Απαντώντας στον Γεώργιο Μπαμπινιώτη


Με ενδιαφέρον διάβασα το άρθρο του κυρίου Μπαμπινιώτη στο Protagon με τίτλο: «Ανάταξη της Εκπαίδευσης από μια νέα κυβέρνηση», στο οποίο θέτει μια σειρά ερωτήματα που αφορούν στην εκπαιδευτική καθημερινότητα και πραγματικότητα.
Ειλικρινά, από σεβασμό στο επιστημονικό του έργο δε θα έμπαινα στη διαδικασία να απαντήσω, εάν πέρα από τις όποιες θεωρητικές και ιδεολογικές του προσεγγίσεις, δεν επεδείκνυε άγνοια των τεκταινομένων στην εκπαίδευση:
1) Κατ’ αρχάς, θα συμφωνούσε ότι “σύγχυση, σοβαρά αστοχήματα, υποβάθμιση τού επιπέδου, γενικότερη εκπαιδευτική και μορφωτική φθορά» δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν να επέφερε με την πολιτική της μία και μόνο κυβέρνηση. Για τέτοιο όλεθρο χρειάζονται συνήθως πάρα πολλές δεκαετίες, εκτός κι αν προ πενταετίας είχαμε το τέλειο εκπαιδευτικό σύστημα και δεν το αντελήφθημεν ούτε ως γονείς, ούτε ως μαθητές, ούτε ως λειτουργοί του.
2) Αναρωτιέται αν υπάρχουν παιδικοί σταθμοί «για να εμπιστευθούν τα παιδιά τους οι Ελληνίδες μητέρες». Δεν επαρκούν, ενδεχομένως, αλλά υπάρχουν και χρηματοδοτούνται μέσω ΕΣΠΑ και για τις Ελληνίδες και για τις αλλοεθνείς μητέρες (και για τους πατεράδες, συμπληρώνω).
3) Η θεσπισμένη από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δίχρονη προσχολική εκπαίδευση, για την οποία εκφράζει ανησυχία αν εφαρμόζεται, απαντάω ότι εφαρμόζεται και θα εφαρμοστεί ευρύτερα, εφόσον προχωρήσουν οι μόνιμοι διορισμοί εκπαιδευτικού προσωπικού.
4) Επειδή εκφράζει την απορία “πώς συμβαίνει πια να φθάνουν Ελληνόπουλα στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου χωρίς ευχέρεια ανάγνωσης και με ανεπίτρεπτα περιορισμένη δυνατότητα ορθής γραφής των λέξεων και σύνταξης στοιχειωδών κειμένων στη μητρική τους γλώσσα”, να του υπενθυμίσω ότι το ίδιο ερώτημα θέτουν και ξαναθέτουν διάφοροι απορούντες ειδήμονες από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αν θεωρεί ότι ευθύνεται για αυτό αποκλειστικά η «λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ», να τον ενημερώσω, δίκην παραδείγματος, ότι και τα σημερινά δεκαπεντάχρονα, που άρχισαν να φοιτούν στο Δημοτικό επί Άννας Διαμαντοπούλου και το τελείωσαν επί Ανδρέα Λοβέρδου, ελάχιστα ασκήθηκαν στην παραγωγή γραπτού λόγου. Επομένως για τη γλωσσική διδασκαλία, καλύτερα να μη μιλάμε με όρους Ν.Δ.-ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης αν θυμάμαι καλά – που θυμάμαι – η μόνη φορά που ασχολήθηκε με το Δημοτικό ο κύριος Μπαμπινιώτης, ήταν όταν διατύπωσε, επιστημονικώ τω τρόπω, το αίτημα οι φιλόλογοι να διδάσκουν στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, παραμερίζοντας τους δασκάλους.
5) Αναρωτιέται ο κύριος ομότιμος αν “μαθαίνουν γράμματα τα Ελληνόπουλα στα Δημοτικά Σχολεία μας, σε μια υποβαθμισμένη πρωτοβάθμια εκπαίδευση με ανεπιμόρφωτους, ανυποστήρικτους και αναξιολόγητους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν σε τάξεις (στις μεγάλες πόλεις και όχι μόνον) όπου συμφοιτούν μεταναστόπουλα τα οποία δε γνωρίζουν ελληνικά, χωρίς ειδική μέριμνα και προγραμματισμό να καλυφθούν οι γλωσσικές ελλείψεις τους που καθιστούν προβληματική τη λειτουργία τής τάξης;”. Στη συγκεκριμένη ερώτηση όπου ο Γ. Μπαμπινιώτης εκφράζεται περιφρονητικά για το εκπαιδευτικό προσωπικό της χώρας , επιδεικνύει -εκτός από το σοβούντα ρατσισμό του- και την άγνοιά του για τις εξελίξεις στην Εκπαίδευση. Οι Δομές Υποδοχής και Εκπαίδευσης Προσφύγων (κοινώς ΔΥΕΠ) λειτουργούν κανονικότατα, όταν το επιτρέπουν οι αγανακτισμένοι Έλληνες γονείς. Θα ήταν λοιπόν ευχής έργο ο κύριος Μπαμπινιώτης να αξιοποιούσε το κύρος του για να ενταχθούν ομαλά αυτά τα παιδιά στην εκπαιδευτική διαδικασία και να μην “εμποδίζουν” τα Ελληνόπουλα στην μάθηση.
