός δεν ήταν ο παραδοσιακός θρήνος, αλλά η βίαιη αφύπνιση της κυβέρνησης που αγνοούσε την επιδημία.

Η κηδεία του Εμμέτ Τιλ (1955 – ΗΠΑ): Όταν ο 14χρονος Emmett Till δολοφονήθηκε άγρια από ρατσιστές, η μητέρα του επέμεινε το φέρετρό του να μείνει ανοιχτό στην κηδεία. Ανάγκασε έτσι τα media και 100.000 ανθρώπους να δουν το παραμορφωμένο πρόσωπο του παιδιού της, πυροδοτώντας έτσι το Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων.

Το «Λάθος της Ανοιχτής Οθόνης» και τα αρνητικά της

Σήμερα, το πρόβλημα έχει γιγαντωθεί εξαιτίας της «ανοιχτής οθόνης» που κρατάμε όλοι στα χέρια μας. Ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται για τον σεβασμό ή την αλήθεια• ενδιαφέρεται μόνο για το User Engagement (την αλληλεπίδραση).

Η Ψευδαίσθηση της Οικειότητας (Παρακοινωνική Αλληλεπίδραση): Ο πρωτόγονος εγκέφαλός μας βλέποντας το πρόσωπο του εκλιπόντος εκατοντάδες φορές στη ροή μας, ξεγελιέται και αντιδρά σαν να χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο. Αυτό οδηγεί σε μια κατασκευασμένη, υστερική θλίψη.

Η Εμπορευματοποίηση του Πένθους (Commodification of Grief): Οι streaming πλατφόρμες, οι δισκογραφικές και τα media μετατρέπουν τον θάνατο σε ένα κερδοφόρο trend. Η απώλεια γίνεται «περιεχόμενο» (content) και ο θρήνος μετατρέπεται σε καταναλωτικό προϊόν.

Ο Ψηφιακός Κορεσμός και η Απάθεια: Η συνεχής έκθεση σε τεχνητά διογκωμένα δράματα εξαντλεί συναισθηματικά το κοινό. Στο τέλος, ο άνθρωπος παθαίνει ανοσία στη θλίψη, αδυνατώντας να νιώσει πραγματική ενσυναίσθηση για τα αληθινά προβλήματα της δικής του ζωής.

Από την Τέχνη στο «Κουτσομπολιό»: Η Απόλυτη Κατάντια

Το πιο θλιβερό κομμάτι αυτής της κατάστασης εντοπίζεται στη νοσηρή τάση του σύγχρονου κοινού: «Δεν ξέρω το έργο του, αλλά θέλω να μπω στα προσωπικά του».

Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα και το lifestyle έχουν καταπιεί την ουσία. Η πνευματική τεμπελιά του σύγχρονου κοινού καθοδηγείται από μια νοσηρή ηδονοβλεψία. Ο θάνατος μιας προσωπικότητας δε λειτουργεί ως αφορμή για να μελετηθεί η κληρονομιά, το έργο, οι ιδέες ή η προσφορά της. Λειτουργεί ως το απόλυτο «πράσινο φως» για να ξεσκονιστούν τα προσωπικά της δράματα, οι δικαστικές της διαμάχες, οι εθισμοί της, οι οικονομικές της δυσκολίες και οι οικογενειακές της ρωγμές.

Η γνώση μένει πίσω, γιατί η γνώση απαιτεί χρόνο, σκέψη και πνευματικό κόπο. Αντίθετα, η κατανάλωση της κλειδαρότρυπας προσφέρει γρήγορη, φτηνή ντοπαμίνη. Αυτή η περιέργεια είναι ορισμός του ανούσιου. Ο άνθρωπος θυσιάζει τον πιο πολύτιμο πόρο του, τον χρόνο, για να καταναλώσει μια ψευδαίσθηση γνώσης, με αποτέλεσμα η πνευματική και συναισθηματική του ανάπτυξη να πηγαίνει δεκαετίες πίσω.