6) “Πώς, αλήθεια, τα παιδιά στα ιδιωτικά σχολεία μαθαίνουν στο σχολείο τους την ξένη γλώσσα και παίρνουν κατά τη σχολική φοίτησή τους ήδη στις πρώτες τάξεις τού Γυμνασίου όλα τα προβλεπόμενα ξένα διπλώματα; Δεν μπορεί το υπουργείο Παιδείας να εξασφαλίσει ανάλογες δυνατότητες για τα παιδιά των δημοσίων σχολείων;” διερωτάται και απαντώ ότι η μεν σύγκριση είναι παράλογη, η δε εδραιωμένη πεποίθηση ότι οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων δεν κάνουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια, αφελής.
Χρειάζεται μήπως να υπενθυμίσω ότι, από την εποχή της Γιαννάκου ήδη, περιορίστηκαν οι ώρες των Ξένων Γλωσσών προς όφελος της Αρχαίας Ελληνικής και ότι οι Σύλλογοι των ξενόγλωσσων εκπαιδευτικών χρόνια διαμαρτύρονται και υποβάλλουν προτάσεις, οι οποίες αντιμετωπίζονται με αδιαφορία ή και χλεύη;
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι ενώ ανακοινώθηκε, από την περσινή χρονιά, πρόγραμμα προαιρετικών επιπλέον ωρών στα Αγγλικά, ώστε τα παιδιά να πιστοποιούνται στο Β2 (Lower) από το σχολείο, ακυρώθηκε ελλείψει συμμετοχών.
7) Ευτυχώς, και απαντώντας σε παραπλήσιο ερώτημα σχετικά με την Πληροφορική, αντίστοιχο πρόγραμμα στους Υπολογιστές υλοποιήθηκε και οι μαθητές της Γ’ Γυμνασίου, που το παρακολούθησαν φέτος για πρώτη φορά, θα δώσουν για την πιστοποίηση εντός του τρέχοντος μήνα.
8) “Ποια ελληνική οικογένεια […] θα εμπιστευθεί τη «μυστηριακή μείξη» Πανεπιστημιακών Τμημάτων και ΤΕΙ που συνελήφθη και τέθηκε σε εφαρμογή από τους «μάγους» τού υπουργείου Παιδείας; ” είναι το έτερο κορυφαίο ερώτημα. Δε θα σταθώ σε αυτές καθαυτές τις συγχωνεύσεις, για τις οποίες δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη, αλλά σε αυτό το “η ελληνική οικογένεια θα εμπιστευθεί”. Το θέμα μας δεν είναι τι εμπιστεύεται και τι όχι η ελληνική οικογένεια, αλλά τι εμπιστεύονται οι πολίτες ως μονάδες και ως κοινωνία και κυρίως τα παιδιά που θα σπουδάσουν και όχι η μαμά τους και ο μπαμπάς τους.
9) Όσον αφορά στα προβλήματα των Πανεπιστημίων, δεν προέκυψαν τώρα, πάντα βρώμικα και άθλια οργανωμένα τα θυμάμαι, από τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια έως σήμερα.
Όσο για το άσυλο, του οποίου η κατάργηση φέρεται από εδώ κι από εκεί ως πανάκεια, να αναφέρω μόνο ότι τα μέτρα προστασίας της Δημοκρατίας νομοθετούνται για το “και αν;”. Για μόνο, λοιπόν, εκείνο το “και αν;”, το άσυλο οφείλει να παραμείνει. Απλά και προς ενημέρωση, όταν τελούνται ποινικά αδικήματα το Πανεπιστήμιο ανοίγει, δεν τα καλύπτει κανένα άσυλο πλέον.
Τέλος και συνοψίζοντας, πραγματικά λυπάμαι, όταν άνθρωποι που τίμησαν την έρευνα εκτίθενται κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκφράζοντας πεπαλαιωμένες και τετριμμένες απόψεις, χωρίς να μπουν καν στον κόπο να περάσουν τα λεγόμενά τους από τη βάσανο της επαλήθευσης. Μια επίσκεψη στον ιστότοπο actions. minedu. gov.gr, όπου παρουσιάζονται οι 192 πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις στον χώρο της Παιδείας την τελευταία τετραετία, θα ήταν αρκετή.
 
Της Β. Δραγάτση
 
 
-Η Β. Δραγάτση είναι εκπαιδευτικός Μέσης Εκπαίδευσης και με καταγωγή από τη Μεσσηνιακή Μάνη από τη μητέρα της, το γένος Πετρέα