Η Στωική Ψηφιακή Άμυνα

Απέναντι σε αυτόν τον μηχανισμό, οι Στωικοί φιλόσοφοι (όπως ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Επίκτητος) θα μας πρότειναν συγκεκριμένες αντιστάσεις:

Η Διχοτόμηση του Ελέγχου: Ο θάνατος των άλλων και οι αλγόριθμοι δεν είναι στο χέρι μας. Στο χέρι μας είναι αν θα επιτρέψουμε στην οθόνη να κλέψει τον χρόνο μας.

Χαλιναγώγηση των Φαντασιών: Όταν ο αλγόριθμος δείχνει μια μαζική υστερία, ο σκεπτόμενος άνθρωπος σταματά και λέει: «Αυτό είναι απλώς μια ψηφιακή τάση. Δε με αφορά».

Εστίαση στο Έργο, Όχι στο Πρόσωπο: Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε μια προσωπικότητα που έφυγε, αναζητάμε το έργο της (ένα βιβλίο, μια ταινία, έναν πίνακα, μια επιστημονική μελέτη) στη σιωπή μας, και όχι τις μεταθανάτιες τηλεοπτικές εκπομπές ή το κουτσομπολιό των social media.

Η «κατάντια» της εποχής μας δεν είναι ότι οι αλγόριθμοι έγιναν έξυπνοι, αλλά ότι εμείς παραδοθήκαμε στις πιο πρωτόγονες παρορμήσεις μας. Η γνώση θα επιστρέψει στο προσκήνιο μόνο όταν αποφασίσουμε να γίνουμε ξανά συνειδητοί αναγνώστες και όχι παθητικοί καταναλωτές ψηφιακών νεκρολογιών.

Ερωτήσεις αυτοστοχασμού για τον αναγνώστη (αντί επιλόγου)

Η αλήθεια της κλειδαρότρυπας: Όταν σκρολάρεις σε ειδήσεις για τον θάνατο ενός δημιουργού, αναζητάς να γνωρίσεις την κληρονομιά και το έργο του ή μήπως ψάχνεις κρυφά τη φτηνή ντοπαμίνη των προσωπικών του δραμάτων, των εθισμών και των οικογενειακών του τσακωμών;

Ποιος ορίζει τη θλίψη σου; Αν δεν υπήρχε ο αλγόριθμος να γεμίσει τη ροή σου με τη φωτογραφία αυτού του ανθρώπου, θα είχες αφιερώσει έστω κι ένα λεπτό από τη μέρα σου για να τον σκεφτείς; Πενθείς από πραγματική ενσυναίσθηση ή επειδή σε προγραμματίζει η οθόνη σου;

Το κόστος του χαμένου χρόνου: Πόσες ώρες της δικής σου, πολύτιμης ζωής έχεις χαρίσει στους «ψηφιακούς τυμβωρύχους»,καταναλώνοντας αναλύσεις για τη ζωή των άλλων, την ίδια ώρα που η δική σου προσωπική ανάπτυξη, τα βιβλία σου και οι στόχοι σου μένουν πίσω;

Η υποκρισία της μνήμης: Έχεις πιάσει ποτέ τον εαυτό σου να αποθεώνει έναν καλλιτέχνη ή επιστήμονα μετά θάνατον, ενώ όσο ζούσε και είχε ανάγκη την υποστήριξη του κοινού για να επιβιώσει και να δημιουργήσει, εσύ τον αγνοούσες επιδεικτικά;

Η δική σου ψηφιακή άμυνα: Την επόμενη φορά που ένα μαζικό κύμα μεταθανάτιας υστερίας θα κατακλύσει το διαδίκτυο, έχεις το πνευματικό σθένος να πατήσεις “Not Interested”, να κλείσεις την οθόνη και να επιλέξεις τη σιωπή, ή θα γίνεις για άλλη μια φορά ένα παθητικό νούμερο στα στατιστικά του αλγορίθμου;

Του Γιώργου Φερετζάκη
Δικηγόρου, συγγραφέα 

Τα πιο σχετικά.